Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2021

Διάλογος Περί Ψυχής και Αναστάσεως - Αγ. Γρηγορίου Νύσσης (18)-Τελευταίο

 Συνέχεια από Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2021

ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ

ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΝΥΣΣΗΣ

ΠΕΡΙ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ Ο ΛΟΓΟΣ

Ο ΛΕΓΟΜΕΝΟΣ ΤΑ ΜΑΚΡΙΝΕΙΑ

Μετάφραση Αρχιμ. Δωρόθεος Πάπαρης

108. ΜΑΚΡ. Αλλά, οπωσδήποτε, μπορεί κανείς εύκολα να καταλάβει πόσο περιττές και ανάρμοστες είναι οι αντιρρήσεις, εάν ενδιατρίψει στο βάθος της σοφίας των Αποστόλων. Πράγματι ο Απόστολος εξηγεί το μυστήριο αυτό στους Κορινθίους, οι οποίοι πιθανόν είχαν τις ίδιες αντιρρήσεις, όπως ακριβώς έχουν όσοι τώρα προσπαθούν να ανατρέψουν την πίστη στο δόγμα της αναστάσεως. Λέει τα εξής (ο Απόστολος), για να κόψει με τη γνώση του το θράσος της δικής τους αμάθειας: "Θα μου πεις· πώς θ’ αναστηθούν οι νεκροί; Με ποιό σώμα θα έλθουν; Ανόητε", λέει, "εσύ αυτό που σπέρνεις δεν φυτρώνει, αν δεν σαπίσει· και δεν σπέρνεις το φυτό που θα φυτρώσει, αλλά σπέρνεις ξερό σπόρο σταριού ή κάποιου άλλου φυτού· ο Θεός όμως είναι που δίνει το σώμα (του φυτού), όπως ο ίδιος θέλει".

Εδώ, νομίζω, αποστομώνει αυτούς που δεν γνωρίζουν τα πραγματικά όρια της φύσεώς μας και ερευνούν τη θεία δύναμη σύμφωνα με τη δική τους αντίληψη· πιστεύουν ότι ο Θεός έχει τόση μόνο δυνατότητα, όση αντιλαμβάνεται η ανθρωπίνη κατάληψις· και ότι αυτό που είναι πάνω από τις δικές μας δυνατότητες, ξεπερνά και τη δύναμη του Θεού. Βέβαια, αυτός που ρώτησε τον Απόστολο, "πώς θ’ αναστηθούν οι νεκροί", πιστεύει ότι είναι αδύνατο τα σκορπισμένα στοιχεία του σώματα να συγκροτηθούν και πάλι. Και αφού αυτό είναι αδύνατο, και άλλο σώμα δεν γίνεται εκτός από τη συνδρομή των στοιχείων, καταλήγει στο εξής, που το συμπέρανε μ’ ένα υποθετικό συλλογισμό, όπως κάνουν οι ικανοί συζητητές: εάν το σώμα αποτελεί συνδρομή στοιχείων και η συνδρομή αυτών για δεύτερη φορά δεν είναι δυνατή, τότε ποιό σώμα θα έχουν οι αναστημένοι;

109.Αυτό το συμπέρασμα, το οποίο βγήκε από ένα φιλοσοφικό τέχνασμα, το ονόμασε (ο Απόστολος) ανοησία εκείνων που δεν είδαν στην υπόλοιπη δημιουργία την υπεροχή της θείας δυνάμεως. Πράγματι, άφησε στην άκρη τα σπουδαιότερα θαύματα του Θεού, με τα οποία θα μπορούσε να φέρει σε αμηχανία τον ακροατή του –για παράδειγμα, τί είναι το σύμπαν και από πού έρχεται, τί είναι ο ήλιος, η σελήνη ή το φαινόμενο των άστρων, ο αιθέρας, ο αέρας, το νερό, η γη;–, (αφήνοντας όλα αυτά) ελέγχει την απερισκεψία των αντιρρησιών με κοινά και κοντινά μας παραδείγματα.

Διότι, δεν σε διδάσκει η γεωργία, ρωτάει (ο Απόστολος), ότι ματαιοπονεί όποιος μετράει την ανώτερη δύναμη του Θεού με τα δικά του μέτρα; Από πού προέρχονται τα σώματα που φυτρώνουν γύρω στους σπόρους; Τί γίνεται πριν βλαστήσουν; Δεν γίνεται ο θάνατος, εφόσον θάνατος είναι η διάλυση των συστατικών στοιχείων; Διότι ο σπόρος δεν πρόκειται να φυτρώσει, εάν δεν διαλυθεί στο χώμα και δεν γίνει αραιός και πορώδης, ώστε ν’ αναμιχθεί η ουσία του με την υγρασία του περιβάλλοντος, και έτσι να δώσει ρίζα και βλαστό· και ούτε εκεί θα μείνει, αλλά θα μεταποιηθεί σε καλαμιά που θα έχει πάνω της, σαν να είναι ζωσμένη με συνδέσμους, τα ενδιάμεσα γόνατα, για να μπορεί να σηκώσει το στάχυ σε όρθια στάση, όταν θα είναι γεμάτο από καρπό. Πού ήταν αυτά στο στάρι, προτού από τη διάλυση του σπόρου στο χώμα; Και βέβαια, από κει είναι όλα αυτά. Διότι, αν δεν υπήρχε εκείνο προηγουμένως, ούτε το στάχυ θα γινόταν.

110. Όπως, λοιπόν, το σώμα του στάχυ φυτρώνει από τον σπόρο, επειδή η θεία δύναμη το επιμελείται για να γίνει απ’ αυτόν (σπόρο) εκείνο (στάχυ)· και δεν είναι απόλυτα όμοιο με το σπόρο αλλά ούτε και διαφορετικό σε όλα· κατά τον ίδιο τρόπο, λέει, και το μυστήριο της αναστάσεως σού έχει προτυπωθεί με τα θαυμαστά συμβάντα των σπόρων. Διότι, η θεία δύναμη, με την πολλή της εξουσία, δεν σου αποδίδει μόνο εκείνο που έχει διαλυθεί, αλλά σου προσθέτει και άλλα μεγάλα και καλά σ’ αυτό, με τα οποία η ανθρώπινη φύση σου παρουσιάζεται πιο μεγαλοπρεπής. "Σπείρεται", λέει, "στη φθορά, ανασταίνεται σε κατάσταση αφθαρσίας· σπείρεται ασθενικό, ανασταίνεται δυνατό· σπείρεται άτιμο και ανασταίνεται ένδοξο· σπείρεται (πεθαίνει) σώμα ψυχικό και ανασταίνεται σώμα πνευματικό".

Όπως ο σπόρος του σταριού, μετά τη διάλυσή του στο χώμα, αφήνει τη μικρή του ποσότητα και την ποιοτική ιδιότητα της μορφής του, αλλά δεν αφήνει την ταυτότητά του (τον εαυτόν του), παρά μένοντας στον εαυτό του γίνεται στάχυς και πολύ διαφέρει από τον εαυτό του στο μέγεθος, την ομορφιά, την ποικιλία, το σχήμα. Κατά παρόμοιο τρόπο, και η ανθρώπινη φύση αφήνει με το θάνατο όλες τις ιδιότητές της, τις οποίες απόκτησε με την εμπαθή της διάθεση, και εννοώ την ατιμία, τη φθορά, την ασθένεια, τη διαφορά κατά ηλικία, χωρίς όμως να εγκαταλείπει τον εαυτό της· αλλά, σαν στάχυ, μεταφέρεται στην αφθαρσία, τη δόξα, την τιμή, τη δύναμη και την τελειότητα σε όλα. Η ζωή της δεν ρυθμίζεται πλέον από τις ιδιότητες της φύσεως, αλλά έχει εισέλθει σε κάποια πνευματική και απαθή κατάσταση. Αυτή είναι ακριβώς η ιδιότητα του ψυχικού σώματος, το να αλλοιώνεται διαρκώς με συνεχή ροή και κίνηση και να μεταβάλλεται από την κατάσταση που είναι σε κάτι άλλο. Απ’ αυτά, λοιπόν, τα οποία δεν τα βλέπουμε μόνο στους ανθρώπους αλλά και στα φυτά και τα ζώα, τίποτε δεν θα μείνει στην άλλη ζωή.

111. Μου φαίνεται ότι και με όλα αυτά συμφωνεί ο λόγος του Αποστόλου με τη αντίληψή μας για την ανάσταση· και φανερώνει αυτό που περιέχει ο δικός μας ορισμός, που λέει ότι ανάσταση δεν είναι τίποτε άλλο παρά η αποκατάσταση στην αρχαία φύση μας. Επειδή διδαχθήκαμε από την Αγία Γραφή το εξής, ότι στην πρώτη δημιουργία πρώτα βλάστησε η γη βοτάνη από χόρτα, όπως το λέει το κείμενο, και έπειτα από το βλαστό έγινε ο σπόρος, ο οποίος, όταν πέσει στο χώμα, φυτρώνει πάλι το ίδιο είδος του δένδρου που φυτεύθηκε αρχικά· αυτό γίνεται, λέει ο θείος Απόστολος, και με την ανάσταση.

Και δεν διδασκόμαστε μόνον αυτό απ’ αυτόν, ότι δηλαδή το ανθρώπινο γένος μετακομίζει σε πιο μεγαλοπρεπή κατάσταση, αλλά και ότι αυτό που ελπίζουμε δεν είναι τίποτε άλλο παρά αυτό που ήταν αρχικά. Επειδή όμως αρχικά δεν προήλθε ο στάχυς από το σπόρο αλλά ο σπόρος από το στάχυ, και κατόπιν ο στάχυς βλαστάνει γύρω από το σπόρο, η σειρά του παραδείγματος δείχνει με σαφήνεια ότι όλη η μακαριότητα, που ξεπηδά από την ανάσταση, μας επαναφέρει στην πρωταρχική χάρη.

112. Και εμείς στην αρχή ήμασταν κατά κάποιο τρόπο στάχυς. Αφού, όμως, ξεραθήκαμε από τον καύσωνα της κακίας και μας παρέλαβε η γη μετά τη διάλυση του θανάτου, πάλι η άνοιξη της αναστάσεως θα αναδείξει το γυμνό αυτό κόκκο του σώματος σε στάχυ μεστωμένο, πλούσιο και όρθιο· να εκτείνεται σε ουράνιο ύψος, και αντί για καλάμη ή ανθέρικο να είναι στολισμένο (το σώμα) με την αφθαρσία και τις υπόλοιπες θεοπρεπείς ιδιότητες. "Διότι πρέπει το φθαρτό σώμα να ντυθεί την αφθαρσία".
Η αφθαρσία πάλι, η δόξα, η τιμή και η δύναμη, κατά κοινή ομολογία, αποτελούν ιδιότητες της θείας φύσεως· αυτές προηγουμένως ανήκαν στον κατ’ εικόνα Θεού (άνθρωπο) και ελπίζεται ότι θα ανήκουν πάλι. Διότι ο πρώτος στάχυς ήταν ο πρώτος άνθρωπος, ο Αδάμ. Αλλά, αφότου με την είσοδο της κακίας η φύση τεμαχίστηκε σε πολλά κομμάτια, όπως συμβαίνει με τον καρπό του στάχυος, έτσι και ο καθένας μας που γυμνωθήκαμε από το είδος εκείνου του στάχυος και αναμιχθήκαμε με τη γη, στην ανάσταση θα ξαναγεννηθούμε πάλι στο πρώτο κάλλος, και θα γίνουμε στη θέση του πρώτου στάχυος άπειρες μυριάδες στάχεις των αγρών.

113. Ο ενάρετος βίος πάλι αυτή τη διαφορά έχει από την κακία, ότι όσοι στην παρούσα ζωή καλλιέργησαν τον εαυτό τους με την αρετή, ευθύς αμέσως φυτρώνουν σαν τέλειοι στάχεις. Όσοι πάλι στον παρόντα βίο έκαναν τη δύναμη της ψυχής σαν ξεθωριασμένο και ανεμοδαρμένο σπόρο, τότε οι γνώστες αυτών των πραγμάτων λένε ότι γίνονται σαν τα ονομαζόμενα κεράσβολα (ξηρά, σκληρά). Το ίδιο κι αυτοί, παρόλο που θα φυτρώσουν με την ανάσταση, θα υποστούν μεγάλη επιτίμηση από τον Κριτή, επειδή δεν μπορούν να βλαστήσουν σαν το είδος του στάχυος και να γίνουν όπως ήμασταν πριν από την πτώση στη γη. Η θεραπεία πάλι την οποία προσφέρει ο επιστάτης είναι η συλλογή των ζιζανίων και των αγκαθιών, τα οποία φύτρωσαν μαζί με το σπόρο· διότι, όλη η δύναμη που τρέφει τη ρίζα, πήγε στα παράσιτα και εξαιτίας τους ο καλός σπόρος έμεινε ατροφικός και άγονος, αφού τον έπνιξαν οι παρά φύσιν βλαστοί. Όταν, λοιπόν, κάθε παράσιτο και ξένο βλαστάρι χωριστεί από το καλό φυτό και οδηγηθεί στον αφανισμό με την καταστροφή του από την παρά φύσιν φωτιά, τότε και σ’ αυτούς (τους ανθρώπους) θ’ αναπτυχθεί η φύση και θα δώσει καρπό χάρη σ’ αυτήν τη φροντίδα· θ’ αποκτήσει πάλι, μετά μακρύ χρονικό διάστημα, το αρχικό κοινό είδος, που μας έδωσε ο Θεός. Και ευτυχισμένοι είναι πράγματι εκείνοι στους οποίους το τέλειο κάλλος των στάχυων φυτρώνει αμέσως με την ανάσταση.

114. Και λέμε αυτά, όχι διότι τάχα θα υπάρχει κάποια σωματική διαφορά κατά την ανάσταση στους ενάρετους από τους αμαρτωλούς, ώστε να νομίζει κανείς ότι ο ένας είναι ατελής στο σώμα και ο άλλος τέλειος. Αλλά, όπως στον παρόντα βίο ο φυλακισμένος και ο ελεύθερος έχουν βέβαια και οι δύο ομοιότητα στο σώμα, υπάρχει όμως μεγάλη διαφορά μεταξύ τους σχετικά με την ευχαρίστηση και τη λύπη, παρόμοια νομίζω πρέπει να θεωρούμε τη διαφορά μεταξύ των αγαθών και των κακών στη μέλλουσα κατάσταση.
Διότι η τελείωση των αναστημένων από τη φθορά σωμάτων φανερώνεται, όπως λέει ο Απόστολος, στην αφθαρσία, τη δόξα, την τιμή και τη δύναμη. Η μείωση αυτών των ιδιοτήτων δεν σημαίνει κάποια αναπηρία του αναστημένου σώματος, αλλά στέρηση και αλλοτρίωση καθενός από τα νοητά αγαθά (της αναστάσεως). Επειδή, λοιπόν, το ήθος του ανθρώπου ένα από τα δύο αντίθετα πρέπει να το διακρίνει, ή το αγαθό ή το κακό, είναι φανερό ότι, όταν λέμε ότι κάποιος δεν βρίσκεται μέσα στο αγαθό, δείχνουμε ότι σίγουρα βρίσκεται μέσα στο κακό. Και βέβαια στην κακία δεν υπάρχει ούτε τιμή, ούτε δόξα, ούτε αφθαρσία, ούτε δύναμη.

Υποχρεωτικά, λοιπόν, δεν πρέπει ν’ αμφιβάλλουμε ότι σ’ όποιον δεν υπάρχουν αυτά, υπάρχουν τα αντίθετά τους, δηλαδή ασθένεια, ατιμία, φθορά και όσα ανήκουν στην ίδια κατηγορία. Αυτά, όπως είπαμε στη συζήτησή μας παραπάνω, αποτελούν τα πάθη της κακίας για την ψυχή που δύσκολα διώχνονται, διότι αναμειγνύονται και φυτρώνουν μαζί, και γίνονται ένα μ’ αυτήν. Αφού, όμως, αυτά (τα πάθη) με τη θεραπεία της φωτιάς (της κρίσεως) καθαρισθούν και χαθούν, θα έλθει στη θέση τους καθένα από τα θεωρούμενα
αγαθά, δηλαδή η αφθαρσία, η ζωή, η τιμή, η χάρη, η δόξα, η δύναμη και οτιδήποτε άλλο παρόμοιο φανταζόμαστε ότι υπάρχει τόσο στο Θεό όσο και στην εικόνα Του, που είναι η ανθρώπινη φύση.

ΣΧΟΛΙΟ: Και εμείς στην αρχή ήμασταν κατά κάποιο τρόπο στάχυς. 
ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΝΟΥΣ, Ο ΣΤΑΧΥΣ, ΣΤΟΝ ΟΠΟΙΟ Ο ΣΠΟΡΕΑΣ ΘΑ ΣΠΕΙΡΕΙ ΤΟΝ ΛΟΓΟ ΤΗΣ ΚΑΙΝΗΣ ΚΤΙΣΗΣ, ΤΟΝ ΣΠΟΡΟ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ.

Το πρωτότυπο κείμενο

108. Μᾶλλον δὲ ἄν τις ἐπιγνοίη τῶν ἐνστάσεων τὸ περιττὸν καὶ ἀνοίκειον, εἰς τὸ βάθος τῆς ἀποστολικῆς διακύψας σοφίας. Τοῖς γὰρ Κορινθίοις τὸ περὶ τούτων σαφηνίζων μυστήριον, τάχα τά αὐτά προτεινόντων αὐτῷ κἀκείνων, ἃ παρὰ τῶν νῦν κατεπιχειρούντων τοῦ δόγματος ἐπὶ ἀνατροπῇ τῶν πεπιστευμένων προφέρεται, τῷ ἰδίῳ ἀξιώματι τὸ τῆς ἀμαθίας αὐτῶν ἐπικόπτων θράσος, οὑτωσὶ λέγει. "Ἐρεῖς οὖν μοι· πῶς ἐγείρονται οἱ νεκροί; Ποίῳ δὲ σώματι ἔρχονται; Ἄφρων," φησὶ, "σὺ ὃ σπείρεις οὐ ζωοποιεῖται ἐὰν μὴ ἀποθάνῃ, καὶ ὃ σπείρεις, οὐ τὸ σῶμα τὸ γενησόμενον σπείρεις, ἀλλὰ γυμνὸν κόκκον, εἰ τύχοι σίτου, ἢ ἄλλου τινὸς τῶν σπερμάτων· ὁ δὲ Θεὸς δίδωσιν αὐτῷ σῶμα καθὼς ἠθέλησεν."
Ἐνταῦθα γὰρ ἐπιστομίζειν μοι δοκεῖ τοὺς ἀγνοοῦντας τὰ οἰκεῖα μέτρα τῆς φύσεως καὶ πρὸς τὴν ἑαυτῶν ἰσχὺν τὴν θείαν ἀντεξετάζοντας δύναμιν καὶ οἰομένους τοσοῦτον εἶναι τῷ Θεῷ δυνατόν, ὅσον χωρεῖ καὶ ἡ ἀνθρωπίνη κατάληψις· τὸ δὲ ὑπὲρ ἡμᾶς ὂν, καὶ τοῦ Θεοῦ παριέναι τὴν δύναμιν. Ὁ γὰρ ἐρωτήσας τὸν Ἀπόστολον τὸ "πῶς ἐγείρονται οἱ νεκροὶ", ὡς ἀμήχανον ὂν τὸ ἐσκεδασμένων τῶν τοῦ σώματος στοιχείων εἰς συνδρομὴν πάλιν ἐλθεῖν ἀποφαίνεται, καὶ ὡς τούτου μὴ δυναμένου, ἄλλου δὲ σώματος παρὰ τὴν συνδρομὴν τῶν στοιχείων οὐχ ὑπολειπομένου, τοῦτό φησι κατὰ τοὺς δεινοὺς τῶν διαλεγομένων συμπεράνας διά τινος ἀκολουθίας ἅπερ ὑπέθετο· εἰ σῶμά ἐστι συνδρομὴ στοιχείων, τούτων δὲ ἀμήχανος ἐκ δευτέρου ἡ σύνοδος, ποίῳ χρήσονται σώματι οἱ ἀνιστάμενοι;

109. Τοῦτο τοίνυν τὸ δοκοῦν διά τινος τεχνικῆς σοφίας αὐτοῖς συμπεπλέχθαι, ἀφροσύνην ὠνόμασε τῶν μὴ κατιδόντων ἐν τῇ λοιπῇ κτίσει τὸ ὑπερέχον τῆς θείας δυνάμεως. Καταλιπὼν γὰρ τὰ ὑψηλότερα τοῦ Θεοῦ θαύματα, δι᾿ ὧν ἦν εἰς ἀπορίαν ἀγαγεῖν τὸν ἀκούοντα (οἷον, τί τὸ οὐράνιον σῶμα καὶ πόθεν, τί δὲ τὸ ἡλιακὸν ἢ τὸ σεληναῖον ἢ τὸ ἐν τοῖς ἄστροις φαινόμενον, ὁ αἰθὴρ, ὁ ἀὴρ, τὸ ὕδωρ, ἡ γῆ;) ἐκ τῶν συντρόφων ἡμῖν καὶ κοινοτέρων ἐλέγχει τῶν ἐνισταμένων τὸ ἀνεπίσκεπτον.
Οὐδὲ ἡ γεωργία σε διδάσκει, φησὶν, ὅτι μάταιός ἐστιν ὁ πρὸς τὸ ἑαυτοῦ μέτρον τῆς θείας δυνάμεως τὸ ὑπερέχον στοχαζόμενος; Πόθεν τοῖς σπέρμασι τὰ περιφυόμενα σώματα; Τί δὲ καθηγεῖται τῆς βλάστης αὐτῶν; οὐχὶ θάνατος, εἴπερ θάνατός ἐστιν ἡ τοῦ συνεστηκότος διάλυσις; Τὸ γὰρ σπέρμα οὐκ ἄν ἔλθοι εἰς ἔκφυσιν μὴ διαλυθὲν ἐν τῇ βώλῳ, καὶ γενόμενον ἀραιὸν καὶ πολύπορον, ὥστε καταμιχθῆναι πρὸς τὴν παρακειμένην ἰκμάδα τῇ οἰκείᾳ ποιότητι, καὶ οὕτως εἰς ῥίζαν καὶ βλάστην μεταποιηθῆναι, καὶ μηδὲ ἐν τούτῳ μεῖναι, ἀλλὰ μεταβαλεῖν εἰς καλάμην, τοῖς διὰ μέσου γόνασιν οἷόν τισι συνδέσμοις ὑπεζωσμένην, πρὸς τὸ δύνασθαι φέρειν ἐν ὀρθίῳ τῷ σχήματι τὸν στάχυν τῷ καρπῷ βαρυνόμενον. Ποῦ τοίνυν ταῦτα περὶ τὸν σῖτον ἦν πρὸ τῆς ἐν τῇ βώλῳ αὐτοῦ διαλύσεως; Ἀλλὰ μὴν ἐκεῖθεν τοῦτό ἐστιν. Εἰ γὰρ μὴ ἐκεῖνο πρότερον ἦν οὐδ᾿ ἂν ὁ στάχυς ἐγένετο.

110. Ὥσπερ τοίνυν τὸ κατὰ τὸν στάχυν σῶμα ἐκ τοῦ σπέρματος φύεται, ὡς τῆς θείας δυνάμεως ἐξ αὐτοῦ ἐκείνου τοῦτο φιλοτεχνούσης, καὶ οὔτε δι᾿ ὅλου ταὐτόν ἐστι τῷ σπέρματι οὔτε παντάπασιν ἕτερον, οὕτω, φησὶ, καὶ τὸ μυστήριον τῆς ἀναστάσεως ἤδη σοι διὰ τῶν ἐν τοῖς σπέρμασι θαυματοποιουμένων προερμηνεύεται, ὡς τῆς θείας δυνάμεως ἐν τῷ περιόντι τῆς ἐξουσίας, οὐ μόνον ἐκεῖνο τὸ διαλυθέν σοι πάλιν ἀποδιδούσης, ἀλλὰ σοι καί ἕτερα μεγάλα τε καὶ καλὰ προστιθείσης, δι᾿ ὧν σοι πρὸς τὸ μεγαλοπρεπέστερον ἡ φύσις κατασκευάζεται. "Σπείρεται," φησὶν, "ἐν φθορᾷ, ἐγείρεται ἐν ἀφθαρσίᾳ· σπείρεται ἐν ἀσθενείᾳ, ἐγείρεται ἐν δυνάμει· σπείρεται ἐν ἀτιμίᾳ, ἐγείρεται ἐν δόξῃ· σπείρεται σῶμα ψυχικόν, ἐγείρεται σῶμα πνευματικόν."

Ὡς γὰρ καταλιπὼν μετὰ τὸ διαλυθῆναι ἐν τῇ βώλῳ σῖτος τὴν ἐν τῷ ποσῷ βραχύτητα καὶ τὴν ἐν τῷ ποιῷ τοῦ σχήματος αὐτοῦ ἰδιότητα, ἑαυτὸν οὐκ ἀφῆκεν, ἀλλ᾿ ἐν ἑαυτῷ μένων στάχυς γίνεται, πάμπολλα διαφέρων αὐτὸς ἑαυτοῦ, μεγέθει, καὶ κάλλει, καὶ ποικιλίᾳ, καὶ σχήματι· κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ ἡ ἀνθρωπίνη φύσις ἐναφεῖσα τῷ θανάτῳ πάντα τὰ περὶ αὑτὴν ἰδιώματα, ὅσα διὰ τῆς ἐμπαθοῦς διαθέσεως ἐπεκτήσατο, τὴν ἀτιμίαν λέγω, τὴν φθοράν, τὴν ἀσθένειαν, τὴν κατὰ τῆς ἡλικίας διαφοράν, ἑαυτὴν οὐκ ἀφίησιν, ἀλλ᾿ ὥσπερ εἰς στάχυν τινὰ πρὸς τὴν ἀφθαρσίαν μεθίσταται καὶ τὴν δόξαν καὶ τὴν τιμὴν καὶ τὴν δύναμιν καὶ τὴν ἐν παντὶ τελειότητα καὶ τὸ μηκέτι τὴν ζωὴν αὐτῆς οἰκονομεῖσθαι τοῖς φυσικοῖς ἰδιώμασιν, ἀλλ᾿ εἰς πνευματικήν τινα καὶ ἀπαθῆ μεταβῆναι κατάστασιν. Αὕτη γάρ ἐστιν ἡ τοῦ ψυχικοῦ σώματος ἰδιότης, τό ἀεὶ διά τινος ῥοῆς καὶ κινήσεως ἀπὸ τοῦ ἐν ᾧ ἐστιν ἀλλοιοῦσθαι, καὶ μεταβάλλειν εἰς ἕτερον. Ἃ γὰρ οὖν οὐκ ἐπ᾿ ἀνθρώποις μόνον ὁρῶμεν, ἀλλὰ καὶ ἐν φυτοῖς καὶ ἐν βοσκήμασι, τούτων οὐδὲν ἐν τῷ τῷδε βίῳ ὑπολειφθήσεται.

111. Δοκεῖ δέ μοι καὶ διὰ πάντων συναγορεύειν ὁ ἀποστολικὸς λόγος τῇ καθ᾿ ἡμᾶς ὑπολήψει τῆς ἀναστάσεως καὶ τοῦτο δεικνύειν ὅπερ ὁ ἡμέτερος ὁρισμὸς περιέχει λέγων, μηδὲν ἕτερον εἶναι ἀνάστασιν, ἢ τὴν εἰς τὸ ἀρχαῖον τῆς φύσεως ἡμῶν ἀποκατάστασιν. Ἐπειδὴ γὰρ ἐν τῇ πρώτῃ κοσμογονίᾳ τοῦτο παρὰ τῆς Γραφῆς μεμαθήκαμεν, ὅτι πρῶτον ἐβλάστησεν ἡ γῆ βοτάνην χόρτου, καθὼς ὁ λόγος φησὶν, εἶτα ἐκ τῆς βλάστης τό σπέρμα ἐγένετο, οὗπερ ἐπὶ τὴν γῆν καταῤῥυέντος, τὸ αὐτὸ πάλιν εἶδος τοῦ ἐξ ἀρχῆς φυέντος ἀνέδραμε, φησὶ δή τοῦτο ὁ θεῖος Ἀπόστολος καὶ ἐπὶ τῆς ἀναστάσεως γίνεσθαι.
Οὐ μόνον δὲ τοῦτο παρ᾿ αὐτοῦ διδασκόμεθα, τὸ πρὸς τὸ μεγαλοπρεπέστατον μεθίστασθαι τὸ ἀνθρώπινον, ἀλλ᾿ ὅτι τὸ ἐλπιζόμενον οὐδὲν ἕτερόν ἐστιν ἢ ὅπερ ἐν πρώτοις ἦν. Ἐπειδὴ γὰρ τὸ κατ᾿ ἀρχὰς οὐχ ὡς στάχυς ἀπὸ τοῦ σπέρματος, ἀλλ᾿ ἐκεῖθεν τὸ σπέρμα, μετὰ ταῦτα δὲ οὗτος τῷ σπέρματι περιφύεται, ἡ τοῦ ὑποδείγματος ἀκολουθία σαφῶς ἐπιδείκνυσι, τὸ πᾶσαν τὴν διὰ τῆς ἀναστάσεως ἀναβλαστήσουσαν ἡμῖν μακαριότητα, πρὸς τὴν ἐξ ἀρχῆς ἐπανιέναι χάριν.

112. Στάχυς γὰρ ὄντες τό καταρχὰς τρόπον τινὰ καὶ ἡμεῖς, ἐπειδὴ τῷ καύσωνι τῆς κακίας κατεξηράνθημεν, ὑπολαβοῦσα ἡμᾶς ἡ γῆ διὰ τοῦ θανάτου λυθέντας, πάλιν κατὰ τὸ ἔαρ τῆς ἀναστάσεως στάχυν ἀναδείξει τὸν γυμνὸν τοῦτον κόκκον τοῦ σώματος, εὐμεγέθη τε καὶ ἀμφιλαφῆ καὶ ὄρθιον, εἰς τὸ οὐράνιον ὕψος ἀνατεινόμενον, καί ἀντὶ καλάμης ἢ ἀνθέρικος τῇ ἀφθαρσίᾳ καὶ τοῖς λοιποῖς τῶν θεοπρεπῶν γνωρισμάτων ὡραϊζόμενον. "Δεῖ γὰρ τὸ φθαρτὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀφθαρσίαν."

Ἡ δὲ ἀφθαρσία καὶ ἡ δόξα καὶ ἡ τιμὴ καὶ ἡ δύναμις ἴδια τῆς θείας φύσεως εἶναι ὁμολογεῖται, ἅπερ πρότερόν τε περὶ τὸν κατ᾿ εἰκόνα γενόμενον ἦν καὶ εἰσαῦθις ἐλπίζεται. Ὁ γὰρ πρῶτος στάχυς ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ἦν Ἀδάμ. Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ τῇ τῆς κακίας εἰσόδῳ εἰς πλῆθος ἡ φύσις κατεμερίσθη, καθὼς γίνεται ὁ καρπὸς ἐν τῷ στάχυϊ, οὕτως οἱ καθ᾿ ἕκαστον γυμνωθέντες τοῦ κατὰ τὸν στάχυν ἐκεῖνον εἴδους καὶ τῇ γῇ καταμιχθέντες, πάλιν ἐν τῇ ἀναστάσει κατὰ τὸ ἀρχέγονον κάλλος ἀναφυόμεθα, ἀντὶ ἑνὸς τοῦ πρώτου στάχυος αἱ ἄπειροι μυριάδες τῶν ληΐων γενόμενοι.

113. Ὁ δὲ κατ᾿ ἀρετὴν βίος ἐν τούτῳ πρὸς τὴν κακίαν τὸ διάφορον ἔχει, ὅτι οἱ μὲν ἐνταῦθα παρὰ τὸν βίον δι᾿ ἀρετῆς ἑαυτοὺς γεωργήσαντες, εὐθὺς ἐν τελείῳ τῷ στάχυϊ φύονται· οἷς δὲ διὰ κακίας ἐξίτηλός τις καὶ ἀνεμόφθορος κόκκος γέγονε παρὰ τὸν βίον τοῦτον ἡ ἐν τῷ ψυχικῷ σπέρματι δύναμις, καθάπερ τὰ λεγόμενα κεράσβολα οἱ τῶν τοιούτων ἐπιστήμονες λέγουσι γίνεσθαι· οὕτω καὶ οὗτοι, κἂν φυῶσι διὰ τῆς ἀναστάσεως, πολλὴν ἀποτομίαν παρὰ τῷ κριτῇ ἕξουσιν, ἅτε δὴ οὐκ ἰσχύοντες ἀναδραμεῖν ἐπὶ τὸ εἶδος τοῦ στάχυος, καὶ γενέσθαι ἐκεῖνο ὅπερ ἦμεν πρὸ τῆς ἐπὶ τὴν γῆν καταπτώσεως.
Ἡ δὲ θεραπεία τοῦ ἐπιστατοῦντος τῶν γεννημάτων ἡ τῶν ζιζανίων τε καὶ τῶν ἀκανθῶν ἐστι συλλογὴ, τῶν συναναφυέντων τῷ σπέρματι, πάσης τῆς ὑποτρεφούσης τὴν ῥίζαν δυνάμεως πρὸς τὸ νόθον μεταῤῥυείσης, δι᾿ ὧν ἄτροφόν τε καὶ ἀτελεσφόρητον τὸ γνήσιον ἔμεινε σπέρμα τῇ παρὰ φύσιν βλαστῇ συμπεπνιγμένον. Ἐπειδὰν οὖν πᾶν ὅσον νόθον τε καὶ ἀλλότριον ἐκτιλῇ τοῦ τροφίμου καὶ εἰς ἀφανισμὸν ἔλθῃ, τοῦ πυρὸς τὸ παρὰ φύσιν ἐκδαπανήσαντος, τότε καὶ τούτοις εὐτροφήσει ἡ φύσις καὶ εἰς καρπὸν ἁδρυνθήσεται διὰ τῆς τοιαύτης ἐπιμελείας, μακραῖς ποτε περιόδοις τὸ κοινὸν εἶδος τὸ ἐξ ἀρχῆς ἡμῖν θεόθεν ἐπιβληθὲν ἀπολαβοῦσα. Μακάριοι δέ εἰσιν οἷς εὐθὺς τὸ τέλειον κάλλος τῶν ἀσταχύων συνανατελεῖ φυομένοις διὰ τῆς ἀναστάσεως.

114. Ταῦτα δέ φαμεν οὐχ ὡς σωματικῆς τινος διαφορᾶς ἐν τοῖς κατ᾿ ἀρετὴν ἢ κακίαν βεβιωκόσιν ἐν τῇ ἀναστάσει φανησομένης, ὡς τὸν μὲν ἀτελῆ κατὰ τὸ σῶμα νομίζειν, τὸν δὲ τὸ τέλειον ἔχειν οἴεσθαι· ἀλλ᾿ ὥσπερ παρὰ τὸν βίον ὁ δεσμώτης τε καὶ ἄνετος ἔχουσι μὲν ἀμφότεροι παραπλησίως τῷ σώματι, πολλὴ δὲ μεταξὺ ἀμφοτέρων ἡ καθ᾿ ἡδονήν τε καὶ λύπην διαφορά, οὕτως οἶμαι χρῆναι τῶν ἀγαθῶν τε καὶ κακῶν ἐν τῷ μετά ταῦτα χρόνῳ λογίζεσθαι τὸ διάφορον.
Ἡ γὰρ τελείωσις τῶν ἐκ τῆς φθορᾶς ἀναφυομένων σωμάτων ἐν ἀφθαρσίᾳ τε καὶ δόξῃ καὶ τιμῇ καὶ δυνάμει παρὰ τοῦ Ἀποστόλου γίνεσθαι λέγεται· ἡ δὲ τῶν τοιούτων ἐλάττωσις οὐ σωματικήν τινα τοῦ φυέντος διασημαίνει κολόβωσιν, ἀλλ᾿ ἑκάστου τῶν κατὰ τὸ ἀγαθὸν νοουμένων στέρησίν τε καὶ ἀλλοτρίωσιν. Ἐπεὶ οὖν ἕν τι χρὴ πάντως περὶ ἡμᾶς εἶναι τῶν κατ᾿ ἀντίθεσιν νοουμένων, ἢ ἀγαθὸν ἢ κακόν, δηλονότι τὸ ἐν τῷ ἀγαθῷ τινα λέγειν μὴ εἶναι, ἀπόδειξις γίνεται τοῦ ἐν τῷ κακῷ πάντως εἶναι. Ἀλλὰ μὴν περὶ τὴν κακίαν, οὐ τιμὴ, οὐ δόξα, οὐκ ἀφθαρσία, οὐ δύναμις.
Ἀνάγκη πᾶσα οὖν περὶ ὃν μὴ ἦν ταῦτα, τὰ τούτοις ἐξ ἀντιθέτου νοούμενα παρεῖναι, μὴ ἀμφιβάλλειν, ἀσθένειαν, ἀτιμίαν, φθοράν, καὶ ὅσα τοῦ τοιούτου γένους ἐστὶν, ἃ ἐν τοῖς ἔμπροσθεν εἴρηται λόγοις, ὅσα δυσαπάλλακτα γίνεται τῇ ψυχῇ τὰ ἐκ κακίας πάθη, δι᾿ ὅλης αὐτῆς ἀνακραθέντα καὶ συμφυέντα, καὶ ἓν πρὸς ἐκείνην γενόμενα. Τῶν τοιούτων οὖν ταῖς διὰ πυρὸς ἰατρείαις ἐκκαθαρθέντων τε καὶ ἀφανισθέντων, ἕκαστον τῶν πρὸς τὸ κρεῖττον νοουμένων ἀντεισελεύσεται, ἡ ἀφθαρσία, ἡ ζωὴ, ἡ τιμὴ, ἡ χάρις, ἡ δόξα, ἡ δύναμις, καὶ εἴ τι ἄλλο τοιοῦτον ἔν τε τῷ Θεῷ ἐπιθεωρεῖσθαι εἰκάζομεν, καὶ τῇ εἰκόνι αὐτοῦ, ἥ τίς ἐστιν ἡ ἀνθρωπίνη φύσις».

Δεν υπάρχουν σχόλια: