Τρίτη 25 Οκτωβρίου 2022

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΠΡΟ ΧΡΙΣΤΟΥ - Δημήτριος Δουμάνης (16)

   Συνέχεια από:  Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2022

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΠΡΟ ΧΡΙΣΤΟΥ

ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΗ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ - ΑΠΘ

Σύμβουλος Καθηγητής κ. Χρ. Σταμούλης

Μεταπτυχιακός Φοιτητής: Δημήτριος Δουμάνης

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2015

ΚΕΦΆΛΑΙΟ Γ΄: Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΩΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΘΕΟΥ.

Δ) Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΩΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΘΕΟΥ.

στ. Η εκκλησιολογία του αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου

Η Εκκλησιολογία του Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου περιλαμβάνει τις εξής ενδιαφέρουσες απόψεις του: «την Εκκλησίαν Χριστού, Βασιλείαν ωνόμασεν»[ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΟΧΙ ΤΟΥ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ Ή ΤΟΥ ΙΕΡΩΝΥΜΟΥ!!]348, η βασιλεία του Θεού δεν είναι μόνο μια δυνατότητα που θα πραγματοποιηθεί στα έσχατα, αλλά είναι μια πραγματικότητα του παρόντος, εφόσον στον Θεάνθρωπο Χριστό συμπίπτουν η βασιλεία και η Εκκλησία: «την Εκκλησίαν… η γραφή Βασίλισσαν Αυτήν καλεί»349, και αλλού «ει δε εν Πνεύματι Θεού εκβάλλω τα δαιμόνια, άρα έφθασεν εφ’ υμάς η Βασιλεία του Θεού. Τι έστιν η Βασιλεία; Η παρουσία η εμή. Βασιλείαν δε ενταύθα την παρουσίαν αυτού την προτέραν και την εσχάτην φησί»350. Δηλαδή ο προαιώνιος Θεάνθρωπος Χριστός[ΠΡΟΑΙΩΝΙΟΣ ΘΕΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΕΝ ΥΦΙΣΤΑΤΑΙ, ΠΡΩΤΟΝ ΔΙΟΤΙ Η ΚΤΙΣΗ ΚΑΘΙΣΤΑΤΑΙ ΠΡΟΑΙΩΝΙΟΣ ΚΑΙ ΔΕΥΤΕΡΟΝ ΔΙΟΤΙ ΥΦΙΣΤΑΤΑΙ Ο ΠΡΟΑΙΩΝΙΟΣ ΛΟΓΟΣ, Ο ΥΙΟΣ], είναι η Βασιλεία Του πάνω στη γη, είναι η εσχατολογία του παρόντος που πραγματοποιείται στο πρόσωπο του Θεανθρώπου Χριστού: «Είδες πως της εκ των εθνών Εκκλησίας εμνημόνευσε και την πανταχού του Χριστού τεταμένην Βασιλείαν είπεν»351, « Ού γάρ κουρείον, ουδέ μυροπολείον η Εκκλησία, ουδέ εργαστήριον έτερον των επ’ αγοράς, αλλά τόπος Αγγέλων, τόπος Αρχαγγέλων Βασιλεία Θεού»[Η ΘΕΑΡΧΙΑ ΔΕΝ ΤΑΥΤΙΖΕΤΑΙ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΑΝΘΡΩΠΟ ΧΡΙΣΤΟ. ΟΙ ΤΑΥΤΟΤΗΤΕΣ ΣΤΗΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ]352. Αυτό που συντελείται δηλαδή μέσα στην Εκκλησία, δεν έχει σχέση με καμία ανθρώπινη παρέμβαση, αλλά είναι προσφορά του Χριστού προς τον άνθρωπο.[ΕΙΝΑΙ ΣΥΝΕΡΓΕΙΑ].

ζ. Η οδός της πίστεως και των μυστηρίων

Η παρουσία του Χριστού, η «προτέρα», και η «εσχάτη», είναι που ταυτίζει και συνεχώς επεκτείνει την Εκκλησία πρό Χριστού με Αυτόν, κάνοντας την Εκκλησία και Βασιλεία Του353. Άλλωστε δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι δια των ιδίων μέσων γίνεται κάποιος μέλος και της Εκκλησίας και της Βασιλείας. Δεν υπάρχει άλλη οδός, άλλη είσοδος για την Εκκλησία και άλλη για την Βασιλεία του Θεού: «ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται»[ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΥΙΟΘΕΤΕΙΤΑΙ. ΑΥΤΟΜΑΤΗ ΣΩΤΗΡΙΑ ΕΧΟΥΝ ΜΟΝΟ ΤΑ ΡΟΜΠΟΤ]354. Μία είναι η είσοδος και στις δύο. Η διά της πίστεως και των θείων μυστηρίων355. Πρωτίστως δια της πίστεως και στην συνέχεια με την αποδοχή και ορθόδοξη θεώρηση των θείων μυστηρίων. Μέσω των θείων μυστηρίων γίνεται εμφανής η διαρκής και πραγματική παρουσία του Χριστού στο σώμα της Εκκλησίας, στην Βασιλεία Του. Και αυτή ακριβώς η ανάγκη της παρουσίας Του είναι και ένας ακόμη λόγος που συνδέει, σε πλήρη αντίθεση με την ρωμαιοκαθολική εκκλησία, την Εκκλησία με την Βασιλεία του Θεού[Η ΑΓΙΟΤΗΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΔΕΝ ΟΦΕΙΛΕΤΑΙ ΣΤΟ ΒΑΠΤΙΣΜΑ. Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΤΗΝ ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΜΑΣ. ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΕΝΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΜΑΘΗΤΕΣ ΧΑΘΗΚΕ]356. Φυσικά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι όπως μας λέει ο Αγ. Χρυσόστομος, η Εκκλησία δεν είναι μόνο «πανταχού της οικουμένης», αλλά και «πανταχού των χρόνων εκτέταται»357. Η Εκκλησία δεν γνωρίζει χρόνο, γιατί υπερβαίνει τον χρόνο, περιλαμβάνει τον αισθητό χρόνο, είναι ένα συνεχώς και μονίμως ανανεούμενο παρόν, με ένα παρελθόν που βρίσκεται συνεχώς μέσα μας νοηματοδοτώντας το παρόν και ένα μέλλον που ζει και υφίσταται στο παρόν. Όπως πολύ εύστοχα γράφει ο καθ. Χρ. Σταμούλης είναι «μια συνεχώς πραγματοποιούμενη εσχατολογία και μια εσχατολογική πραγματικότητα. “Ημείς δε ού χρείαν έχομεν αποδημήσαι δια την βασιλείαν των ουρανών, ούτε περάσαι θάλασσαν δια την αρετήν... Η βασιλεία των ουρανών εντός ημών εστίν. Ουκούν η αρετή του θέλειν ημών μόνου χρείαν έχει, επειδήπερ εν ημίν έστι, και εξ ημών συνίσταται358”»359.[ΠΩΣ ΤΑΥΤΙΖΕΤΑΙ Η ΑΡΕΤΗ ΜΕ ΤΗΝ ΒΑΣΙΛΕΙΑ; ΠΩΣ ΚΑΤΑΡΓΕΙΤΑΙ Η ΚΡΙΣΗ; ΑΓΑΠΑ ΚΑΙ ΚΑΝΕ Ο,ΤΙ ΘΕΣ;]

η. Συμπερασματικά.

Αυτό που τελικά πρέπει να τονιστεί, είναι ότι η ταύτιση κατανοούμενη ως λειτουργική και άμεση σύνδεση δεν πρέπει να θεωρηθεί ως μία στατική κατάσταση, αλλά σαν μία δυναμική πορεία, προς την εσχατολογική πραγματικότητα της πλήρους ταύτισης τους360. Όπως η Εκκλησία του Θεού, ως κοινωνία προσώπων έχει φάσεις και εξελίσσεται στην πραγμάτωσή της, έτσι και η σχέση Εκκλησίας και Βασιλείας Θεού, θα περάσει από το στάδιο της απλής ταύτισης, στο στάδιο της πλήρους ταύτισης. Αυτό για να γίνει κατανοητό απαιτεί ως απαραίτητη προϋπόθεση την θεώρηση της Εκκλησίας ως κοινωνίας προσώπων.[ΔΗΛ. ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ Η ΟΠΟΙΑ ΠΟΡΕΥΕΤΑΙ ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ. ΕΤΣΙ Ο ΘΕΟΣ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΠΑΤΗΡ, Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΠΕΣΤΑΛΜΕΝΟΣ, ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΠΑΤΕΡΑ ΟΥΔΕΙΣ ΕΩΡΑΚΕ ΠΩΠΟΤΕ ΚΑΙ ΤΑΙΡΙΑΖΕΙ ΚΑΙ ΜΕ ΤΟ ΠΡΩΤΕΙΟ ΚΑΙ ΜΕ ΤΟΝ ΑΟΡΑΤΟ ΘΕΟ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΝΩΣΕΩΣ ΤΩΝ ΜΟΝΟΘΕΙΣΜΩΝ ΠΟΥ ΕΤΟΙΜΑΖΕΤΑΙ.] Κάθε άλλη θεώρηση της Εκκλησίας, είτε ως ιστορικής κοινότητας, είτε ως Στρατευομένης, είτε ως Εκκλησία της Κ. Διαθήκης, οδηγεί σε μερική ή ολική εκτόπιση της Εκκλησίας από την βασιλεία του Θεού361.

Συνεπώς, εντός της εσχατολογικής προοπτικής κατανόησης των πραγμάτων, η Εκκλησία του Θεού είναι η Βασιλεία Του και η Βασιλεία του είναι η Εκκλησία. Η ταύτιση της Εκκλησίας με την Βασιλεία είναι το γεγονός που πραγματώνει όχι μόνο εδώ και τώρα, αλλά και στο επέκεινα τα έσχατα. Η Εκκλησία βιώνει τα έσχατα σε κάθε ευχαριστιακή σύναξή της (ευλογημένη η Βασιλεία…), γιατί αυτή η κοινωνία θεώσεως έχει δημιουργηθεί από τον Θεό για να γίνουν οι πιστοί του Θεού και από την εδώ ζωή τους κατά χάριν άναρχοι και ατελεύτητοι362, γιατί ζώντας μέσα στην Εκκλησία του Θεού, ζουν ήδη και την Βασιλεία Του, αναμένοντας και τον τελικό προορισμό, την τελική φάση της Εκκλησίας και της Βασιλείας, τα έσχατα363.[ΑΓΝΟΟΥΝ ΟΛΟΙ ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΙ ΓΟΗΤΕΣ, ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΕΞΕΛΙΣΣΟΥΝ ΤΟ ΚΑΚΟ ΕΠΙ ΤΑ ΧΕΙΡΩ, ΟΤΙ Η ΤΑΥΤΟΤΗΣ ΣΑΝ ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΑΡΧΗ ΛΟΓΙΚΗΣ, ---ΕΝΩ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ, ΔΙΟΤΙ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΜΗ ΑΝΤΙΦΑΣΗ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΝΟΗΜΑ, ΛΟΓΟΣ, ΚΑΘΙΣΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΣΚΕΨΗ ΜΟΝΟΔΙΑΣΤΑΤΗ, ΔΙΝΟΝΤΑΣ ΤΗΣ ΔΗΛ. ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ, ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ ΑΡΑ ΥΠΑΡΧΩ, ΟΠΙΣΘΟΔΡΟΜΩΝΤΑΣ ΣΤΟΝ ΠΑΡΜΕΝΙΔΗ, ΚΑΤΑΡΓΩΝΤΑΣ ΔΗΛ. ΤΟ ΨΕΜΑ, ΟΠΩΣ ΤΟ ΦΑΝΕΡΩΣΕ Ο ΠΡΩΤΑΓΟΡΑΣ, ΔΙΟΤΙ Ο,ΤΙ ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΜΗΝ ΕΙΝΑΙ---  ΠΡΟΩΘΗΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΑΝΤ  ΚΑΙ ΟΛΟΚΛΗΡΩΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΓΕΛΟ, ΤΗΝ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΤΩΝ ΟΠΟΙΩΝ ΣΠΑΤΑΛΗΣΕ ΜΕΧΡΙ ΛΕΠΤΟΥ Ο ΑΣΩΤΟΣ ΧΑΙΤΕΓΚΕΡ.] 

Η Εκκλησία ζει και βιώνει από τώρα τα έσχατα, γιατί το κατεξοχήν μυστήριο της Εκκλησίας, η Θ. Ευχαριστία, ταυτίζεται με την «υπερουράνια» Ευχαριστία των εσχάτων, της Βασιλείας.[ΠΑΥΟΝΤΑΣ ΝΑ ΕΙΝΑΙ Η ΑΝΑΜΝΗΣΗ ΤΗΣ ΘΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ, ΤΗΣ ΘΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΟΥΤΟΥ ΔΙΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ, Ο ΟΠΟΙΟΣ ΕΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ ΤΩΝ ΔΕΡΜΑΤΙΝΩΝ ΧΙΤΩΝΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΗΔΟΝΗΣ ΤΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ.] Ο επίσκοπος της κάθε εκκλησίας, κατέχοντας θέσει, τη θέση του Χριστού, τελεί την Θ. Ευχαριστία και πραγματώνει μέσα στο ιστορικό γίγνεσθαι της Εκκλησίας, την μυσταγωγική εικόνα της Βασιλείας. Με αυτό τον τρόπο το ιστορικό είναι της εκκλησίας, ενώ δεν ταυτίζεται ακόμη πλήρως με την Βασιλεία, θα ταυτιστεί πλήρως μαζί της και αυτό, εφόσον δεν θα υπάρχει πλέον χρόνος, στα έσχατα364. 

Έτσι «έγινε πλέον πανταχόθεν κατανοητό ότι η Ευχαριστία δεν ήταν μια απλή λατρευτική τελετή, αλλά η ζωντανή έκφραση της εκκλησιακής ταυτότητας της χριστιανικής κοινότητας, ως κοινωνίας των εσχάτων. Υπήρξαν, μάλιστα, ερμηνευτές, που υποστήριξαν ότι δεν μπορούμε να κάνουμε λόγο για χριστιανική λατρεία, αλλά για εσχατολογικές κοινότητες κατά την περίοδο των πρώτων χριστιανικών χρόνων.[ΣΑΝ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗ] Η κοινή τράπεζα των πιστών της Πρώτης Εκκλησίας (κοινό ποτήριο το ονομάζουμε σήμερα) κατά τα κυριακά δείπνα (πρβλ. Α΄ κορ. 11,10) ήταν η κύρια εκδήλωση της έντονης προσμονής, αλλά και της πρόγευσης του καινούργιου κόσμου της Βασιλείας του Θεού.»365[ΕΧΟΜΕΝ ΠΑΠΑΝ]

Σημειώσεις


348. Κατήχησις α΄, P.G. 49, 227.
349. Ομιλία προ της εξορίας, P.G. 52, 429
350. Εγκώμιο εις τον απ. Παύλο, P.G. 63 , 845.
351. Κατήχησις α΄, P.G. 49 , 227.
352. Ομιλία λε΄, P.G. 61,313.
353. Μια πολύ ωραία διατύπωση υπάρχει στο Χ. ΣΤΑΜΟΎΛΗ, Κάλλος το άγιον,εκδ. Ακρίτας, Θεσ/νίκη 2005, σ.271, «Τη βεβαιότητα της γνώσης ότι η “Αγία Βασιλεία του Χριστού είναι η αιώνιος πραγματικότης”, συνόδευε πάντα ο μακροχρόνιος αγώνας του μέσα από το δρόμο της προσευχής και η αγωνία του για τις συνεχείς αμφιταλαντεύσεις του είναι του».
354. Μαρκ. Ιστ΄,16.
355. Σε αυτό το σημείο έχει ενδιαφέρον να δούμε την άποψη ενός εκ των κυριοτέρων εκπροσώπων της Ρώσικης θεολογίας του Αλεξάνδρου Σμέμαν από το προαναφερθέν βιβλίο του στην σελ.58: «Η Θεία Λειτουργία αρχίζει με την εκφώνηση “Ευλογημένη η Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, νύν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων”. Ο Σωτήρας άρχισε επίσης την διακονία του με την εξαγγελία της Βασιλείας, με την ηχηρή διακήρυξη πως έχει ήδη έλθει: “ήλθεν ο Ιησούς εις την Γαλιλαίαν κηρύσσων το ευαγγέλιον της βασιλείας του Θεού και λέγων ότι πεπλήρωται ο καιρός και ήγγικεν η βασιλεία του θεού, μετανοείται και πιστεύετε εν τω ευαγγελίω” (Μαρκ. 1, 14-15). Αυτή την επιθυμία για τη Βασιλεία εκφράζει, πάνω απ’ όλα, η πρώτη και πλέον εξέχουσα απ’ όλες τις χριστιανικές προσευχές: “ελθέτω η βασιλεία σου…”. Η Βασιλεία του Θεού γίνεται έτσι το περιεχόμενο της χριστιανικής πίστης – ο σκοπός, το νόημα και το περιεχόμενο της χριστιανικής ζωής. Σύμφωνα με την ομόφωνη μαρτυρία των Γραφών και της Παράδοσης, Βασιλεία είναι η γνώση του Θεού, η αγάπη γι’ Αυτόν, η ενότητα μαζί Του και η ζωή εν Αυτώ…». Επίσης στην σελίδα 60: « Η Βασιλεία του Χριστού γίνεται αποδεκτή με την πίστη και είναι κρυμμένη “εντός ημών”. Ο ίδιος ο Βασιλέας ήρθε υπό μορφή δούλου και βασίλεψε με τον σταυρό. Δεν υπάρχουν στη γη εξωτερικά σημάδια αυτής της Βασιλείας. Είναι Βασιλεία του “μέλλοντος αιώνος”, και γι’ αυτό μόνο στη δόξα της Δευτέρας Παρουσίας Του θα αναγνωρίσουν όλοι οι άνθρωποι τον αληθινό Βασιλέα του κόσμου. Η Βασιλεία όμως, γι’ αυτούς που την πίστεψαν και την δέχτηκαν, βρίσκεται ήδη εδώ και τώρα, και είναι πιο φανερή από κάθε άλλη πραγματικότητα που μας τριγυρίζει. “Ο Κύριος ήλθε, ο Κύριος έρχεται, ο Κύριος θα έλθει πάλι”. Αυτή η τριπλή σημασία της αραμαϊκής εκφράσεως, “μαράν αθά”, περιλαμβάνει ολόκληρη τη νικητήρια πίστη του Χριστιανισμού, απέναντι στην οποία όλοι οι διωγμοί αποδείχτηκαν ανίσχυροι». Και στις σελίδες 68-69: «Τελικά, γνωρίζει πώς, κι αν ακόμη δεν καταλαβαίνει μεμονωμένες λέξεις ή κινήσεις, του έχει δοθεί η Βασιλεία του Θεού στην παρουσία της Εκκλησίας: σ’ αυτή την κοινή πράξη, την κοινή στάση μπροστά στο Θεό, στη “σύναξη”, στην “άνοδο”, στην “ενότητα” και στην “αγάπη”. Τελικά σημαίνει πώς, τώρα, ήδη από “τον κόσμο τούτο”, επιβεβαιώνουμε τη δυνατότητα κοινωνίας με τη Βασιλεία, εισόδου στην ακτινοβολία της, στην αλήθεια και στην χαρά της. Κάθε φορά που οι χριστιανοί “συνάζονται ως Εκκλησία”, μαρτυρούν εμπρός σ’ όλο τον κόσμο πως ο Χριστός είναι ο Βασιλέας και Κύριος, πως η Βασιλεία Του έχει ήδη αποκαλυφθεί και δοθεί στον άνθρωπο και πως μια νέα και αθάνατη ζωή έχει αρχίσει». Επίσης και στο Ι. ΚΑΡΜΊΡΗ, Δογματική Ορθόδοξος Εκκλησιολογία, Αθήναι 1973, σ.23.
356. Ι. Σ. ΡΩΜΑΝΊΔΟΥ, ΤΟ Προπατορικό αμάρτημα, γ΄ έκδοση, Π. Πουρναρά, Θεσ/νίκη 2010: «Είναι γενικώς αποδεκτό, ιδίως παρά της ορθοδόξου και της ρωμαιοκαθολικής Θεολογίας, ότι το βάπτισμα είναι το μέσον, δια του οποίου γίνεται τις μέλος της Εκκλησίας. Εν τούτοις υπάρχει ριζική διαφορά μεταξύ της Ανατολικής Ορθοδόξου και της Δυτικής, είτε ρωμαιοκαθολικής είτε προτεσταντικής, αντιλήψεως περί της σημασίας του βαπτίσματος. Η διαφορά αυτή βασίζεται επί αμοιβαίως αποκλειουσών αλλήλας αντιλήψεων περί πτώσεως και σωτηρίας, αι οποίαι, ως είναι επόμενον, προσδιορίζουν τα διάφορα περί Εκκλησίας δόγματα Ανατολής και Δύσεως. Η εν τη Δύση επικρατούσα περί απολυτρώσεως διδασκαλία είναι εν γενικαίς γραμμές η περί ικανοποιήσεως θεωρία του Ανσέλμου, η οποία δεν προϋποθέτει ως αναγκαίαν την συνεχή και αδιάκοπον κοινωνίαν και παρουσίαν του Χριστού εν τοις σώμασιν των πεφωτισμένων, όπου δε η προϋπόθεσις αύτη δια βιβλικούς λόγους απαντά, είναι δευτερευούσης σημασίας. Εφ’ όσον δια της σταυρικής θυσίας του Κυρίου ικανοποιείται η θεία δικαιοσύνη, δεν υπάρχει πλέον ουσιαστική ανάγκη της διαρκούς και πραγματικής εν τη Εκκλησία παρουσίας Αυτού προς σωτηρίαν των πιστών. Ο πιστός προσοικειούται τα αγαθά της σταυρικής θυσίας είτε δια του απόλυτου προορισμού(Καλβίνος), είτε δια μόνης της πίστεως (Λούθηρος), είτε δι’ αγαθών αξιομίσθων έργων, indulgentiae, και των μυστηρίων, εκ των οποίων εκπηγάζουν μεγάλαι ποσότητες κτιστών “θείων χαρίτων”, παρόντος του Χριστού μόνον κατά διαλείματα εν τη θεία Ευχαριστία κατ’ επιταγήν του ιερέως(Ρώμη)».
357. ΙΩΆΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΌΜΟΥ, Εις ψαλμόν 144,4 P.G. 55, 469-470.
358. ΑΘΑΝΑΣΊΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΊΑΣ, Βίος και πολιτεία του οσίου πατρός ημών Αντωνίου, P.G. 26, 872B.
359. ΧΡ. ΣΤΑΜΟΎΛΗ, Η γυναίκα του Λώτ και η σύγχρονη θεολογία, εκδ. Ίνδικτος, Θεσ/νίκη 2008, σ. 15.
360. Πολύ ωραία ανάλυση της πλήρους ταύτισης μετά την μέλλουσα κρίση, κάνει ο Ι. ΚΑΡΜΊΡΗΣ στο Δογματική Ορθόδοξος Εκκλησιολογία, Αθήναι 1973, σ.σ. 805-806.
361. Σ. ΓΙΑΓΚΆΖΟΓΛΟΥ, Οι θεολογικές προϋποθέσεις της Εκκλησίας ως εσχατολογικής κοινότητας, στο Εκκλησία και Εσχατολογία, της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών της Ι.Μ. Δημητριάδος, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2003, σ.σ.84-85, «Η δυτική θεολογία από τον Αυγουστίνο και έπειτα προσεγγίζει την Εκκλησιολογία εγκλωβίζοντάς την συνήθως μέσα στα πλαίσια της Ιστορίας. Εκκινώντας είτε από την δημιουργία, κυρίως όμως, από την ενσάρκωση του Χριστού ως την παγίωση της Εκκλησίας, καταλήγει στα ιστορικά έσχατα, οπότε και η Εκκλησία εκτοπίζεται πλέον από τη Βασιλεία… Ο σκοπός της δημιουργίας είναι η Εκκλησία, “και δια ταύτην ο κόσμος κατηρτίσθη”(Ερμά Ποιμήν, Όρασις 1, 3, 4). Μέσα από τη δραματική πορεία της δημιουργίας εκτυλίσσεται και αυτό το γεγονός της Εκκλησίας κατά στάδια και φάσεις(Καρμίρη Ιω., Ορθόδοξος Εκκλησιολογία, Αθήναι, 1973, σ. 25-102.) ». Ο Ι. ΚΑΡΜΊΡΗΣ χρησιμοποιεί τον όρο επίγειος Εκκλησία, την οποία όμως απλά δεν την ταυτίζει απολύτως με την βασιλεία. Βλ. σχ. Ι. ΚΑΡΜΊΡΗ, Δογματική Ορθόδοξος Εκκλησιολογία, Αθήναι 1973, σ.765, «Ούτω σκιαγραφείται εν τη Κ. Διαθήκη η ουράνιος Εκκλησία περιγραφικώς και εικονικώς και μεταφορικώς, επί πλέον δε “συμπληρούται εν τω βασιλεύεσθαι υπό του Θεού”, ως αληθής βασιλεία αυτού, εν η πληρούται το θείον θέλημα κατά τρόπον και εις βαθμόν τέλειον και πλήρη…. Εκ των ανωτέρω δήλον, ότι η επουράνιος εκκλησία περιλαμβάνετε εν τη ευρυτέρα βασιλεία του Θεού, προς ήν κατατείνει και καταλήγει ως προς τέλος η επίγειος Εκκλησία, μη υφισταμένης ουσιώδους διαφοράς μεταξύ της Εκκλησίας και της βασιλείας του Θεού, καθόσον αμφότεραι συνάπτονται και συμπίπτουσι μέχρι τινός, η δε επίγειος Εκκλησία ουδέν άλλον κυρίως είναι, αλλ’ η αποκάλυψις και απαρχή και παρουσία και μορφή και όργανον της βασιλείας του Θεού επί της γης, χωρίς όμως να ταυτίζεται απολύτως προς αυτήν».
362. ΓΡΗΓΟΡΊΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΆ ΣΥΓΓΡΆΜΜΑΤΑ, Αντιρρητικός γ΄, Επιμέλεια Π. ΧΡΉΣΤΟΥ, Τομ. Γ΄, εκδ. Κυρομάνος, Θεσ/νίκη 2010, σ.σ. «τους μετέχοντας αυτών(των ενεργειών) και ενεργούντας τη μετουσία κατ’ αυτάς, θεούς απεργαζόμενον κατά χάριν άναρχους και ατελεύτητους». Ο τίτλος του συγκεκριμένου λόγου είναι: « Μαρτυρίαι των αγίων δεικνύσαι ως οι της θείας χάριτος εν μεθέξει γενόμενοι άναρχοι και ατελεύτητοι κατ’ αυτήν είναι λέγονται». Ο άγιος χρησιμοποιεί χωρία πολλών προγενέστερών του πατέρων της Εκκλησίας, ιδιαιτέρως του αγ. Μαξίμου του Ομολογητού, που υποστηρίζουν την ίδια άποψη. Χαρακτηριστικά αναφέρουμε, ΜΑΞΊΜΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΎ, Περί αποριών, P.G. 91, 1137Β, 1309Β, 1141Α, 1144Α, 1144BC. Κεφάλαια γνωστικά 2, P.G. 90, 1137B. ΜΕΓ. ΒΑΣΙΛΕΊΟΥ, Κατ’ Ευνομίου, P.G. 29, 769B-772B, Περί αγ. Πνεύματος, P.G. 32, 132B. ΜΕΓ. ΑΘΑΝΑΣΊΟΥ, Κατά Απολλιναρίου 2, P.G. 26, 1160A. ΓΡΗΓΟΡΊΟΥ ΝΎΣΣΗΣ, Λόγος 7, εις Μακαρισμούς, P.G. 44, 1280C.
363. Σ. ΓΙΑΓΚΆΖΟΓΛΟΥ, ο. π. σ.σ. 88-89, «Η Εκκλησία της Καινής Διαθήκης στην παρούσα φάση της δεν συνταυτίζεται πλήρως με τη Βασιλεία. Η ύπαρξη της φθοράς και του θανάτου τη φέρει διαρκώς αντιμέτωπη με τη διαβρωτική δράση του κακού….. Αλλά τα έσχατα της Βασιλείας είναι ο μελλοντικός προορισμός, η τελική φάση της Εκκλησίας….. Η κοινωνία αυτή της θεώσεως είναι η Εκκλησία της Βασιλείας, όπου στο ευχαριστιακό Σώμα του Χριστού ανακεφαλαιώνονται και περιλαμβάνονται τα πάντα, η κτίσης και η ανθρωπότητα. Ο Χριστός ως κεφαλή ενώνει τα μέλη του Σώματός Του, δηλαδή την Εκκλησία, με την άκτιστη ζωή και κοινωνία της Αγίας Τριάδος. Άφθαρτοι και αθάνατοι οι συγκληρονόμοι Χριστού θα μετάσχουν από δόξης εις δόξαν στην “ητοιμασμένην αυτοίς Βασιλεία από καταβολής κόσμου”(Ματθ. 25, 3). Είθισται οι δογματολόγοι να επισυνάπτουν την εσχατολογία ως τελευταίο κεφάλαιο και κατακλείδα της εκκλησιολογίας, σαν να είναι τα έσχατα της Βασιλείας κάτι που αφορά την Εκκλησία στο απώτερο τέρμα της ιστορικής της διαδρομής και όχι άμεσα, εδώ και τώρα. Η Εκκλησία έχει παρελθόν, παρόν και μέλλον. Ο μεταιστορικός αυτός χαρακτήρας της τα φέρει εντός της Βασιλείας. Η Εκκλησία αντλεί την ταυτότητά της από τη Βασιλεία και προς αυτήν πορεύεται.»
364. Σ. ΓΙΑΓΚΆΖΟΓΛΟΥ, ο.π. σ. 92, «Η επίγεια ευχαριστία της Εκκλησίας ταυτίζεται με την υπερουράνια της Βασιλείας. Ο προεστός επίσκοπος της ευχαριστιακής συνάξεως είναι “εις τύπον Θεού” ή “εις τύπον και τόπον Χριστού”…. Η Ευχαριστία συνιστά την Εκκλησία και συνάμα συνιστάται από αυτήν. Ως το κατεξοχήν μυστήριο της Εκκλησίας, αποτελεί την φαινομενολογία της, καθόσον η πλήρης ταυτότητα και οντολογία της Εκκλησίας προέρχεται από τη Βασιλεία. Το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας προλαμβάνει και μετέχει στην αλήθεια των εσχάτων μέσα στην ιστορία και δια της ευχαριστίας η Εκκλησία γίνεται η μυσταγωγική εικόνα της Βασιλείας. Το ιστορικό είναι της εκκλησίας, ενώ δεν ταυτίζεται ακόμη με τη Βασιλεία, καθορίζεται εικονολογικά από αυτήν.»
365. Π. ΒΑΣΙΛΕΙΆΔΗ, Lex orandi, εκδ. Ίνδικτος, Αθήνα 2005, σ.σ. 168-169.

Δεν υπάρχουν σχόλια: