Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2022

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ (142)

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ 

Συνέχεια από Τρίτη, 1η Νοεμβρίου  2022

                                                       Jacob Burckhardt

                                               ΤΟΜΟΣ 2ος

                    ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ:  ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΚΑΙ ΛΑΤΡΕΙΑ

V. ΣΥΝΟΛΙΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΒΙΟΥ -17 

     Με τις επιλογές αυτές συνδέονται επίσης οι πληροφορίες που έχουμε για την «έκθεση-εγκατάλειψη» και την «εξάλειψη-βρεφοκτονία» των νεογέννητων. Σαν έκφραση της πατρικής εξουσίας η οποία κατείχε σημαντική θέση στους Έλληνες, και ακόμη μεγαλύτερη στους Ρωμαίους, το μέτρο αυτό αφορούσε τα τέκνα που ο αρχηγός της οικογένειας δεν ήταν σε θέση να αναθρέψει. Θα μπορούσαμε αρχικά να επικαλεστούμε το μύθο και τις αναφορές του σε νήπια που παρότι εγκαταλείφθηκαν τελικά διασώθηκαν, και σε περιπτώσεις που ένα παιδί εγκαταλείφθηκε, ή θανατώθηκε εξ αιτίας δυσοίωνων, ή απειλητικών προβλέψεων. Πιστεύουμε πάντως ότι αυτός ο γενικά πεσιμιστικός προσανατολισμός ευνόησε σε μεγάλο βαθμό την εγκατάλειψη και την θανάτωση των τέκνων, ότι δηλαδή συνοδεύτηκε από ένα συναίσθημα οίκτου. Ήταν μια συνέπεια της ίδιας αντίληψης που ενθάρρυνε την αυτοκτονία.

Ο μεγάλος αριθμός εγκαταλελειμμένων παιδιών, ακόμα και από εύπορες οικογένειες, επιβεβαιώνεται αδιάψευστα από την τοποθέτηση της υπόθεσης ενός εγκαταλελειμμένου παιδιού στο επίκεντρο της νεώτερης κωμωδίας. Στον Αυτοτιμωρούμενο του Τερέντιου, που αποτελεί στην ουσία προσαρμογή του θεατρικού έργου του Μένανδρου, οι σύζυγοι αλληλοκατηγορούνται εκ των υστέρων σχετικά με μια παρόμοια περίσταση: ο ένας επιθυμούσε να θανατώσει το τέκνο αν ήταν κορίτσι, και ο άλλος το απομάκρυνε εγκαταλείποντάς το, επιβεβαιώνοντας ότι στην αντίληψη τού κοινού επρόκειτο για μια πρακτική. Αργότερα, στα ποιμενικά του Λόγγου, το ίδιο θέμα εμφανίζεται σαν κάτι το αυτονόητο.

Οι νομοθεσίες που απαγόρευαν, περιόριζαν, ή τουλάχιστον προσπαθούσαν να περιορίσουν αυτές τις πρακτικές, αποτελούν εμφανώς εξαιρέσεις. Για παράδειγμα, στη Θήβα, όπως έχουμε αναφέρει, δεν επιτρεπόταν η «έκθεση» ή «η εγκατάλειψη σε έρημο τόπο», ενός παιδιού· αν ο πατέρας ήταν άπορος μπορούσε να παραδώσει το νεογέννητο στις αρχές, οι οποίες το ανέθεταν σε κάποιον έναντι μιας μικρής αμοιβής, ο οποίος αναλάμβανε την ανατροφή του ως δούλου, ενώ με την εργασία που θα του πρόσφερε εξοφλούσε το χρέος της εκπαίδευσής του. Δεν μας λένε όμως τί συνέβαινε όταν δεν προσφέρονταν κανείς. Στην Έφεσο η εγκατάλειψη παιδιών επιτρεπόταν μόνο σε περίοδο λιμού. Ας προσθέσουμε εδώ και τα λεγόμενα του Διονυσίου εξ Αλικαρνασσού – αληθινά ή μη, λίγο ενδιαφέρει – που αναφέρονται στην πρώιμη Ρώμη, με τα οποία επιδιώκει προφανώς, εδώ όπως και σε άλλες περιπτώσεις, να δώσει ένα μάθημα στους δικούς του Έλληνες: «Ο Ρωμύλος φρόντισε για την αύξηση του πληθυσμού της Ρώμης, εκτός των άλλων, και με την εντολή να ανατρέφονται όλοι οι άρρενες και οι πρωτότοκες θυγατέρες, και να μην θανατώνεται κανένα παιδί πριν από την ηλικία των τριών ετών, εκτός αν ήταν ανάπηρο, ή πρόωρο· και σ’ αυτή ακόμη την περίπτωση δεν επιτρεπόταν να εγκαταλειφθεί πριν πιστοποιηθεί η αναπηρία του από πέντε γείτονες».

Οι αρχαίοι Άραβες, πριν από την εποχή του Μωάμεθ, είχαν τη συνήθεια να θανατώνουν τις περισσότερες θυγατέρες τους, και οι νομαδικές φυλές γνώριζαν ασφαλώς τις συνέπειες που θα είχαν για τους θηλυκούς απογόνους τους οι περίοδοι μεγάλης πείνας. Αλλά τα ανάπηρα τέκνα θανατώνονταν σχεδόν σε όλους τους αρχαίους λαούς. Παρ’ όλα αυτά στους Έλληνες, όλα τα παιδιά, εκτός από τα πρωτότοκα, διέτρεχαν αυτόν τον κίνδυνο, και το γεγονός ότι επί αιώνες δεν έγινε καμιά, ή σχεδόν καμία αναφορά σ’ αυτό το ζήτημα, οφείλεται στο ότι όλοι οι συγγραφείς που γνωρίζουμε, όπως για παράδειγμα αυτοί της Ελληνιστικής περιόδου, σπάνια είχαν την δυνατότητα να προσεγγίσουν ένα τέτοιο το θέμα. Στις αρχές της Αυτοκρατορίας (του Μ. Αλεξάνδρου), απαντάται αίφνης στον Πλούταρχο μια πληροφορία που ρίχνει άπλετο φως σε ολόκληρο το παρελθόν: «Οι πένητες δεν ανατρέφουν τα τέκνα τους διότι φοβούνται ότι θα έχουν μια ζωή πολύ χειρότερη απ’ αυτήν που τους αξίζει, υποδουλωμένα, χωρίς μόρφωση, και χωρίς κανένα ενδιαφέρον για το κάλλος, επειδή θεωρούν ότι η ένδεια είναι η χειρότερη μάστιγα, και δεν επιθυμούν να αναλάβουν την ευθύνη να κληροδοτήσουν στα παιδιά τους μια τέτοια βαριά και τρομακτική ασθένεια». Δεν μένει παρά να αναρωτηθούμε ποια έκταση θα δώσουμε σ’ αυτή τη δήλωση· δεν πρόκειται ασφαλώς μόνο για την περιοχή της Χαιρώνειας, ή της Βοιωτίας, αλλά πιθανότατα για ολόκληρη την ελληνική επικράτεια, και ίσως να περιλαμβάνονται ακόμη και απομακρυσμένες επαρχίες της τότε Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Παράλληλα όμως με αυτές τις παρατηρήσεις αναδεικνύεται και πάλι με αρκετή ευκρίνεια η νοοτροπία του πεσιμισμού, παρότι στη συγκεκριμένη περίπτωση αφορά σε μια ορισμένη κοινωνική τάξη.

Αλλά και μέσα στην ίδια την οικογένεια, όταν αποκτήσει τις ρίζες της, καραδοκεί η οδύνη του αποχωρισμού, δηλαδή ο θάνατος. Στον Ιππόλυτο του Ευριπίδη η τροφός πιστεύει ότι οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων θα έπρεπε να μπορούν να διαλύονται εύκολα, ώστε να μην βασανίζονται δύο προς χάριν ενός, και παρότι μοιάζει να αναφέρεται στη σχέση της με την Φαίδρα, μπορούμε να διακρίνουμε την ένδειξη ενός συναισθήματος που βιώθηκε τραυματικά στους κόλπους της γονικής σχέσης. Ας ακούσουμε επίσης πώς βιώνει η βασίλισσα την εμπειρία αυτού του κόσμου: «Μέσα στις ατέλειωτες νύχτες», δεν είναι πλέον το «αν», αλλά το «γιατί» της πανταχού παρούσης δυστυχίας που αναλογίζεται, την προέλευση της οποίας τοποθετεί εν μέρει στις σχέσεις μεταξύ ανθρώπων.

Υπήρξαν όμως σημαντικά πρόσωπα που όταν έχασαν ένα γυιό με πρόωρο θάνατο, και μάλιστα βίαιο, αρκέστηκαν να πουν: «γνώριζα ότι έφερα στον κόσμο έναν θνητό». Το πληροφορούμεθα από τον Αναξαγόρα, τον Περικλή, τον Ξενοφώντα, τον Δημοσθένη, το βασιλέα Αντίοχο και άλλους, διατυπωμένο με τους ίδιους ακριβώς όρους, και στην περίπτωση ακόμη που τα ίδια λόγια επαναλαμβάνονται απλώς από κάποιον άλλο, δεν παύουν να αποτελούν επιβεβαίωση του ότι πρόκειται για μια γενική και απόλυτα αποδεκτή για την εποχή αντίληψη. Η δήλωση αυτή ερμηνεύεται συνήθως ως απόδειξη ισχυρού χαρακτήρα, αλλά αποδίδεται επίσης και σε ευφυείς ανθρώπους, που συναισθάνονταν τόσο έντονα την ματαιότητα της ύπαρξης, ώστε να αναγνωρίζουν στα τέκνα τους την ευδαιμονία της ανυπαρξίας. Οι έντονοι και παταγώδεις πένθιμοι θρήνοι που εκδηλώνονται κυρίως στους πρώιμους χρόνους, δεν απηχούν μιαν οδύνη για τον ίδιο το νεκρό, αλλά τη θλίψη του αποχωρισμού που βιώνουν οι επιζώντες. Ο Σιμωνίδης από την Αμοργό μας λέει ότι: «Αν ήμασταν σώφρονες δεν θα αφιερώναμε τις σκέψεις μας στους νεκρούς πέραν της μιας μέρας». Στη νήσο Κέα, στην οποία θα αναφερθούμε πάλι σύντομα, οι άνθρωποι δεν πενθούσαν, δεν απέκοπταν την κόμη τους, ούτε άλλαζαν την ένδυσή τους· μόνο η μητέρα που είχε χάσει πρόωρα τον γυιό της πενθούσε για ένα έτος.

Λαμβάνοντας υπόψη τις αντίξοες συνθήκες του βίου κατανοούμε γιατί πολλοί άνθρωποι αποδέχονταν ευκολότερα τον πρόωρο θάνατο απ’ ότι οι σύγχρονοι λαοί· γινόταν επιθυμητός στο βαθμό που προλάμβανε έτσι κανείς την απώλεια των αγαθών και της υγείας του, και αρκετοί είναι αυτοί που αποφάσιζαν να απαρνηθούν, υπό αυτές τις προϋποθέσεις, την ίδια τη ζωή. Το να πεθάνει κανείς αιφνίδια, εξ αιτίας ενός σημαντικού τυχαίου γεγονότος, θεωρείτο μεγάλη εύνοια , διότι έτσι έκλεινε το δρόμο στο φθόνο, τόσο των θεών όσο και των ανθρώπων. Η ηρωίδα της Νάξου Πολυκρίτη, αφού έσωσε την πατρίδα της από τους Μιλήσιους, δεν άντεξε την θριαμβευτική υποδοχή που της επεφύλαξαν οι συμπολίτες της και κατέρρευσε από τη συγκίνηση μπροστά στην πύλη εισόδου της πόλης· κατ’ άλλους συνθλίφτηκε από το πλήθος που την επευφημούσε πετώντας της στεφάνια και γιρλάντες· κηδεύτηκε επί τόπου και το μέρος ονομάστηκε «βασκάνου τάφος», διότι μαζί με την Πολυκρίτη ενταφιάστηκε έγκαιρα και ο επερχόμενος φθόνος.

Εκτός από την δική τους ροπή προς την απαισιοδοξία, λέγεται ότι οι Έλληνες είχαν γνώση και του πεσιμισμού μεγάλου αριθμού βαρβαρικών λαών. Θα αποφύγουμε εδώ να αναφερθούμε συγκεκριμένα στα έθνη της Ανατολής και τις θεωρίες τους για ένα κόσμο της οδύνης, που δημιουργήθηκε από θεϊκό λάθος ! Στις μακρινές χώρες του Βορρά και της Δύσης, στους Κίμβρους, τους Κιμμέριους κ.λ.π. οι λαοί τους γνώριζαν τουλάχιστον τις δόξες της μάχης, που παραμέριζαν τον φόβο του θανάτου, ενώ θλίβονταν μόνο για όσους πέθαιναν στην κλίνη τους. Αλλά σχετικά με πλησιέστερους λαούς μπορούμε να αναφερθούμε στις περιγραφές του Ηρόδοτου: οι Τραύσοι της Θράκης θρηνούσαν για τα νεογέννητα, ενώ κήδευαν τους νεκρούς τους σε ατμόσφαιρα γενικής ευφροσύνης, διότι κατ’ αυτούς θα απολάμβαναν στο εξής την απόλυτη ευδαιμονία απαλλαγμένοι από όλα τα δεινά· οι Θράκες, που κατοικούσαν βόρεια των Κρηστώνων, μετά το θάνατο ενός άνδρα επέλεγαν την πλέον αγαπημένη του σύζυγο, και αφού όλοι οι άνδρες και οι γυναίκες έπλεκαν το εγκώμιό της, ο πλέον κοντινός συγγενής της την σφαγίαζε πάνω στο μνήμα του συζύγου της. Σημειώνουμε εδώ ότι δεν επρόκειτο για μιαν απαίτηση του νεκρού συζύγου, διότι τότε θα έπρεπε να την θανατώσει ένας δικός του συγγενής, αλλά για μιαν εύνοια προς τη σύζυγο. Πιστεύουμε επίσης ότι κάποιοι απολύτως βάρβαροι λαοί του Καυκάσου είχαν τις ίδιες αντιλήψεις με αυτές που απηχούν οι στίχοι του Κρεσφόντη στον Ευριπίδη: ο θρήνος συνοδεύει την έλευση στον κόσμο ενός νεογέννητου για τη δυστυχία που θα γνωρίσει στη ζωή του, και οι επευφημίες την κηδεία του νεκρού για την απαλλαγή του από τις θλίψεις.

(συνεχίζεται)

Δεν υπάρχουν σχόλια: