Δευτέρα, 22 Ιουλίου 2013

Κβαντική φυσική και διαλεκτικός υλισμός (5)

Συνέχεια από : Πέμπτη, 18 Ιουλίου 2013
Ο επαναπροσανατολισμός της σοβιετικής κριτικής
Θεωρία της Σχετικότητας β
Από το βιβλίο «Φιλοσοφία και θετικές επιστήμες στην Σοβιετική Ένωση», εκδόσεις Rowohlt, 1958
του Gustav A. Wetter
Παλαιότερες κριτικές των Σοβιετικών στην θεωρία της σχετικότητας

Ο κύριος εκπρόσωπος εκείνων των σοβιετικών φιλοσόφων που είχαν εκφράσει την απόρριψη τους προς την θεωρία της σχετικότητας, ήταν ο ίδιος εκείνος A.A. Maksimow, που στην διαμάχη για την κβαντική φυσική είχε εκτοπίσει τον Markow από την θέση του αρχισυντάκτη (ήταν ο πρώτος αρχισυντάκτης του περιοδικού) της Woprossy filossofii. Οι αντιρρήσεις του Maksimow στην θεωρία της σχετικότητας είναι χαρακτηριστικές. Το ότι η τροχιά ενός αντικειμένου παριστά κάτι ανεξάρτητο από κάθε σύστημα αναφοράς (δηλαδή κάτι απόλυτο) θέλει να το ενισχύσει από το γεγονός, πως ένας μετεωρίτης που πέφτει στην γη και τρυπά ένα διάδρομο μέσα στη γη ο οποίος απεικονίζει την μορφή της τροχιάς που είχε. Για να καταλήξει σε μια απόλυτη τροχιά, ο Maksimow θεωρεί ως πραγματική τροχιά του σώματος, εκείνη την οποία το σώμα διαγράφει αναφορικά προς το περιβάλλον του. Υποστήριξε επίσης την αντικειμενικότητα των διαστάσεων και των χρονικών διαστημάτων και της ταύτισης των χρόνων των δυο ρολογιών. Το σφάλμα του Einstein όσον αφορά στο τελευταίο ερώτημα, είναι πως χρησιμοποίησε ως μοναδική μέθοδο για την μέτρηση του χρόνου απλώς το σύστημα αναφοράς. Τα σώματα όμως τα οποία είναι υπό παρατήρηση βρίσκονται έξω από το σύστημα αναφοράς. Ο χρόνος όμως θα μπορούσε να προσδιοριστεί και στην βάση των σταδίων εξέλιξης κάποιου συστήματος αναφοράς, όπως για παράδειγμα από την ποσότητα των προϊόντων διάσπασης ενός ραδιενεργού υλικού, ή βάσει των σταδίων εξέλιξης φυτών και ζώων...  Τα δοκίμια των Kusnezow και Steinman που αναφέρονται στην θεωρία της σχετικότητας, και εκδόθηκαν το 1952 στον συλλογικό τόμο «Φιλοσοφικά ερωτήματα της μοντέρνας φυσικής», είναι γραμμένα στο ίδιο πνεύμα.
Η συζήτηση περί της θεωρίας της σχετικότητας
Σε κάποια στιγμή όμως, ζούσε ακόμα ο Στάλιν, παρουσιάστηκε κάποια αντίδραση προς μια τόσο απλοϊκή απόρριψη της σχετικότητας. Επειδή η ειδική θεωρία της σχετικότητας είχε επιβεβαιωθεί με λαμπρότητα, ήταν αναγκαίο να αλλάξει η σχέση προς την θεωρία. Ολόκληρη η μοντέρνα ατομική φυσική δεν νοείται χωρίς την εξίσωση Ε=mc2. Το 1951, το περιοδικό Woprossy filossofii, είχε ξεκινήσει την συζήτηση περί της θεωρίας της σχετικότητας με το άρθρο του νεαρού Εσθονού φυσικού G. I. Naan.
Εκτός από τον Maksimow πίστευαν και άλλοι Σοβιετικοί διανοούμενοι ότι για χάριν του διαλεκτικού υλισμού πρέπει να επιμείνουν στην θέση πως η τροχιά και η θέση ενός σώματος είναι απόλυτα μεγέθη. Παράδειγμα αποτελούν ο B.G.A Kursanow και ο V. Stern, ένας Γερμανός συγγραφέας κάτοικος σοβιετικού εδάφους, ο οποίος είχε συχνά τοποθετηθεί επί θεμάτων που αφορούν στην φυσική φιλοσοφία, είχε και στην περίπτωση αυτή αναμειχθεί. Και ο D.I. Blochinzew θεωρεί πως το ερώτημα περί της απόλυτης κίνησης δεν είναι ανόητο, αφού τα αδρανειακά συστήματα είναι στην πραγματικότητα απλώς προσεγγίσεις. Ο ίδιος θεωρεί πως η απόλυτη κίνηση είναι η κίνηση σε σχέση προς το «πιο αδρανειακό από όλα τα συστήματα», και η επιστήμη προχωρά προς την ανακάλυψη του.
Η απλοϊκή αντιμετώπιση της σχετικότητας από τους Maksimow, Kusnezow κ.α, έδωσαν σε άλλους σοβιετικούς φιλοσόφους και προπάντων μαθηματικούς μια ισχυρή ώθηση: όπως για παράδειγμα οι B. J. P.Basarow, W. A. Fok και ο ήδη αναφερθείς μαθηματικός A. D. Aleksandrow. Θα ήταν υπερβολικό να περιγράψουμε λεπτομερέστερα την πορεία της συζήτησης. Η συζήτηση είχε λήξει με το πρώτο τεύχος του έτους 1955 του περιοδικού Woprossy filossofii, όπου η εκδοτική ομάδα είχε δημοσιεύσει μια συμπερίληψη των κειμένων, υποστηρίζοντας εμφανώς τις θέσεις των τελευταίων κριτικών. Κατηγόρησαν τον Maksimow για «βάρβαρη» και «υποκειμενική» στάση, που τον οδήγησε σε «μηδενιστικές απόψεις περί μιας από τις σημαντικότερες θεωρίες της μοντέρνας φυσικής». Αυτός ήταν μάλλον και λόγος για τον οποίο ο Maksimow δεν ήταν πια μέλος της εκδοτικής επιτροπής του περιοδικού, ενώ ο Aleksandrow, αλλά και ο Kusnezow είχαν προσληφθεί.
Η κυρίαρχη φιλοσοφική ερμηνεία στην σοβιετική φιλοσοφία σήμερα
Απ’ ότι φαίνεται, οι θέσεις των W. A. Fok και A. D. Aleksandrow είναι οι πιο αναγνωρισμένες σήμερα. Αυτοί οι δυο συνέγραψαν το άρθρο «Θεωρία της Σχετικότητας» για την «Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια». Για τον λόγο αυτό βασιζόμαστε για την έκθεση του θέματος μας στα γραπτά αυτών των δυο.
Σύμφωνα με τον Aleksandrow, η θεωρία της σχετικότητας δεν είναι μια καθαρά γεωμετρική θεωρία, αλλά μια φυσική. Αυτή ασχολείται με τον χώρο και τον χρόνο, και βάσει του διαλεκτικού υλισμού, αυτά τα δυο είναι τρόποι ύπαρξης της ύλης. Οι χωρικές και χρονικές συσχετίσεις των φαινομένων καθορίζονται λοιπόν από τις υλικές συσχετίσεις των αντικειμένων.
Η ουσία της σχετικότητας σύμφωνα με τον Aleksandrow δεν βρίσκεται στην γενίκευση της αρχής της σχετικότητας, αλλά στην αποκάλυψη της ενότητας χώρου και χρόνου: «Η ουσία της σχετικότητας βρίσκεται στο ότι καταδεικνύει την συσχέτιση μεταξύ χώρου και χρόνου. Ο χώρος και ο χρόνος ενώνονται σε μια κοινή μορφή ύπαρξης της ύλης, τον χώρο-χρόνο». Από μόνα τους, είναι ο χώρος και ο χρόνος απλώς σχετικές, χωρίς να παύουν να είναι αντικειμενικές, όψεις του απόλυτου χώρο-χρόνου. Στην σύγχυση του «σχετικού» με το «μη αντικειμενικό» βλέπει ο Aleksandrow την ρίζα της σύγχυσης στην διαμάχη περί της θεωρίας της σχετικότητας. Ο διαχωρισμός του χωροχρόνου σε χώρο και χρόνο δεν είναι καθορισμένος, αλλά εξαρτάται από το σύστημα αναφοράς.
Ο Aleksandrow δεν κατανοεί το σύστημα αναφοράς ως «ένα είδος αναπαράστασης», ως φανταστικό δίκτυο συντεταγμένων, το οποίο ο παρατηρητής τοποθετεί στον έξω κόσμο, όπως το κατανόησαν οι Eddington και Terlezki. Αυτός το θεωρεί μια αντικειμενική-πραγματική οργάνωση των αντικειμένων και διαδικασιών του κόσμου, που όλα τους βρίσκονται με διαφορετικό τρόπο σε πραγματική σχέση το ένα με το άλλο. Για τον λόγο αυτόν, κάθε σώμα εμφανίζεται ως «σώμα αναφοράς». Η συνηθισμένη αναπαράσταση ενός γεγονότος με τις τρεις χωρικές συντεταγμένες x, y και z, και την χρονική συντεταγμένη t, είναι απλώς μια αφηρημένη αναπαράσταση της αντικειμενικής οργάνωσης των γεγονότων στο χώρο και τον χρόνο.
Επίσης την ουσία της γενικής θεωρίας της σχετικότητας βλέπουν οι σοβιετικές ερμηνείες όχι στην γενίκευση της αρχής της σχετικότητας, αλλά στην διαπίστωση, πως η χωροχρονική ενότητα, την οποία είχε καταδείξει η ειδική θεωρία, δεν είναι ομοιογενής, αλλά η μετρική της εξαρτάται από κατανομή και κίνηση της ύλης. Η γενική σχετικότητα λέει πως η εξάρτηση αυτή εμφανίζεται στην βαρύτητα, παριστάνει κατά κάποιο τρόπο τον «γεωμετρικό τόπο» του βαρυτικού πεδίου, και με τον τρόπο αυτό δίνει μια εξήγηση του νόμου της βαρύτητας. Ο W.A. Fok απορρίπτει την μετάβαση του Einstein από της ειδική στην γενική σχετικότητα (εφαρμογή δηλαδή της αρχής της σχετικότητας στην επιταχυνόμενη και κυκλική κίνηση, ενώ ορίστηκε για την ευθύγραμμη και σταθερής ταχύτητας κίνηση). Προσπαθεί δε να καθορίσει την συσχέτιση των δυο θεωριών, με βάση την εξίσωση που περιγράφει την εξάπλωση του μετώπου ενός κύματος φωτός.
Επιβεβαιώνει τον διαλεκτικό υλισμό η θεωρία της σχετικότητας;
Η σημασία για την φιλοσοφία του διαλεκτικού υλισμού, την οποία οι σοβιετικοί διανοούμενοι αποδίδουν στην θεωρία της σχετικότητας, η οποία έχει ερμηνευθεί με τον παραπάνω τρόπο, μπορεί να συμπεριληφθεί στα εξής σημεία:
Κατά πρώτον, «επιβεβαιώνει λαμπρά» τις θεμελιώδεις αρχές του διαλεκτικού υλισμού: προπάντων την διδασκαλία του περί χώρου και χρόνου ως μορφών ύπαρξης της ύλης. Η διδασκαλία αυτή, η οποία συμπληρώθηκε από την τοποθέτηση, πως η χωροχρονική ενότητα θα πρέπει να θεωρηθεί μια ενιαία μορφή ύπαρξης της ύλης. Η αποκάλυψη της συσχέτισης του χώρου με τον χρόνο, της μάζας με την ενέργεια, κτλ., αποτελεί επιβεβαίωση της διδασκαλίας του διαλεκτικού υλισμού περί αλληλοσυσχέτισης και αλληλεξάρτησης όλων των φαινομένων. Η διαπίστωση της συσχέτισης μάζας και ενέργειας όπως και της εξάρτησης της μετρικής του χωροχρόνου από παρουσία και κίνηση της ύλης, είναι επιβεβαίωση της διδασκαλίας περί του αχώριστου της ύλης από την κίνηση κτλ.
Αν και οι σοβιετικοί φιλόσοφοι θεωρούν την ως άνω συσχέτιση μάζας με την ενέργεια ως επιβεβαίωση του διαλεκτικού υλισμού, απορρίπτουν με μεγάλη βία την ερμηνεία του τύπου E=mc2, όπου αυτός ο τύπος σημαίνει πως η μάζα μπορεί να μετατραπεί σε ενέργεια, ή όπως υποστηρίζουν οι «φυσικοί ιδεαλιστές» και ενεργητιστές, πως η ύλη μπορεί να μετατραπεί σε ενέργεια, και με τον τρόπο αυτό να εξαφανιστεί. Στο θέμα αυτό θα αναφερθούμε λεπτομερώς παρακάτω.
Όλοι οι σοβιετικοί φιλόσοφοι δίνουν μεγάλη σημασία στο ερώτημα περί της ισότητας όλων των συστημάτων αναφοράς, βάσει της οποίας, ο Κοπέρνικος και ο Πτολεμαίος είχαν στον ίδιο βαθμό δίκαιο. Ο Aleksandrow θεωρεί πως το «σφάλμα» του Einstein ήταν το ότι θεώρησε την γενική θεωρία της σχετικότητας ως μια γενίκευση της ειδικής θεωρίας. Ο λόγος για τον οποίο δίδεται τόση σημασία στο ερώτημα αυτό έχει να κάνει με την κοσμοθεωρία: πέφτει κανείς στον αναχρονισμό, ότι μια θρησκευτική κοσμοθεωρία ισχύει και καταρρέει με το γεωκεντρικό σύστημα.
Το ίδιο κοσμοθεωρητικό υπόβαθρο εξηγεί την συμφωνία των σοβιετικών φιλοσόφων από όλα τα στρατόπεδα, όταν απορρίπτουν τα συμπεράσματα που προκύπτουν από την γενική θεωρία και την διδασκαλία της περί καμπύλωσης του χώρου, στα οποία συμπεράσματα ο Einstein έφτασε με την βοήθεια μιας επιπρόσθετης υπόθεσης: το ότι δηλαδή το σύμπαν είναι απεριόριστο αλλά όχι άπειρο, όπως και η επιφάνεια της σφαίρας δεν έχει όριο αλλά δεν είναι και άπειρη. Από το γεγονός πως το σύμπαν είναι χωρικά πεπερασμένο, οι σοβιετικοί φιλόσοφοι συμπεραίνουν πως έχει και μια χρονική αρχή, πράγμα που προϋποθέτει και την δημιουργία του κόσμου. Αυτό όμως θα οδηγούσε στην απόρριψη του διαλεκτικού υλισμού.
Τέλος να επισημάνουμε την ενδιαφέρουσα εργασία του A.I. Ujemow: «Είναι δυνατόν να αλληλεπιδρά με την ύλη το χωροχρονικό συνεχές;» Ο Ujemow υποστηρίζει πως ο χωροχρόνος και η ύλη αλληλεπιδρούν όπως αλληλεπιδρά η μορφή με το περιεχόμενο. Με την τοποθέτηση του αυτή πλησιάζει στον αριστοτελικό υλομορφισμό, ο οποίος θεωρεί πως όλα τα υλικά πράγματα αποτελούνται από δυο ουσιώδεις αρχές, την ύλη και την μορφή. Αυτό όμως που ο Αριστοτέλης ισχυρίζεται για το κάθε πράγμα ξεχωριστά, ο Ujemow το μεταφέρει στο σύμπαν ως όλο, όπου ο χωροχρόνος παίζει τον ρόλο της μορφής και η ύλη του περιεχομένου, βάσει της αριστοτελικής ορολογίας περί «ύλης», όπου το σύμπαν εμφανίζεται ως μια ουσία.
Η έκθεση μας είχε ως σκοπό να καταδείξει τους δρόμους που πήρε η σοβιετική φιλοσοφία στην ερμηνεία της θεωρίας της σχετικότητας. Δεν μπορούμε να έχουμε με κανένα τρόπο την απαίτηση πως εξαντλήσαμε το θέμα με την εργασία αυτή. Όπως και στην περίπτωση της κβαντικής φυσικής, μας ενδιέφερε το ερώτημα εάν η θεωρία της σχετικότητας επιβεβαιώνει πράγματι τον διαλεκτικό υλισμό.
Κατ’ αρχάς είναι ενδιαφέρουσα η διαπίστωση, πως στην αρχή η θεωρία της σχετικότητας είχε απορριφθεί λόγω διαλεκτικού υλισμού, και ότι χρειάστηκε αρκετός χρόνος, ώστε να αναγνωρίσουν σε αυτήν την επιβεβαίωσή του. Αυτό οδηγεί στην υποψία πως η επιβεβαίωση αυτή δεν είναι εντελώς σαφής. Πρόκειται μάλλον για επιβεβαίωση ορισμένων θέσεων, που ο διαλεκτικός υλισμός έχει, και που είναι κοινές και σε άλλα φιλοσοφικά συστήματα. Δεν μιλούμε βέβαια για αμπελοφιλοσοφίες όπως αυτή του Στάλιν, πως όλα τα πράγματα στον κόσμο συσχετίζονται. Το ότι η θεωρία αυτή δεν λέει τίποτα περί του θεμελιώδους αξιώματος του διαλεκτικού υλισμού, πως στον κόσμο δεν υπάρχει τίποτε άλλο εκτός από την ύλη, είναι αυτονόητο. Το ερώτημα αυτό δεν μπορεί να λυθεί με τα μέσα που διαθέτει η φυσική. Είναι ένα καθαρά φιλοσοφικό ερώτημα.
Συνεχίζεται
Αμέθυστος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...