Πέμπτη 25 Φεβρουαρίου 2021

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΩΣ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΝΟΗΣΗΣ - Άννα Λάζου

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΩΣ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΝΟΗΣΗΣ

Άννα Λάζου, Ο John Locke και το Δοκίμιο για την Ανθρώπινη Νόηση, Αθήνα 2015 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΝ

Ένας  σημαντικός σταθμός στην ιστορία των ιδεών είναι η θεωρία του John Locke (1632 – 1704) στο Δοκίμιο για την ανθρώπινη νόηση (1690). Αν θέσουμε τον Locke ως όριο στη συνέχεια του προβληματισμού για τον άνθρωπο, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι πριν από αυτό το όριο, η έννοια του ανθρώπου καθορίζεται από τη σχέση του με τον κόσμο και τη φύση και μετά τον Locke, ο άνθρωπος καθορίζεται από τη σχέση του με τον ψυχισμό του (ψυχή – νους) ή την νόηση και στρέφεται στην ενδοσκόπηση. [Τό πνεύμα τής ψυχής, τόν κοινό νού, τόν ενδόμυχο λόγο, όπως  όρισε τό υποκείμενο ο Αυγουστίνος]

Πριν από την εμπειρική γνωσιολογία που εισήγαγε ο Locke κυριαρχούσε ο ορθολογισμός των René Descartes (1596 – 1650) και  Baruch Spinoza (1632 – 1677) ως η βασική αρχή που συνδέει τη γνώση του ανθρώπου με τη γνώση της φύσης, ενώ ο άνθρωπος παραδίδεται από την αρχαία κλασική φιλοσοφία ως ένα ον (μικρόκοσμος) που σχετίζεται άμεσα με τη φύση και τον κόσμο (μακρόκοσμος). Ο νους αποτελεί την ειδοποιό διαφορά του ανθρώπινου, το κατ’ εξοχήν χαρακτηριστικό της ταυτότητάς του. Ως το όν που έχει νόηση, παραμένει ως σήμερα το πρότυπο της ανθρώπινης ουσίας. Τα όρια του ανθρώπου, οι δυνάμεις και δυνατότητές του πριν από το όριο του Locke τίθενται από την φύση [από τήν ανθρώπινη φύση] και το θείο, μετά τον Locke, ο ίδιος ο άνθρωπος θα θέτει τα όρια και τις προϋποθέσεις κάθε γνώσης, με βάση αυτά που βρίσκονται στον νου του και στο οικείο περιβάλλον της άμεσης εμπειρίας του.[Βάσει τής δημιουργικής φαντασίας]

Η εμπειρική γνωσιολογία του Locke γίνεται περισσότερο κατανοητή, όταν συνδεθεί με την πολιτική θεωρία του, σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος – πολίτης μπορεί να ορθωθεί ενάντια στο δυνάστη του, και με την ανεξιθρησκία που πρέσβευε και υποστήριζε θερμά. Η φύση η ίδια αντιμετωπίζεται από τον Locke ως ανθρώπινο δημιούργημα με την έννοια ότι συγκροτείται από την εμπειρική γνώση των πραγματικών αντικειμένων μέσω των αισθήσεων του ανθρώπου. Η ανθρώπινη φύση είναι ενιαία για όλους τους ανθρώπους, όλοι έχουν τις ίδιες δυνάμεις και δυνατότητες και κατά βάση είναι καλοί, σε αντίθεση με την κατά βάση κακή ανθρώπινη φύση σύμφωνα με τον Thomas Hobbes (1588 – 1679). Ο Locke προσφέρει μια ενδιαφέρουσα ανθρωπολογία που εκφράζει την μεταβατική εποχή από τη φεουδαρχία στην αστική οικονομία (στην κοινωνικοπολιτική σφαίρα) και από τη μεταφυσική και κλειστή γνώση στην γνώση για όλους με βάση τον κοινό νου (φιλοσοφική σφαίρα).

Τον Locke τον απασχολεί η ανθρώπινη νόηση ή κατανόηση (Human Understanding), που την προσδιορίζει κυρίως ως νοητική λειτουργία.  Την γνώση την παρουσιάζει ως τη συμφωνία των ιδεών - των πληροφοριών δηλαδή που επεξεργάζεται η νόηση -  με την πραγματικότητα.  Επιδίδεται στη διεξοδική ανάλυση της διαδικασίας της γνώσης με βασική προϋπόθεση ότι η γνώση δεν κατακτάται άμεσα, επιτυγχάνεται μέσω εκπαίδευσης και σε διαφορετικές ηλικίες της ανθρώπινης ζωής, ώστε να μπορούμε να πούμε ότι  για την έννοια της επιβεβαιωμένης γνώσης, σύμφωνα με τη λοκιανή θεωρία, προϋποτίθενται δύο πράγματα, ο εκπαιδευμένος νους και η σχέση με το εξωτερικό περιβάλλον (εμπειρία). Η θεωρία που πρότεινε ο Locke επικρίθηκε από φιλοσοφικούς αντιπάλους του τόσο σε σχέση με το πώς ανέπτυξε την οικοδόμηση της γνώσης, όσο και σε σχέση με το πώς τεκμηρίωσε την αντικειμενική ύπαρξη των εξωτερικών αντικειμένων, ως βάση της  γνωστικής διαδικασίας.

Ο Locke στηρίζει την ύπαρξη των εξωτερικών αντικειμένων μέσω της έννοιας του υλικού υποστρώματος (substratum), η οποία επιτρέπει στην αίσθηση να συλλάβει μέσω των εντυπώσεων τα αισθητικά δεδομένα και να συγκροτήσει τις ιδέες. Λόγω αυτής της βασικής του θέσης κατηγορήθηκε  για στροφή προς τον υλισμό, στην προσπάθειά του να βρει έναν εύλογο τρόπο να περιγράψει την πραγματική ύπαρξη των εξωτερικών αντικειμένων για να στηρίζει την εμπειρική βάση της γνώσης. Στη θεωρία του αυτή που ονομάστηκε και αναπαραστατική θεωρία της γνώσης, θεωρείται ότι  είχε ως πρότυπο και την επιστήμη της χημείας, η οποία ανέλυε τα φυσικά φαινόμενα σε απλούστερα στοιχεία, και επρόκειτο για μια επιστήμη που αναπτυσσόταν το 17ο αιώνα. 

Στο πλαίσιο του εμπειρισμού του ο Locke διαμορφώνει την έννοια του νου (mind) ως δοχείου πληροφοριών και με την επαναληπτικότητα των εμπειριών ο νους αποδέχεται κι επεξεργάζεται τις εντυπώσεις και συγκροτεί τις ιδέες.  Εγκαθιδρύει έτσι ένα νέο πρότυπο νου, μεταφέροντας το ενδιαφέρον από την πρότερη μεταφυσική σύλληψη  της ψυχής στη γνωσιοθεωρητική πλέον σύλληψη και κατά συνέπεια στην συνειδητοποίηση  της αναγκαιότητας να γνωρίσουμε τον νου από καθαρά φιλοσοφική  σκοπιά, μέσω πλέον της κατανόησης (understanding), έννοιας, η οποία όμως καθορίζει την ίδια την ανθρώπινη νόηση. 

Στο λοκιανό πρότυπο του νου διακρίνονται διαφορετικά επίπεδα νοητικής λειτουργίας, οι κατ’ αίσθηση εντυπώσεις (impressions) και οι ιδέες (reflections/ideas) και τέλος οι ουσίες (essences), εννοιολογικές κατηγορίες δηλαδή που ανταποκρίνονται στα σύνθετα αντικείμενα  του εξωτερικού κόσμου. Η γνώση τέλος στην κορυφή  αυτού του οικοδομήματος  παραπέμπει στην επιλογή και αναγνώριση των πραγματικών αντικειμένων συγκρίνοντάς τα με το γνωσιοθεωρητικό υπόβαθρο του νου.

Ο νους σύμφωνα με την αναπαραστατική θεωρία του Locke, περιέχει δυναμικά στοιχεία, δεν αποτελεί ένα παθητικό όργανο αντανάκλασης  των δεδομένων της αισθητηριακής εμπειρίας. Είναι ένας πολυσύνθετος μηχανισμός  που βρίσκεται σε υλική σχέση με τα εξωτερικά αντικείμενα και συμπράττει σε μια λειτουργική ιεράρχηση των επιπέδων από το απλούστερο στο  συνθετότερο.

Ο νους είναι ατομικός δεν αντιμετωπίζεται ως ολότητα ή σε σχέση με ολότητες, προϋποθέτει την διαδικασία επεξεργασίας των δεδομένων σε ένα πλαίσιο ατομικής εξέτασης και σε επίπεδο ψυχολογικής ατομικότητας, μια τάση που μπορεί να παραλληλιστεί με τον πολιτικό ατομικισμό και την ανάπτυξη του φιλελευθερισμού, όπου ο άνθρωπος αποκτά εικόνα του «εγώ» του ως ψυχολογικού υποκειμένου,  κατακτά την αυτονομία του, ενώ καλλιεργείται το αίσθημα της ευθύνης των ατομικών του επιλογών και πράξεων.

Στο θέμα της προσωπικής ταυτότητας, μετά τον Locke, προσδίδεται σε αυτό ψυχολογική κατεύθυνση και σε αυτό ευθύνονται οι συλλογισμοί που απαντούν στο Δοκίμιο για την ανθρώπινη νόηση σχετικά, όπου εξετάζεται τόσο ως λογικό (Βιβλίο Ι) όσο και ως ψυχολογικό πρόβλημα (Βιβλίο ΙΙ). Το πρόβλημα της ταυτότητας συζητείται και στην αρχαία φιλοσοφία, χαρακτηριστική είναι η αναφορά  από τον Πλούταρχο (Ο Βίος του Θησέα) στο παράδοξο της ταυτότητας ενός αντικειμένου όταν αλλάζουν τα συστατικά του στοιχεία, ή στην παραβολή του ποταμού, σύμφωνα με το σχετικό απόσπασμα του Ηράκλειτου, όπου καθώς όλα διαρκώς μεταβάλλονται και οι άνθρωποι ως μέρος του κόσμου αλλάζουν συνέχεια. Στα θέματα αυτά αναφέρονται ο Πλάτωνας και ο Hobbes. Ο Locke όμως πρωτοτυπεί και στα παραδείγματα που χρησιμοποιεί και στην επιχειρηματολογία του. 

Η κύρια πρωτοτυπία του Locke στο θέμα της προσωπικής ταυτότητας είναι η σύνδεση με την συνείδηση καθώς και η εισαγωγή της έννοιας του προσώπου που αναβαθμίζει την κλασική περί ψυχής θεωρία κι επιτρέπει μια γνωσιοθεωρητική προσέγγιση της ψυχής και μια ψυχολογική προσέγγιση παράλληλη με τη φιλοσοφική που συνδέεται με την θεμελίωση μιας νέας επιστήμης.

Στα ακόλουθα θα προηγηθεί μια εισαγωγή στο θέμα της συνείδησης πριν παρουσιάσουμε την ίδια τη θεωρία περί προσωπικής ταυτότητας του John Locke.

Η έννοια της συνείδησης  δηλώνει ένα είδος ανακλαστικής νοητικής δράσης (ως αυτοαναφορικότητα), με αυτήν συνδέεται η έννοια του εαυτού (εγώ, υποκειμένου) που στο επόμενο χρονικό διάστημα  αποτελεί κεντρική έννοια τόσο του κριτικού ιδεαλισμού του Kant (1724 – 1804), όσο και του απόλυτου ιστορικού ιδεαλισμού του Hegel (1770 – 1831). 

Ό,τι αποκαλείται εαυτός (self) παραμένει ο ίδιος σε όλη τη διάρκεια της ζωής του ανθρώπου, έχει αξιολογική χροιά, με την έννοια του καθορισμού της ηθικής ταυτότητας  και παραπέμπει στην ολοκλήρωση και ωρίμανση της προσωπικότητας του ανθρώπου. Ως προς την ηθική διάσταση της έννοιας του εαυτού, τονίζονται οι σχέσεις του ανθρώπου με το περιβάλλον (οι διαπροσωπικές, διϋποκειμενικές σχέσεις του καθορίζουν την εαυτότητα – selfhood). 

Το φιλοσοφικό ζήτημα που προκύπτει εδώ είναι κατά πόσο θα οριοθετηθεί μια σταθερή σημασία της έννοιας του εαυτού, ενώ το διακύβευμα είναι η ίδια η ελευθερία του υποκειμένου και τα απόλυτα χαρακτηριστικά του προσδιορισμού της έννοιας. Πρόκειται για προβλήματα που αφορούν στο προσδιορισμό του υποκειμένου: όπως για παράδειγμα σε σχέση με τις κοινωνικές του προϋποθέσεις. Σε παλαιότερες ιστορικά κοινωνικές μορφές, οι κοινωνικοί κανόνες υπερβαίνουν τον ατομικό εαυτό και τα όρια της ελευθερίας του: για παράδειγμα στο χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης είναι αναγκαία η ατομική μοναδικότητα, γιατί  η ατομική επιλογή έχει σημαντική αξία, ενώ στο πλαίσιο μιας αγροτικής κοινωνίας, η γυναίκα ορίζει τον εαυτό της με βάσης τους νόμους που διέπουν τον τρόπο ζωής του συνόλου και τα ατομικά της δικαιώματα δεν παίζουν κανένα ουσιαστικό ρόλο για την συνείδηση του εαυτού της. Φαίνεται λοιπόν ότι η αστική κοινωνία εξύψωσε την έννοια της ατομικής ελευθερίας κι επιλογής σε πρωτεύον στοιχείο της ανθρωπινότητας (humanity).

Σε κάθε περίπτωση η εαυτότητα ως αναλυτική έννοια είναι λογικά αναγκαία προϋπόθεση για τον προσδιορισμό της ανθρωπινότητας. Και στη συνέχεια η αυτοαναφορικότητα αποτελεί απαραίτητο λογικό στοιχείο της εαυτότητας. 

Ωστόσο, πέρα από τα λογικά χαρακτηριστικά της, τα όρια του εαυτού τίθενται από την ατομική ανεξαρτησία του ανθρώπου σε σχέση με συστήματα καθορισμού της – ή ακόμη και περιορισμού – όπως είναι το κράτος, οι κοινωνικές τάξεις, αλλά και θεμελιώδη οντολογικά συστήματα – η σωματική υγεία, οι θρησκευτικοί κανόνες ασκητικής κ.ο.κ. Πολλοί πολιτισμοί έχουν  θεσπίσει τελετές για τον προσδιορισμό του εαυτού (τελετές μετάβασης), ενώ ακόμη και στον σύγχρονο πολιτισμό που επικρατεί η ορθολογικότητα, κοινωνικές δομές και θεσμοί, όπως εκπαιδευτικοί οργανισμοί ή εταιρείες, ακολουθούν ιεραρχικά συστήματα που έχουν συνέπεια να καθορίζεται με χαρακτηριστικό τρόπο το υποκείμενο και η έννοια του εαυτού.

Από τις παραπάνω διευκρινίσεις προκύπτουν δύο τρόποι προσδιορισμού του εαυτού, i) ο λογικός και ii) ο εμπειρικός του προσδιορισμός. Στην γνωσιολογία του Locke προσεγγίζεται κυρίως εμπειρικά, δηλαδή μέσω της παρατήρησης και της απόκτησης και επεξεργασίας αισθητηριακών δεδομένων μπορεί να ανακαλυφθεί η ουσία του νου (mind, understanding). Για την ανθρώπινη νόηση ο Locke χρησιμοποιεί τις παρεμφερείς έννοιες ψυχή (soul), νους (mind), εαυτός (self), άνθρωπος (man) και πρόσωπο (person).

Στο δεύτερο βιβλίο του Δοκιμίου για την ανθρώπινη νόηση συζητείται το θέμα της συνείδησης (consciousness) και της επίγνωσης (awareness) σε συνάρτηση με το πρόβλημα της προσωπικής ταυτότητας (personal identity). Η επίγνωση ως συνειδητοποίηση του ποιος/ποια είμαι ανά πάσα στιγμή αποτελεί συνάρτηση της εγρήγορσης (awakeness).  Προφανώς λοιπόν  η εγρήγορση είναι προϋπόθεση της ύπαρξης προσωπικής ταυτότητας. Η κατάσταση του ύπνου επομένως είναι απαγορευτική για την επίγνωση, τη συνειδητότητα και τέλος την προσωπική ταυτότητα του εαυτού. Σύμφωνα με το Δοκίμιο για την ανθρώπινη νόηση:
Στην εν εγρηγόρσει ψυχή (νοητική κατάσταση) διακρίνεται η ύπαρξη δύο καταστάσεων: η κατάσταση της επίγνωσης και η παρουσία συναισθηματικών αντιδράσεων. Η ταυτότητα της ανθρώπινης ύπαρξης προσεγγίζεται ως α), οντολογική ταυτότητα – βάσει του σώματος/ύλης και β), ψυχολογική, βάσει της συνειδητότητας της  ενιαίας και αμετάβλητης ύπαρξής της. Αυτή η τελευταία  μορφή ταυτοποίησης του εαυτού ως ψυχολογικής συνειδητότητας συναρτάται με την επεξεργασία από το νου εσωτερικών κι εξωτερικών εμπειριών.

Η εν κατακλείδι αντίληψη για την ταυτότητα του εαυτού από τον Locke ανάγεται στην έννοια της συνείδησης και στη συνέχεια απαιτεί την έννοια του εαυτού ως προσώπου και όχι ως υλικής ουσίας ή αντικειμενικής οντότητας. Όταν ένας άνθρωπος αναφέρεται στην ταυτότητά του, δεν αναφέρεται σε μια σωματική ταυτότητα, αλλά σε μια ψυχολογική ή εμπειριστική ταυτότητα, που ανάγεται στην συνείδηση. Η δε συνείδηση αποτελεί μια εκδήλωση της ανθρώπινης νόησης, που λέγεται μνήμη, υπό την προϋπόθεση της οποίας μπορώ να είμαι βέβαιη ότι είμαι ο εαυτός μου, εφ’ όσον  δηλαδή θυμάμαι  με βεβαιότητα ποια ήμουν χθες. 

Η θεωρία του Locke για την προσωπική ταυτότητα αναφέρεται σε παραδείγματα πεποιθήσεων που σχετίζονται με την μετενσάρκωση, αλλά και σε προβλήματα σχετικά με την ηθική ευθύνη αλλά και τις εκδηλώσεις του ανθρώπινου ψυχισμού εν γένει, αναζητώντας την λογική ακεραιότητα μιας αμετάβλητης ουσίας στις εναλλαγές και μεταβολές του βίου: πιο συγκεκριμένα, αν ισχύει η μετενσάρκωση της ψυχής σύμφωνα με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις, τίθεται το ερώτημα της ταυτότητας της ψυχής στις διαφορετικές μετενσαρκώσεις της. Ενώ από την άλλη πλευρά ο μόνος τρόπος να συλλάβουμε εμπειρικά την ενότητα της ανθρώπινης ύπαρξης είναι η παρατήρηση και κατόπιν η ανάμνηση των διάφορων δράσεων και καταστάσεών της στη διάρκεια μιας επίγειας ζωής. Η επισκόπηση των ανθρώπινων πράξεων επιτρέπει τον ηθικό προσδιορισμό του υποκειμένου που πράττει ως προς το να δούμε τις πράξεις του ως αποτέλεσμα άσκησης ηθικών επιλογών κι επομένως την αναγκαιότητα συγκρότησης ενός αυτόνομου ηθικού όντος.

Σύμφωνα με την κριτική που ασκήθηκε στη θεωρία του Locke, αυτή εκφράζει μια κυκλικότητα, που την κάνει ασταθή, αφού η μνήμη προϋποθέτει τη συνείδηση, η οποία με τη σειρά της ορίζεται μέσω της μνήμης. 

Από τη σκοπιά της ιστορίας των ιδεών η έννοια της προσωπικής ταυτότητας προϋπάρχει με την έννοια της αθανασίας της ψυχής στον Πλάτωνα ή στο πρόβλημα της ταυτοποίησης του ενός στην προσωκρατική και σωκρατική σκέψη, αλλά και στο θέμα του ηθικού πλαισίου που θέτει νέους όρους στην έννοια του ανθρώπινου εαυτού στην κλασική φιλοσοφία. Η στωική φιλοσοφία εισάγει περαιτέρω την έννοια του αναστοχαστικού εαυτού, του εγώ, που στρέφεται εντός του και συνομιλεί με τον ίδιο του τον εαυτό ως εκδήλωση της σοφής προσωπικότητας.

Από τον Locke και μετά το πρόβλημα της προσωπικής ταυτότητας αποκτά σταθερή αναφορικότητα και σε συνδυασμό με την εμπειριστική γνωσιολογία που υπαγορεύει τη δυνατότητα να ανακαλυφθεί ο νους μέσω παρατήρησης αισθητηριακών δεδομένων, γίνεται κεντρικό θέμα στο πλαίσιο μιας δυναμικής εξέλιξης της νεότερης φιλοσοφίας. Ο εαυτός γίνεται μια δυναμική εξελικτική έννοια στην εγελιανή φιλοσοφία έναν αιώνα αργότερα όπου το εγώ προσδιορίζεται ως ένα ον δυναμικό που εξελίσσεται μέσα στην ιστορική ολότητα, με βάση την ιδεαλιστική διαλεκτική.

Η τοποθέτηση του Locke για την προσωπική ταυτότητα, συνιστά μια εξελιγμένη προσέγγιση του ανθρώπου συγκριτικά με παραδοσιακές θεωρίες όπως η αρχαία περί ψυχής αντίληψη ως πλοηγού  ή  όπως ο καρτεσιανός δυισμός. 

Δεν υπάρχουν σχόλια: