Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2021

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ (75)

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ 

Συνέχεια από Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2021

                                                            Jacob Burckhard

                                                                    ΤΟΜΟΣ 2ος

                                             

Ι.ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΘΕΟΙ ΤΟΥΣ – 19

     Η ελληνική ποίηση, και μάλιστα η ποίηση των ενδόξων χρόνων, εμφανίζει παραδόξως τα χαρακτηριστικά τής κεφαλής τού Ιανού. Στην ευσεβή και διδακτική εκδοχή της προβάλλει μιαν ιδεώδη μορφή τού κόσμου τών θεών. Οι θεοί καθίστανται ισχυρότεροι και κυρίαρχοι· η μοίρα τών ανθρώπων βρίσκεται συνεχώς στα χέρια τους· και το κύρος τού Δία αποκτά ιδιαίτερο νόημα, όπως αναφέραμε και προηγουμένως. Οι θεωρούμενοι ασεβείς μύθοι, οι impiae fabulae, ενίοτε απορρίπτονται, ή μεθερμηνεύονται, όπως λέει ο Κικέρων. Ο Πίνδαρος δεν δέχεται πλέον ότι η Δήμητρα είχε γευτεί τον ώμο τού Πέλοπα·  ο Δίας απελευθέρωσε, κατά τον ποιητή, τους Τιτάνες από τα Τάρταρα, όπου τούς είχε καταδικάσει ο Όμηρος. Στα πλαίσια ενός πνεύματος, που το διακρίνει  κάποιο είδος ευσέβειας, δίνεται μεγαλύτερη λοιπόν έμφαση στην αμεροληψία τών θεών από όσο στο παρελθόν, κυρίως σε ζητήματα κυρώσεων, και οι νεώτεροι προτιμούν να αναφέρονται σε απόδοση «χάρης» στον θρύλο τού Ορέστη, η οποία μπορεί να καταλύσει την αυστηρότητα του ποινικού δικαίου. Ο δεσποτισμός τού Δία παραχωρεί τη θέση του σε μιαν ηθική, κοσμική τάξη.

     Αν λάβουμε κατ’ αρχάς υπ’ όψιν, ότι ο Ορέστης ενήργησε κατόπιν θείας εμπνεύσεως, δεν χρειαζόταν κανενός είδους χάρη, και δεν έπραξε, επιπλέον, παρά το χρέος του. Και όμως οι ίδιοι αυτοί θεοί, καταλαμβανόμενοι από υπέρμετρο ενίοτε φθόνο, εξωθούν τον άνθρωπο στην καταστροφή και στο έγκλημα, και αν θεωρήσουμε ότι η στάση αυτή τών ποιητών εμπνέεται από κάποια «κατάλοιπα» του παρελθόντος, είναι προφανές ότι αυτά τα κατάλοιπα παραμένουν ισχυρά. Οι μύθοι που έφταναν στα χέρια των ποιητών καθιστούσαν συχνά, εντελώς αδύνατη τη μεταμόρφωση των θεών.

     Στον Αισχύλο βρισκόμαστε μπροστά στο δύσκολο π.χ. εγχείρημα, να συμβιβάσουμε τον περίλαμπρο Δία τών Ικέτιδων με τον ιδιαίτερα φθονερό Δία τού Προμηθέα. Στον Αγαμέμνονα εναλλάσσονται μάλιστα με θαυμαστό τρόπο οι αντιλήψεις περί θεών, οι οποίοι εμφανίζονται  ως καλοπροαίρετοι κατ’ αρχάς προστάτες τών ανθρώπων από τα ζώα, επιβάλλοντας ποινές ακόμη και στο ζωικό βασίλειο· για να ακολουθήση ένας εγκωμιαστικός ύμνος στον Δία, ο οποίος υποδεικνύει τον δρόμο τής σύνεσης, με την επιβολή τού διδακτικού κανόνα: «το πάθημα πρέπει να γίνεται μάθημα», στους ανθρώπους. Ο Δίας κατέχει ωστόσο την τρίτη θέση στην ιεραρχία τών θεών, μετά τον Ουρανό και τον Κρόνο, και η συνετότερη στάση θα ήταν να του αφιερώσει κανείς έναν επινίκιο απλώς ύμνο· ενώ το ίδιο είδος σύνεσης συναντάται και στα δευτερεύοντα πρόσωπα του Προμηθέα. Ο τραγωδός μάς διδάσκει στη συνέχεια, ότι οι δύστροποι άνθρωποι επανέρχονται στην τάξη χάρη σε μιαν ιδιαίτερη «εύνοια» των θεών, που παρίστανται σε ένα είδος θείου δικαστηρίου, με το οποίο ασκείται στους ανθρώπους  «βία». Σε κάποιο άλλο όμως χορικό αναφέρεται με σκοτεινούς όρους (που η ανάγνωση και ερμηνεία τους παραμένουν αμφιλεγόμενες), ότι κατάληξη της άκαιρης τόλμης και της βιαιότητας είναι η συμφορά· στη στιχομυθία ωστόσο χορού και Κλυταιμνήστρας αποδίδεται κατόπιν, μπροστά στους νεκρούς Αγαμέμνονα και Κασσάνδρα, και με εκφράσεις που αντιπροσωπεύουν πιθανότατα την άποψη του ποιητή, η  ευθύνη στον Δία, που είναι το πρώτο αίτιο και των πάντων αυτουργός: «Τί άλλωστε απ’ όλα όσα συμβαίνουν στους θνητούς γίνεται χωρίς την παρέμβασή τους· υπάρχει άραγες κάτι, που να μην είναι έργο τών θεών;».

     Η δόξα τού Σοφοκλή περιλαμβάνει ένα είδος θρησκευτικής πίστης, με την καθαρότερη δυνατή μορφή της, στο πεδίο τού πολυθεϊσμού (Zeller  οι θεοί εκπροσωπούν όλοι, αν και πολυάριθμοι, το θείο στοιχείο. Στον Αίαντα η Αθηνά καυχιέται όμως ότι παρέσυρε τον ήρωα στη μανία, και ο Τεύκρος λέει πως οι θεοί τιμωρούν με καταστροφή την ανιδιοτέλεια των ανθρώπων. Ο επίλογος των Τραχινιών είναι ιδιαίτερα εύγλωττος όσον αφορά γενικά στους θεούς. Ο δε Οιδίπους συμμορφώνεται απολύτως με τον χρησμό, γιατί αυτό απαιτούσε ο μύθος, και βυθίζεται έτσι στην άβυσσο της απελπισίας.

      Ο πλέον διδακτικός απ’ αυτούς τούς ποιητές είναι, κατά μίαν έννοια, ο Ευριπίδης, που μας αποκαλύπτει, χάρη στο εκσυγχρονισμένο πνεύμα τους, ποικίλες λεπτομέρειες από εκείνα που συζητούσαν οι Αθηναίοι  για τους θεούς και τον κόσμο, διανθίζοντας τον τραγικό μύθο με στοιχεία, που άλλοτε συνάδουν και άλλοτε όχι προς αυτόν. Στην προοπτική μιας εξισορρόπησης και μιας συμφιλίωσης προφανώς στη διακυβέρνηση του κόσμου, εμφανίζεται συχνά στο τέλος τών έργων του ο deus ex machina: ένας θεός που αναλαμβάνει να επαναφέρει την τάξη στον κατακερματισμένο από την οδύνη και το πάθος βίο τών ηρώων. Η παρηγοριά αυτή δεν είναι ωστόσο ουσιαστική· μετριάζει απλώς τον οδυρμό. Στις Βάκχες για παράδειγμα, ο θεός εγκαταλείπει τον Κάδμο σε τέτοια δυστυχία, ώστε η προοπτική να βασιλεύσει σε τόπους μακρινούς και να τερματίσει τον βίο του στη χώρα τών Μακάρων, δεν του προσφέρει κανενός είδους παρηγοριά. Ο πρόλογος στην αρχή, όπως και ο «από μηχανής θεός» στο τέλος τής τραγωδίας, αποτελούν βίαιες συνήθως υπομνήσεις τής αλληλεξάρτησης τραγωδίας και μύθου.

     Σε ολόκληρο το υπόλοιπο δράμα θα χρειαστεί να διακρίνουμε κάθε φορά, αν οι σχετικές διακηρύξεις προέρχονται από κάποιον εμπαθή, διεστραμμένο ή και φαύλο χαρακτήρα τού έργου, ή από κάποιο πρόσωπο που επέλεξε, για να εκφράσει τις δικές του κρίσεις ο τραγωδός. Η διάκριση αυτή δεν είναι πάντως τόσο σημαντική όσο φαίνεται, εφ’ όσον ο Ευριπίδης γνώριζε ασφαλώς, ότι και οι ασεβείς λόγοι βρίσκουν απήχηση ή συναντούν κάποια σιωπηλή επιδοκιμασία σε πολλούς από τούς ακροατές του. Ο τραγωδός εκφράζεται, άλλοτε με λόγους ιδανικούς και εποικοδομητικούς, όπως στο απόσπασμα: «Ποιό ανθρώπινο οικοδόμημα θα μπορούσε να περιλάβει άραγες τη θεότητα;», και άλλοτε προσφέρει θυσίες σ’ έναν παντοδύναμο Δία, ο οποίος είναι ταυτόχρονα και ο Άδης, εκλιπαρώντας τον να αποκαλύψει την πηγή τού κακού, και με ποια δώρα ή χάρη σε ποια (μοναδική) θεότητα μπορεί να εξαλειφθεί η δυστυχία. Σχετικά με τον θάνατο του ανθρώπου, του οποίου επίγεια προέλευση είναι η Γαία και ουράνια  ο Δίας, αναφέρεται κάπου, πως ό,τι έχει προέλθει από τη γη επιστρέφει στη γη, και ό,τι προήλθε από τον αιθέρα ανέρχεται στους ουρανούς. Ένα εξαιρετικό απόσπασμα από το απολεσθέν έργο Πειρίθοος ερμηνεύεται στο πνεύμα του νοός τού Αναξαγόρα. Εκεί γίνεται επίκληση στο αρχικό ον, που περικλείει στον στρόβιλο του αιθέρα ολόκληρη τη φύση, περιβάλλοντάς την άλλοτε με φως και άλλοτε με τη σκοτεινή νύχτα, και μ’ ένα αναρίθμητο πλήθος αστεριών, που χορεύουν ακατάπαυστα γύρω της. Όταν ο ποιητής προτρέπει, περί το τέλος τής σταδιοδρομίας του, να ασπαστούν οι άνθρωποι ένα είδος πίστεως στις θείες δυνάμεις, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό, προβάλλει το επιχείρημα, ότι «το κόστος είναι πενιχρό». Άλλες δε φορές παρέχεται η εντύπωση, ότι η θεότητα ασχολείται με τα σημαντικά και μόνο ζητήματα του γήινου βίου, εγκαταλείποντας στην τύχη τα ασήμαντα. Ο ποιητής μπορεί επίσης να εκφράζει επίκαιρες φιλοσοφικές ιδέες μέσω τών ηθοποιών του, όπως στην απολεσθείσα τραγωδία του με το όνομα Μελανίπη, η σοφή, επειδή η ηρωίδα έχει έντονες φιλοσοφικές αναζητήσεις. Η αξία που αποδίδεται δε στη γνώση τού σύμπαντος, μας μεταφέρεται με ένα απόσπασμα, που αποκαλεί ευδαίμονα αυτόν που «γνωρίζει», διότι ατενίζει την αιώνια νεότητα της αθάνατης φύσης και την αιτία τών πραγμάτων, δεν επιθυμεί να βλάψει τούς συμπολίτες του, δεν προσβλέπει στο άδικο και δεν παρασύρεται από το κακό.

      Είναι απολύτως φυσικό να υπάρχουν και ασεβείς χαρακτήρες, που επικαλούνται από σκηνής τον αθεϊσμό· ο Σίσυφος του Ευριπίδη υποστηρίζει ήδη (όπως υποστήριζε πράγματι τότε και ο Κριτίας), ότι οι θεοί επινοήθηκαν από φιλοσόφους για λόγους σκοπιμότητας, προκειμένου οι παράνομοι εγκληματίες, που παραμένουν ασύλληπτοι, να πιστεύουν ότι υπάρχει κάποιο ον που βλέπει και γνωρίζει τα πάντα. Δεν είναι γνωστό ποιό είναι το πρόσωπο που λέει τη σκανδαλώδη φράση (στον Βελλερεφόντη): «Δεν υπάρχουν θεοί», ακολουθούμενη από ένα υβρεολόγιο περί ευδαιμονίας τών φαύλων. Ο Ορέστης είχε τουλάχιστον πει, πως: «Οτιδήποτε και αν σημαίνει ο θεός, εμείς είμαστε σκλάβοι του».

     Ορισμένες τραγωδίες αυτού τού ευμετάβολου «θεολόγου» είναι αποκλειστικά αφιερωμένες στη συμπεριφορά τών θεών, και στην κριτική της. Ο Ιππόλυτος περιγράφει μια διαμάχη μεταξύ Αφροδίτης και  Αρτέμιδος, που δεν τιμά καθόλου τις δύο αυτές θεές. Πώς να σχολιάσει δε κανείς το ότι η Αφροδίτη προτίμησε να καταστραφεί η υπάκουη Φαίδρα, παρά να παραιτηθεί η ίδια από την εκδίκηση επί τού πιστού συντρόφου τής Αρτέμιδος, του Ιππόλυτου; Ή το γεγονός ότι η Άρτεμις παρηγορεί στο τέλος τον ετοιμοθάνατο Ιππόλυτο, υποσχόμενη ότι ο αγαπημένος τής Αφροδίτης (ο Άδωνις) θα πέσει σύντομα νεκρός από τα βέλη της; Διδασκόμαστε μεν ότι καμία θεότητα δεν πρέπει να εναντιώνεται στο επίγειο έργο κάποιου άλλου θεού, και ότι πρόκειται  για έναν θείο ακριβώς νόμο, ο οποίος δεν εμπόδισε ωστόσο την Άρτεμη απ’ το να σχεδιάσει τη σκληρή της εκδίκηση· περιττό είναι δε να υπενθυμίσουμε το πώς πραγματεύεται τον μύθο ο Όμηρος. Το ποια είναι ακριβώς η φύση τής Αφροδίτης, και πώς αυτή η φύση επηρεάζει τη φύση τών ανθρώπων, καθώς και ολόκληρο το σύμπαν, το έχουμε ήδη πληροφορηθεί από τα λόγια της τροφού, αλλά και από το περίφημο απόσπασμα, που υποτάσσει ακόμη και την άψυχη οργανική φύση στην εξουσία τών πανίσχυρων ενστίκτων.

     Ο Ηρακλής μαινόμενος είναι, χωρίς αμφιβολία, μια ξεκάθαρη μαρτυρία για την έλλειψη σεβασμού απέναντι στους θεούς, και η δεδομένη συμπάθεια του ποιητή γι αυτόν τον σωτήρα τών ανθρώπων εξηγεί και την ανυπόκριτη αντιπάθειά του απέναντι στους εχθρικούς προς αυτόν θεούς. Ο Αμφιτρύων κατηγορεί τον Δία για αδέξια και άδικη συμπεριφορά, αφού δεν μπορεί να σώσει τούς δικούς του ανθρώπου, δηλαδή την οικογένεια του Ηρακλή· τα παιδιά τού Ηρακλή σώζονται πράγματι αυτή τη φορά από την απειλή τού Λύκου, μόνο που ο Ηρακλής καταλαμβάνεται τώρα από μανία, και επιζητεί τον θάνατό τους. Η εξοργισμένη  Ήρα στέλνει τότε την Ίριδα, που είναι μια ουδέτερη συνήθως αγγελιοφόρος τών θεών (που βρίσκεται υπό την επιρροή όμως τώρα τής εντολοδόχου της) να καλέσει τη Λύσσα· η Ίρις  υπερβαίνει ωστόσο τη φύση της, και προβάλλει ενστάσεις, επιδιώκοντας να σώσει τον ευγενή ήρωα· η απάντησή της στη Λύσσα είναι εξαιρετικά πικρόχολη: «Δεν σε κάλεσε για να επιβάλλεις τη σύνεση η Ήρα»· η Λύσσα επικαλείται τότε τη μαρτυρία του Ήλιου για το φοβερό και παρά τη θέλησή της έργο που της έχει ανατεθεί, και το οποίο καθυστέρησε ο Δίας, προκειμένου να ολοκληρωθούν οι δώδεκα Άθλοι! Για να αναφωνήσει στον μελαγχολικό του επίλογο ο Ηρακλής: «Η Ήρα πέτυχε τον στόχο της, εξουδετερώνοντας τον μεγαλύτερο άνδρα τής Ελλάδας. Ποιος μπορεί τελικά να λατρέψει μια τέτοια θεά, που κατέστρεψε, από φθόνο για κείνην που αγάπησε ο Δίας, έναν άνθρωπο άμεμπτο και ευεργέτη τού έθνους ;». Στον ίδιον δε τόνο συνεχίζει και ο Θησέας, λέγοντας πως: «Οι θεοί συνάπτουν αναμεταξύ τους σχέσεις,  που κανένας νόμος δεν τις αποδέχεται· ο γιός, που θέλει να βασιλέψει, αλυσοδένει και κακοποιεί τον πατέρα του. Και εξακολουθούν να κατοικούν παρ’ όλ’ αυτά στον Όλυμπο, που ανέχεται τις αμαρτίες τους». Ο Ηρακλής αρνείται ωστόσο να πιστέψει αυτά που συμβαίνουν, αποδίδοντάς τα σε ποιητικές ανακρίβειες, διότι δεν θα χρειαζόταν να υπάρχουν, αν ήταν έτσι στ’ αλήθεια, ιεραρχία και κυρώσεις στους θεούς. Μόνο που ο ποιητής προσέφερε εδώ μιαν ανώδυνη εκδήλωση ασέβειας στον εαυτό του και στους άλλους.

     Ο Ευριπίδης εμφανίζεται όμως κάποιες φορές περισσότερο ευσεβής·  ο ερωτικός πόθος δεν αποδίδεται, σε δύο σημεία τών Τρωάδων, στην Αφροδίτη, αλλά στο ίδιο το πάθος· η στάση όμως τής θεάς είναι τόσο απροκάλυπτη στον Ιππόλυτο, που δεν επιδέχεται κανέναν εξωραϊσμό:  σποραδικά ακούγεται και πάλι – όχι από το στόμα μόνο μιας μητέρας, που έχει χάσει τα παιδιά της – η πλήρης απελπισίας καταγγελία, ότι οι θεοί χαίρουν για τον χαμό τών ανθρώπων. Και ο χορός καλεί τέλος στον Ίωνα την Εκάτη να συνεισφέρει, ως πραγματική θεά-δολοφόνος, τις υπηρεσίες της σε μια θανατηφόρο δηλητηρίαση.

      Ο ίδιος Ευριπίδης επέδειξε για μια και μόνη φορά φανατικό ενθουσιασμό για τη λατρεία ενός θεού, κι αυτός ήταν ο Διόνυσος. Το τραγικό τέλος τού Πενθέα, που παραπλανάται και καταλήγει παράφρων, δεν εμποδίζει καθόλου την εξιδανίκευση του θεού στις Βάκχες, ενώ το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με τον μεγαλοπρεπή και τρομακτικό ταυτόχρονα βίο και τη δράση ολόκληρης της ακολουθίας του. Το θεϊκό στοιχείο και η απαίτηση της λατρείας αξιώνουν εδώ σοβαρότητα και φανατική προσήλωση σε μια πραγματικότητα, που αποκαλύπτει στο βλέμμα μιας άλλης εποχής κάποια, πραγματικά καταχθόνια χαρακτηριστικά.

(συνεχίζεται)      

Δεν υπάρχουν σχόλια: