Πέμπτη, 22 Ιουνίου 2017

Περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος Λόγος Δεύτερος (29)-τελευταίο

ΠΕΡΙ ΕΚΠΟΡΕΥΣΕΩΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ 
ΛΟΓΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ
Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΞΕΧΑΣΑΝ ΟΙ ΘΕΟΛΟΓΟΥΝΤΕΣ


Συνέχεια από: Δευτέρα, 19 Ιουνίου 2017

Επιπλέον δε δεν είπε κανείς ότι το άγιον Πνεύμα αποστέλλεται δι’ Υιού και εξ Υιού χωρίς χρονική προσθήκη ή αιτία, παρά μόνο επισημαίνοντας πάντοτε ενέργεια, κατά την οποία ήταν αδύνατον να έλθει προς εμάς πριν από εμάς. Εάν δε κάπου είπαν (οι θεόσοφοι πατέρες) και χωρίς να επισημάνουν, το είπαν αφού έπραξαν τούτο πολλάκις. Έπειτα δεν κατανοείς τούτο, ω υπέρσοφε, συ ο οποίος καυχάσαι στα υπέρμετρα, ότι πολλά από τα λεγάμενα στην θεία Γραφή, κατά μεν την σύνταξη των λέξεων είναι εν, κατά δε την έννοια και το πράγμα δεν είναι εν; Αυτό το πράγμα κυρίως προκάλεσε τούς αιρετικούς την πλάνη, μη μπορώντας να διακρίνουν το μεν στην σύνταξιν των λέξεων εν, το δε στα πράγματα όχι εν, όπως φρονεί και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος.

Διότι στους σοφούς κατά τα θεία και μεμυημένους στο θείο Πνεύμα είναι σαφές τούτο, ότι, όταν το Πνεύμα λέγεται εξ αμφοτέρων, Πατρός και Υιού, ή εκ Πατρός δι’ Υιού, αν και συνάγεται από τον λόγον, όμως αποκρούεται από το πράγμα. Και προς μεν τους αποξενώνοντες το Πνεύμα από τον Υιό δεόντως θα μπορούσαμε να εκφρασθούμε έτσι συνημμένως, διαχειρισμένοι τους λόγους κατά κρίσιν, στους οικειωθέντες δε τον Θεόν διά της γνώσεως ότι το Πνεύμα είναι ίδιον του Υιού θα αποκαλύψουμε μετ’ ακριβείας εκάτερον, ότι το Πνεύμα εκ Πατρός μεν έχει προ πάντων των αιώνων την υπαρκτική πρόοδο, ενυπάρχον δε εις τον Υιό αιωνίως προήλθε εξ αυτού εις την φανέρωσιν δι’ ημάς και μεθ’ ημάς κατά προέλευση εκφαντική (αποκαλυπτική) και όχι υπαρκτική.

Αλλά και ο Υιός, λέγει, είναι εις το Πνεύμα. Βεβαίως, γι’ αυτό και είναι εκφαντικόν αυτού το Πνεύμα, και αποστέλλεται και παρ’ αυτού όχι μόνον ως άνθρωπος, αλλά και ως Θεός κατά τον θεολόγο Γρηγόριον, και μορφώνεται μέσα στις καρδίες των πιστών και ενοικεί και οράται δι’ αυτού. Διότι στους θησαυρούς ο θείος Κύριλλος λέγει «Χριστού είναι το Πνεύμα, καθ’ όσον ο θείος Λόγος ενοικίζεται σε εμάς διά Πνεύματος». Δεν λέγεται δε ότι γεννάται, επειδή το γεννώμενο λέγεται πάντοτε και είναι υιός του γεννήσαντος και ο γεννών πάντοτε πατήρ. Το δε εκπορευόμενο επί του Θεού, όπως είπαμε προηγουμένως, δεν είναι απλώς ούτε μόνον του άγιου Πνεύματος· αλλά το μεν δηλωτικό προαιώνιου και υπαρκτικής προόδου -ετεροτρόπου της γεννήσεως του Υιού εκ του Πατρός- είναι μόνον του άγιου Πνεύματος· η δε εκ του αποκρύφου φανέρωσις και παρρησίασις και γνωστοποίησις της οικείας δυνάμεως διά των επιτελουμένων θαυμασίων έργων δεν είναι μόνον του Αγίου Πνεύματος, αλλ’ είναι και αυτού· διότι, λέγει ο προφητικότατος μεταξύ των βασιλέων, «Θεέ, κατά την εκπόρευσίν σου εν το μέσον του λαού σου, κατά την διάβασή σου διαμέσου της έρημου, η γή εσείσθη».

Και όταν λοιπόν εφανερώνετο την παλαιά εποχή ο Πατήρ και εθαυματοποίει δια του Μωυσέως, κατά τον θεολογικώτατο Γρηγόριο έγινε ο πρώτος σεισμός, οπότε μετετέθησαν οι Εβραίοι από την προσκύνηση των ειδώλων προς την αμυδρά μεν, αληθινή δε θεογνωσία. Αλλά και επί του Υιού και του αγίου Πνεύματος έγινε ο δεύτερος σεισμός, οπότε οι μεν Ιουδαίοι μεταρρυθμίζονταν από τον νόμο προς το Ευαγγέλιο, παν δε έθνος εκαλείτο προς την ευαγγελιζομένη κοινωνία της θεώσεως. Αλλά και όταν ο Υιός διάβαινε μόνος διά του Σταύρου στην αληθινή έρημο, τον θάνατο και τον άδη, και εφανερώνετο εν το μέσον του λαού των Ιουδαίων, η γή εσείσθη και αισθητώς διά της θεοσημίας εκ των ουρανών. Βλέπεις ότι με αυτή τη σημασία το εκπορευόμενο δεν είναι μόνον του Πνεύματος, αλλά κοινό στοιχείο του Πατρός, του Υιού και του Πνεύματος; Αλλ’ αυτή η εκπόρευση είναι υστερογενής και υπό χρόνον· διότι λέγει «εν τω λαώ». Εάν δε είναι εν τω λαώ, είναι και μετά τον λαό.

Άρα καλώς είπαμε ότι το εκπορευόμενο επί του αγίου Πνεύματος δεν δηλώνει πάντοτε την έκ του Πατρός προαιώνιο ύπαρξη, αλλά ενίοτε και την ύστερη φανέρωσιν, κατά την οποία και ο Υιός θα κοινωνήσει με τον Πατέρα, πράγμα το όποιον δεικνύει σαφώς και ο θείος Κύριλλος λέγοντας ότι «ο Υιός αναπηγάζει προς εμάς το Πνεύμα εκ της φύσεώς του». Διότι προσθέτοντας το «προς εμάς», επιτρέπει να κατανοήσουμε το έγχρονο της μεταδόσεως. Και ο Ιωήλ, προκαταγγέλλοντας ότι το πηγαζόμενο από τον Πατέρα και τον Υιό είναι ενέργεια και δωρεά του θείου Πνεύματος, μάλλον δε διά τούτου ο Θεός, δεν λέγει «θα εκχύσω το Πνεύμα μου», αλλά «θα εκχύσω από το Πνεύμα μου». Όπως δηλαδή λέγει και ο Χρυσόστομος πατήρ, «λέγει το μέρος της ενεργείας· διότι ο Παράκλητος δεν μερίζεται». Ο δε κορυφαίος των Αποστόλων πολλαχού, μάλλον δε πανταχού, την εκχυθείσα τότε προς αυτούς δύναμιν καλεί δωρεάν. Και ο Χρυσούς πάλι θεολόγος λέγει: «δεν εκχύνεται ο Θεός, αλλά η χάρις».

Άρα δεν θα δεχθούμε δια ταύτα ότι το Πνεύμα εκπορεύεται εκ του Πατρός και του Υιού· διότι, αν συνετάσσομε αυτό με τους λαβόντες διά του Υιού το είναι, θα το ατιμάζαμε μάλλον παρά θα το δοξάζαμε. Επομένως δεχόμεθα ότι εκπορεύεται εκ του Πατρός μόνον ιδιοτρόπως και προαιωνίως, όπως και ο Υιός γεννάται· και έτσι φρονούντες, συνδοξάζουμε αυτό και συμπροσκυνούμε τον Υιό και τον Πατέρα.

Και δηλώνοντες τούτο οι θεόσοφοι Πατέρες, συνδύασαν στο σύμβολο της ορθοδοξίας την έκ του Πατρός εκπόρευση του Πνεύματος και τον συνδοξασμό του με τον Πατέρα και τον Υιό, διατυπώσαντες συνημμένως και παραδώσαντες αυτά, ώστε οι μη πιστεύοντες ότι το άγιον Πνεύμα εκπορεύεται εκ μόνου του Πατρός, καθώς και ότι αναμφιβόλως ο Υιός γεννάται, δεν δύνανται ούτε να συμπροσκυνούν με εκείνα το Πνεύμα, θεωρούμενο σε ιδιαιτέρα υπόστασιν.

Πράγματι αν ήταν πάντοτε κοινό σε αυτά ώστε από αυτά (τον Πατέρα και τον Υιό) να γίνεται η εκπόρευσις του Πνεύματος, απλή ενέργεια θα ήταν το Πνεύμα και όχι σε υπόστασιν· διότι ό,τι είναι σε αυτά κοινό, είναι μόνον ενέργεια. Είναι λοιπόν σε αυτά κοινό ως ομοούσιο, αλλά δεν είναι πάντοτε σε αυτά κοινό ως προερχόμενο εξ αμφοτέρων· αν και τώρα επ’ εσχάτου των αιώνων έχει εκχυθεί εξ αμφοτέρων, θα προσθέσω δε ότι και παρ’ εαυτού· διότι εκχέεται αυτεξουσίως προς εμάς. Άλλωστε και προς τον Υιό έχει λεχθεί κατά προφητικό τρόπο, «Υιός μου είσαι, εγώ σε εγέννησα σήμερον». Αλλά γνωρίζομε ότι η γέννησις αυτή είναι έγχρονος (υπό χρόνον). Μήπως δε στην γέννησιν αυτή δεν συνειργάσθη και το Πνεύμα, με το όποιο εχρίσθη κατά το βάπτισμα το από εμάς ανειλημμένο φύραμα του Υιού και χρισθέν εφανερώθη, ότι και προ του βαπτίσματος είχε γίνει ομόθεο το φύραμα, επειδή και κατ' αρχήν ο Υιός του Θεού «εσαρκώθη εκ Πνεύματος άγιου και Μαρίας της Παρθένου», κατά το γεγραμμένον;

Άραγε λοιπόν εξ αιτίας της εγχρόνου (υπό χρόνον) ταύτης γεννήσεως θα πεις ότι ο Υιός εγεννήθη εκ του Πατρός και εκ του Πνεύματος προ αιώνων; Ίσως φυσικά θα το πεις σύ, ο οποίος πορίζεσαι την περί Θεού γνώσιν με λογικές μεθόδους και στοχάζεσαι εκ των ύστερων -όπως λέγεις ο ίδιος- γεγονότων τα προαιωνίως όντα˙ αλλά θα μπορούσες να προσαγάγεις σε εμάς και μάρτυρα αξιολογώτατο τον ίδιον τον Υιόν λέγοντα διά του προφήτου, «ο Κύριος με απέστειλε και το Πνεύμα αυτού»˙ διότι και τούτο ιδικόν σου είναι, το να νομίζεις ταυτόν την αποστολή και τον τρόπον υπάρξεως. Πέραν δε αυτού θα χρειασθείς και θα παρερμηνεύσεις επίσης τον μέγαν Παύλο, και μάλιστα εθελουσίως και εθελοκακών ή αγνοών και μη ομολογών. «Σε άλλον, λέγει εκείνος, διά του Πνεύματος δίδεται λόγος σοφίας, σε άλλον δε λόγος γνώσεως». Αλλά και ο Χριστός ενοικεί στις καρδιές των δοκίμων, πάντως διά του Πνεύματος, και νοερώς οράται και μορφώνεται και εμφανίζεται, και μάλιστα διά του Πνεύματος. Επομένως κατά προσυλλογισμό θα πεις, εάν είναι διά του Πνεύματος, τότε είναι και εκ τού Πνεύματος. Εάν δε ο Υιός σαφώς αποστέλλεται υπό του Πατρός και του Πνεύματος και δέχεται το βάπτισμα, κατά το όποιον κάθε βαπτιζόμενος γεννάται εκ Πνεύματος, και στις καρδίες ελλάμπει, και μάλιστα δια του Πνεύματος, αυτά και πολλά άλλα παρόμοια συνδυάζοντας, έπειτα συμπεραίνοντας κοινώς κατά τις επιστήμες σου, θα δεχθείς και θα δείξεις ότι ο Υιός έχει γεννηθεί και εκ του Πνεύματος. Όχι όμως βεβαίως εμείς, ω σοφώτατε των επιγείων, οι εντελώς άμοιροι τής ιδικής σου θεολογίας, αλλ’ ορθώς θα προφέρουμε και θα διαιρέσουμε την ομολογία της πίστεως, λέγοντες ότι κατά την αρχήν ο Υιός και το Πνεύμα είναι αμέσως εκ μόνου του Πατρός, κατ' ιδιαίτερον όμως τρόπον εκάτερον αυτών.

Και μάλιστα δηλώνοντες την ιδιορρυθμία (το ίδιον) εκάστου τρόπου, την μεν εκ Πατρός ύπαρξιν του Υιού καλούμε γέννησιν, εκπόρευσιν δε την του Πνεύματος. Τα δε έπειτα εν χρόνω και μετά την κτίσιν γενόμενα επ’ αυτής και υπό τούτων, κατ’ έννοια μεν διακρίνομε πάντοτε από τις προαιώνιους και άναρχους εκείνες υπάρξεις, με λόγους δε ενίοτε, και τούτο σπανιώτατα, συνάπτοντες ή ακούοντες να συνάπτωνται από μερικούς, δεν αποβάλλομε την κατά την έννοια διάκριοιν. Τοιούτον είναι και το λεγόμενον από τον Κύριον, «εγώ εξήλθον έκ του Θεού και έρχομαι», και «εξήλθον παρά του Πατρός και ήλθον εις τον κόσμον». Και εδώ δηλαδή το «εξήλθον», αν και είναι ένα, δεν είναι δηλωτικόν μιας έννοιας˙ διότι δηλώνει την εφ’ ημάς δι’ ημάς εφ’ ημών παρά του Πατρός αποστολήν και την εκ τής ουσίας και της υποστάσεως του Πατρός προ- αιώνιον πρόοδον.

Λόγω του ενιαίου του ρήματος λοιπόν θα συνάψουμε τα απομακρυσμένα πολύ και υπέρ το πολύ; Ή διότι το «εξήλθον» δηλώνει και την αποστολή, η δε αποστολή του Υιού έγινε παρά του Πατρός και του Πνεύματος, κατά το «ο Κύριος με απέστειλε και το Πνεύμα αυτού», για να επαναλάβω το πολλάκις λεχθέν, θα δογματίσουμε ότι ο Υιός και Λόγος του Θεού προήλθε εκ του Πατρός και του Πνεύματος; Καθόλου. Επομένως ούτε εξ αιτίας της εκ Πατρός και Υιού αποστολής, την εκφαντική (αποκαλυπτική) και έγχρονο εννοώ, έστω και αν ενίοτε συνδυάζεται εις ένα με την προαιώνιο κατά την έκφρασιν, θα δογματίσουμε ότι το άγιον Πνεύμα εκπορεύεται και εκ του Υιού, εφ' όσον γνωρίζουμε αυτό Θεόν εκ Θεού προαιώνιο εξίσου με τον προβαλόντα Πατέρα.

Αλλ' ο μόνος διανοίγων οφθαλμούς τυφλών και ο μόνος διά του οποίου βλέπουν οι βλέποντες, δίδε, αν όχι σε όλους γενικώς, τουλάχιστον σε όλους όσοι σε ζητούν εν αληθεία, να γνωρίζουν την αλήθεια δι’ αοράτου θεωρίας με τα ανήκουστα νοερά διδάγματά σου. Έτσι λοιπόν, αφού επίστευσαν δι’ ακοής, αναβίβασε αυτούς δια πίστεως προς την ενότητα της επιγνώσεώς σου και, αφού αποδείξεις αυτούς βεβαιοπίστους δι’ έργων αγαθών, φανέρωσε σεαυτόν σε αυτούς σε εύθετο καιρόν, για να γνωρίσωμε όλοι την αληθινή δόξα σου και απολαύσουμε με πνευματική και απόρρητο θέα την τρισήλιον και μοναρχικωτάτη φαιδρότητα και σε δοξάζουμε αδιαλείπτως κατά δύναμιν, τώρα και πάντοτε και εις τούς ακατάληκτους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

                             ΤΕΛΟΣ

Το αρχαίο κείμενο:


Πρός δέ τούτοις οὐδ᾿ ἄνευ χρονικῆς προσθήκης ἤ αἰτίας εἴρηκέ τις δι᾿ Υἱοῦ ἤ καί ἐξ Υἱοῦ τό Πνεῦμα τό ἅγιον ἀποστελλόμενον, προσημαίνων δέ ἀεί ἐνέργειαν, καθ᾿ ἥν ἐφ᾿ ἡμᾶς ἐλθεῖν πρό ἡμῶν τῶν ἀδυνάτων ἦν. Εἰ δ᾿ ἄρα που καί μή προσημήναντες εἰρήκεσαν, ἀλλ᾿ ὡς  πολλάκις τοῦτο πράξαντες. Ἔπειτα οὐδέ συνίης τοῦτο, ὦ ὑπερλίαν σύ καί καυχώμενος εἰς τά ἄμετρα, ὅτι πολλ᾿ ἄττα τῶν λεγομένων παρά τῇ θείᾳ Γραφῇ, τῇ μέν συνόδῳ τῶν ρημάτων ἐστίν ἕν, τῇ δέ διανοίᾳ καί τῷ πράγματι οὐχ ἕν; Ὅ καί τοῖς αἱρετικοῖς τήν πλάνην ὡς ἐπίπαν ἀπειργάσατο, μή δυναμένοις διακρίνειν τό τῇ συνόδῳ τῶν ρημάτων ἕν, τοῖς δέ πράγμασιν οὐχ ἕν, ὡς καί Γρηγορίῳ τῷ θεολόγῳ συνδοκεῖ;
Σαφές γάρ τοῦτο τοῖς σοφοῖς τά θεῖα καί τῷ θείῳ Πνεύματι μεμυημένοις, ὡς ὅταν ἐξ ἀμφοτέρων, Πατρός καί Υἱοῦ, τό Πνεῦμα λέγηται, ἤ ἐκ Πατρός δι᾿ αὐτοῦ, εἰ καί συνάγεται ρήματι, ἀλλά διέστηκε πράγματι. Καί πρός μέν τούς ἀλλοτριοῦντας τό Πνεῦμα τοῦ Υἱοῦ δεόντως ἄν συνημμένως οὕτως εἴποιμεν ἐν κρίσει τούς λόγους οἰκονομοῦντες, οἰκειωθεῖσι δέ Θεῷ διά τοῦ γνῶναι ἴδιον αὐτοῦ τό Πνεῦμα ἠκριβωμένως ἐκκαλύψομεν ἑκάτερον, ὡς ἐκ Πατρός μέν ἔχει πρό πάντων τῶν αἰώνων τήν ὑπαρκτικήν τό Πνεῦμα πρόοδον, τῷ Υἱῷ δέ αἰωνίως ἐνυπάρχον, ἐξ αὐτοῦ εἰς τοὐμφανές προῆλθε δι᾿ ἡμᾶς καί μεθ᾿ ἡμᾶς κατ᾿ ἐκφαντικήν καί οὐχ ὑπαρκτικήν προέλευσιν.
Ἀλλά καί ὁ Υἱός, φησίν, ἐν τῷ Πνεύματί ἐστι. Πάνυ γε, διό καί ἐκφαντικόν ἐστιν αὐτοῦ τό Πνεῦμα, καί ἀποστέλλεται καί παρ᾿ αὐτοῦ οὐχ ὡς ἄνθρωπος μόνον, ἀλλά καί ὡς Θεός κατά τόν θεολόγον Γρηγόριον, καί ἐμμορφοῦται ταῖς καρδίαις τῶν πιστῶν καί ἐνοικεῖ καί ὁρᾶται δι᾿ αὐτοῦ. Ἐν γάρ Θησαυροῖς ὁ θεῖος Κύριλλος, «Χριστοῦ», φησί, «τό Πνεῦμα, ὡς τοῦ Θεοῦ λόγου διά Πνεύματος ἡμῖν ἐνοικιζομένου». Γεννᾶσθαι δέ οὐ λέγεται, ἐπεί τό γεννώμενον Υἱός ἀεί τοῦ γεγεννηκότος ἐστί τε καί λέγεται καί ὁ γεννῶν ἀεί Πατήρ˙ τό δέ ἐκπορευόμενον ἐπί Θεοῦ, καθά προέφημεν, οὐχ ἁπλῶς οὐδέ μόνου τοῦ ἁγίου Πνεύματός ἐστι˙ ἀλλά τό μέν προαιώνιον καί ὑπαρκτικήν πρόοδον δηλοῦν, ἑτερότροπον οὖσαν τῆς τοῦ Υἱοῦ ἐκ τοῦ Πατρός γεννήσεως, μόνου τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐστι˙ τό δ᾿ ἐκ τοῦ κρυφίου φανεροῦσθαι καί παρρησιάζεσθαι καί δημοσιεύειν τήν οἰκείαν δύναμιν διά τῶν ἐπιτελουμένων θαυμασίων οὐ μόνον τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἀλλ᾿ ἔστι καί αὐτοῦ˙ «ὁ Θεός» γάρ, φησίν ὁ προφητικώτατος ἐν βασιλεῦσιν «ἐν τῷ ἐκπορεύεσθαί τε ἐν μέσῳ τοῦ λαοῦ σου, ἐν τῷ διαβαίνειν σε ἐν τῇ ἐρήμῳ γῆ ἐσείσθη».
Καί τοῦ Πατρός τοίνυν πάλαι ποτέ φανερουμένου καί διά Μωσέως θαυματοποιοῦντος, ὁ πρῶτος κατά τόν θεολογικώτατον Γρηγόριον γέγονε σεισμός, μετατιθεμένων τῶν Ἑβραίων ἀπό τῆς τῶν εἰδώλων προσκυνήσεως ἐπί τήν ἀμυδράν μέν, ἀληθῆ δέ θεογνωσίαν. Ἀλλά καί ἐπί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ ἁγίου Πνεύματος ὁ δεύτερον γέγονε σεισμός, τῶν μέν Ἰουδαίων μεταρρυθμιζομένων ἀπό τοῦ νόμου πρός τό εὐαγγέλιον, παντός δέ ἔθνους καλουμένου  πρός τήν εὐγγελιζομένην κοινωνίαν τῆς θεώσεως. Ἀλλά καί τοῦ Υἱοῦ μόνου διά τοῦ σταυροῦ διαβαίνοντος ἐν τῇ ὡς ἀληθῶς ἐρήμῳ, τῷ θανάτῳ καί τῷ ᾅδῃ, καί φανερουμένου ἐν μέσῳ τοῦ λαοῦ τῶν Ἰουδαίων, διά τῆς ἐκ τῶν οὐρανῶν θεοσημίας καί αἰσθητῶς ἡ γῆ ἐσείσθη. Ὁρᾷς ἐπί τῆς τοιαύτης σημασίας τό ἐκπορευόμενον οὐ μόνον ὄν τοῦ Πνεύματος, ἀλλά κοινόν Πατρός, Υἱοῦ καί Πνεύματος; Ἀλλ᾿ ὑστερογενής καί ὑπό χρόνον αὕτη ἡ ἐκπόρευσις˙ «ἐν τῷ λαῷ» γάρ φησιν. Εἰ δ᾿ ἐν τῷ λαῷ, καί μετά τόν λαόν.
Καλῶς ἄρ᾿ ἔφημεν, ὡς τό ἐκπορευόμενον ἐπί τοῦ ἁγίου Πνεύματος οὐκ ἀεί τήν ἐκ τοῦ Πατρός προαιώνιον ὕπαρξιν δηλοῖ, ἀλλ᾿ ἔστιν ὅτε καί τήν ὕστερον φανέρωσιν, καθ᾿ ἥν καί ὁ Υἱός κοινωνήσει τῷ Πατρί, ὅ καί ὁ θεῖος Κύριλλος δείκνυσι σαφῶς λέγων, «Τό Πνεῦμα τόν Υἱόν ἐξ ἰδίας ἡμῖν ἀναπηγάζει φύσεως». Προστιθείς γάρ τό "ἡμῖν", συνιέναι δίδωσι τό χρονικόν τῆς ἀναδόσεως. Καί ὅτι ἐνέργεια καί δωρεά ἐστι τοῦ θείου Πνεύματος τό ἐκ Πατρός καί Υἱοῦ πηγαζόμενον ἡμῖν, Ἰωήλ προκαταγγέλλων, μᾶλλον δέ διά τούτου ὁ Θεός, οὐκ «ἐκχεῶ τό Πνεῦμα μου», φησίν, ἀλλ᾿ «ἐκχεῶ ἀπό τοῦ Πνεύματός μου». Ὡς γάρ καί ὁ Χρυσόστομός φησι πατήρ, «τό μέρος λέγει τῆς ἐνεργείας˙ οὐ γάρ ὁ παράκλητος μερίζεται». Ὁ δέ τῶν ἀποστόλων κορυφαῖος πολλαχοῦ, μᾶλλον δέ πανταχοῦ, δωρεάν καλεῖ τήν ἐκχυθεῖσαν τηνικαῦτα πρός αὐτούς. Καί ὁ χρυσοῦς πάλιν θεολόγος˙ «οὐχ ὁ Θεός», φησίν, «ἀλλ᾿ ἡ χάρις ἐκχεῖται».
Οὐκ ἄρα διά ταῦτα ἐκ τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ ἐκπορεύεσθαι τό Πνεῦμα˙ ἀτιμάσαμεν γάρ ἄν τοῦτο μᾶλλον ἤ δοξάσαιμεν, τοῖς διά τοῦ Υἱοῦ εἶναι σχοῦσι συντάττοντες αὐτό. Τοιγαροῦν ἐκ τοῦ Πατρός μόνου δοξάζομεν ἐκπορευόμενον ἰδιοτρόπως καί προαιωνίως, ὡς καί ὁ Υἰός γεννᾶται˙ καί οὕτω δοξάζοντες, συνδοξάζομεν αὐτό καί συμπροσκυνοῦμεν τῷ Υἱῷ καί τῷ Πατρί.
Καί τοῦτο δηλοῦντες οἱ θεόσοφοι πατέρες, ἐπί τοῦ συμβόλου τῆς ὀρθοδοξίας τό ἐκ τοῦ Πατρός ἐκπορεύεσθαι τό Πνεῦμα καί τό συνδοξάζεσθαι τῷ Πατρί καί τῷ Υἱῷ συνήγαγον εἰς ἕν, συνημμένως ἐκφωνήσαντες καί παραδόντες, ὡς τῶν μή δοξαζόντων ἐκ μόνου τοῦ Πατρός ἐκπορευόμενον τό Πνεῦμα τό ἅγιον, ὥσπερ ἀμέλει καί τόν Υἱόν γεγεννημένον, οὐδέ συμπροσκυνεῖν τό Πνεῦμα ἐκείνοις δυναμένων, ἐν ἰδίᾳ ὑποστάσει θεωρούμενον.
Εἰ γάρ κοινόν ἀεί αὐτοῖς ὡς ἐξ αὐτῶν ἡ τοῦ Πνεύματος ἐκπόρευσις, ἐνέργεια ἄν τό Πνεῦμα εἴη μόνη καί οὐκ ἐν ὑποστάσει˙ μόνον γάρ ἐνέργια, ἤ γε αὐτοῖς κοινή. Κοινόν μέν οὖν αὐτοῖς ὡς ὁμοούσιον, ἀλλ᾿ οὐκ ἀεί αὐτοῖς κοινόν ὡς ἐξ ἀμφοῖν εἰ καί νῦν ἐπ᾿ ἐσχάτου τῶν αἰώνων ἐξ ἀμφοῖν ἐκκέχυται, προσθήσω δ᾿ ὅτι καί παρ᾿ ἑαυτοῦ˙ καί γάρ αὐτεξουσίως πρός ἡμᾶς ἐκχεῖται. Καί πρός τόν Υἱόν γάρ εἴρηται προφητικῶς εἰπεῖν, «Υἱός μου εἰ σύ, ἐγώ σήμερον γεγέννηκά σε». Ἀλλ᾿ ἴσμεν ὑπό χρόνον ταύτην ὑπάρχουσαν τήν γέννησιν. Τί δέ, οὐχί καί τό Πνεῦμα ταύτην συνειργάσατο τήν γέννησιν, ᾧ τό καθ᾿ ἡμᾶς ἀνειλημμένον τοῦ Υἱοῦ φύραμα ἐπί τοῦ βαπτίσματος ἐχρίσθη καί χρισθέν ἐφανερώθη, ὅτι καί πρό τοῦ βαπτίσματος γέγονεν ὁμόθεον, ἐπεί καί τήν ἀρχήν ὁ τοῦ Θεοῦ Υἱός, «ἐκ Πνεύματος ἁγίου καί Μαρίας ἐσαρκώθη τῆς παρθένου», κατά τό γεγραμμένον;
Ἆρ᾿ οὖν ἐκ τοῦ Πατρός καί ἐκ τοῦ Πνεύματος ἐρεῖςγεγεννῆσθαι πρό αἰώνων τόν Υἱόν διά τήν ὑπό χρόνον ταύτην γέννησιν;  Σύ δέ ἴσως ὁ λογικαῖς ἐφόδοις τήν περί Θεοῦ γνῶσιν ποριζόμενος καί ἐκ τῶν ὕστερον ὡς αὐτός φῄς γεγονότων τά προαιωνίως ὄντα στοχαζόμενος˙ ἀλλά καί μάρτυρά γε ἀξιολογώτατον ἡμῖν ἄν ἐπαγάγοις τόν Υἱόν αὐτόν διά τοῦ προφήτου λέγοντα, «Κύριος ἀπέσταλκέ με καί τό Πνεῦμα αὐτοῦ»˙ καί τοῦτο γάρ σόν, ταὐτόν εἴεσθαι ἀποστολήν τε καί τρόπον ὑπάρξως. Πρός δέ τούτῳ καί τῷ τοῦ μεγάλου προσχρήσῃ καί παρεξηγήσῃ Παύλου, καί τοῦθ᾿ ἑκών καί ἐθελοκακῶν ἤ ἀγνοῶν καί μή ὁμολογῶν. «Ὧ μέν γάρ» φησίν ἐκεῖνος, «διά τοῦ Πνεύματος δίδοται λόγος σοφίας, ἄλλῳ δέ λόγος γνώσεως». Ἀλλά καί ὁ Χριστός ἐνοικεῖ ταῖς καρδίαις τῶν μή ἀδοκίμων, πάντως διά τοῦ Πνεύματος, καί νοερῶς ὁρᾶται καί ἐμμορφοῦται καί ἐμφανίζεται, καί ταῦτα διά τοῦ Πνεύματος. Οὐκοῦν προσυλλογιζόμενος ἐρεῖς, εἰ διά τοῦ Πνεύματος, καί ἐκ τοῦ Πνεύματος. Εἰ δ᾿ ἐκ τοῦ Πατρός καί ἐκ τοῦ Πνεύματος ὁ Υἱός σαφῶς ἀποστέλλεται καί τό βάπτισμα δέχεται, καθ᾿ ὅ πᾶς βαπτιζόμενος γεννᾶται ἐκ Πνεύματος, καί ταῖς καρδίαις ἐλλάμπει, καί τοῦτο διά τοῦ Πνεύματος, καί πολλά ἕτερα τῶν παραπλησίων συνείρας, εἶτα κοινῶς κατά τάς σάς ἐπιστήμας συμπεραίνων, καί ἐκ τοῦ Πνεύματος γεγεννημένον εἶναι τόν Υἱόν δοξάσεις τε καί δείξεις. Ἀλλ᾿ οὐχ ἡμεῖς γε, ὦ σοφώτατε ἐπιχθονίων, οἱ τῆς κατά σέ ταύτης θεολογίας ἄμοιροι παντάπασιν, ἀλλ᾿ ὀρθῶς ἄν καί προσενέγκωμεν καί διέλωμεν τήν τῆς πίστεως ὁμολογίαν, ἐκ τοῦ Πατρός μόνου λέγοντες ἐξ ἀρχῆς ἀμέσως εἶναι τόν Υἱόν τε καί τό Πνεῦμα, ἰδιοτρόπως μέντοι ἑκάτερον αὐτῶν.
Καί δή τό ἴδιον δηλοῦντες ἑκατέρου τρόπου, τήν μέν ἐκ Πατρός ὕπαρξιν τοῦ Υἱοῦ γέννησιν προσαγορεύομεν, ἐκπόρευσιν δέ τήν τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Τά δ᾿ ὕστερον ἐν χρόνῳ καί μετά τήν κτίσιν ἐπί ταύτης καί ὑπό τούτων ὑπηργμένα, νοήμασι μέν ἀεί διαιροῦμεν τῶν προαιωνίων καί ἀνάρχων ὑπάρξεων ἐκείνων, ρήμασι δ᾿ ἔστιν ὅτε καί τοῦτο σπανιώτατα συνάπτοντες ἤ καί συνημμένα παρά τινων ἀκούοντες, τήν ἐν τοῖς νοήμασι διαίρεσιν οὐκ ἀποβάλλομεν. Τοιοῦτόν ἐστι καί τό παρά τοῦ Κυρίου λεγόμενον, «ἐγώ ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐξῆλθον καί ἥκω», καί «ἐξῆλθον παρά τοῦ Πατρός καί ἐλήθυθα εἰς τόν κόσμον». Κἀνταῦθα γάρ τό "ἐξῆλθον" ἕν ὄν οὐ μιᾶς διακονίας ἐστί δηλωτικόν˙ τήν τε γάρ ἐφ᾿ ἡμᾶς δι᾿ ἡμᾶς ἐφ᾿ ἡμῶν παρά τοῦ πατρός ἀποστολήν δηλοῖ καί τήν ἐκ τῆς οὐσίας καί τῆς τοῦ Πατρός ὑποστάσεως προαιώνιον πρόοδον.
Τί οὖν, διά τό τοῦ ρήματος ἑνιαῖον συνάψομεν τά πλεῖστον διεστῶτα; Ἤ διότι τό "ἐξῆλθον" καί τήν ἀποστολήν δηλοῖ, ἡ δέ τοῦ Υἱοῦ ἀποστολή παρά τοῦ Πατρός ἐγεγόνει καί τοῦ Πνεύματος, κατά τό «Κύριος ἀπέσταλκέ με καί τό Πνεῦμα αὐτοῦ», ἵν᾿ εἴπω πάλιν τό πολλάκις εἰρημένον, προελθεῖν δογματίσομεν ἐκ τοῦ Πατρός καί ἐκ τοῦ Πνεύματος τόν Υἱόν καί Λόγον τοῦ Θεοῦ; Οὔμενουν. Οὐκοῦν οὐδέ διά τήν ἐκ Πατρός καί Υἱοῦ τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἀποστολήν ἤ ἔκφανσιν ἤ πρόοδον, τήν ἐκφαντικήν καί ὑπό χρόνον λέγω, κἄν εἰς ἕν τῇ προαιωνίῳ ἐνίοτε συνάγηται κατά τήν λέξιν, ἐκ τοῦ Πατρός καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ δογματίσομεν ἐκπορεύεσθαι τό Πνεῦμα τό ἅγιον, μέχρις ἄν ἐκ Θεοῦ Θεόν γινώσκωμεν αὐτό τῷ προενεγκόντι Πατρί ἐπίσης προαιώνιον.
Ἀλλ᾿ ὁ μόνος διανοίγων ὀφθαλμοῖς τυφλῶν, καί δι᾿ οὗ ὁρῶσιν οἱ ὁρῶντες, εἰ καί μή ἁπαξαπλῶς τοῖς πᾶσιν, ἀλλά τοῖς ἐν ἀληθείᾳ σε ζητοῦσιν ἅπασι, δίδου δι᾿ ἀοράτου θεωρίας ἀνηκούστοις σοῖς ἐν νῷ διδάγμασιν, ἐπιγινώσκειν  τήν ἀλήθειαν. Εἰ δ᾿ οὖν, ἀλλά δι᾿ ἀκοῆς πιστεύσαντας πρός τήν ἑνότητα τῆς σῆς ἐπιγνώσεως διά πίστεως ἀνάγαγε, καί δι᾿ ἔργων ἀγαθῶν βεβαιοπίστους ἀποδείξας ἐν καιρῷ εὐθέτῳ φανέρωσον σαὐτόν αὐτοῖς, ἵν᾿ εἰδῶμεν τήν σήν ἐπ᾿ ἀληθείας δόξαν ἅπαντες καί καταπολαύσωμεν ἐν πνευματικῇ καί ἀπορρήτῳ θέᾳ τῆς τρισηλίου καί μοναρχικωτάτης φαιδρότητος, καί δοξάσωμέν σε πρός δύναμιν ἀδιαλείπτως, νῦν καί ἀεί καί εἰς τους ἀκαταλήκτους αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...