Τρίτη 25 Οκτωβρίου 2022

ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ (5)

 Συνεχίζεται απο : Τρίτη 30 Αυγούστού 2022

Hans Georg Gadamer.

 Υπήρξε για μένα κάτι σαν ένα κεραυνοβόλημα όταν, αρχίζοντας να διαβάζει το βιβλίο VII της Μεταφυσικής, μετέφρασε «το όν λέγεται πολλαχώς», όχι όπως συνήθως αλλά «το όν το λένε πολλαχώς». Το εκφράζουν, το λένε οι πολλοί, χωρίς να είναι ένας ορισμός ή μία έννοια το λέγεται. Λέγεται πολλαχώς από όλους, με διάφορους τρόπους. Αυτή ήταν η εκπληκτική καινοτομία.

Προσπαθήσαμε να δείξουμε κάποια συμφωνία με την νεωτερικότητα, τού Αριστοτέλη και ιδιαιτέρως μία νέα ερμηνεία τού Αριστοτέλη η οποία γεννιέται από την φαινομενολογία του Χούσσερλ και την ερμηνευτική μεταφυσική τού Μάρτιν Χάιντεγκερ.  Φανέρωσα την καθοριστική εντύπωση που μου προκάλεσε η ανάγνωση του κειμένου τού Χάιντεγκερ, όπου βρίσκουμε μία νέα ώθηση, μία διανοητική πρόκληση, που μας δείχνει έναν νέο Αριστοτέλη, έναν Αριστοτέλη, δηλαδή για τον οποίο ο λόγος είναι η γλώσσα όπως είναι στην ζωή, όπως συμβαίνει όχι μόνον στην επιστημονική έννοια, αλλά και στην πρακτική ζωή. Και από εδώ λοιπόν συμπεραίνεται καθαρά πώς η φιλοσοφία τού Χάιντεγκερ είναι κατά κάποιο τρόπο και σημασία, η συνέχεια και η ανάπτυξη τής φαινομενολογίας του Χούσσερλ, προς την ερμηνευτική. Αυτό το φαινομενολογικό πλαίσιο είναι φανερό περισσότερο στο "Είναι και χρόνος" παρά στον τελευταίο Χάιντεγκερ. 
          Αυτό το κείμενο του 1922 εκδόθηκε με μία δική μου εισαγωγή, την προηγούμενη χρονιά. Σ'αυτή την εισαγωγή έδωσα τον τίτλο "θεολογικά νεανικά γραπτά του Χάιντεγκερ", μιμούμενος μία αντίστοιχη έκδοση για τα γραπτά του Χέγκελ. Διότι όπως και τα κείμενα του Χέγκελ και τα κείμενα αυτά του Χάιντεγκερ, υπερβαίνουν την οποιαδήποτε θεολογική τους προσφορά. 
          Ο Χάιντεγκερ άσκησε μία μεγάλη επιρροή στην γενιά μας διότι εκτός του ότι ήταν τόσο νέος και ιδιοφυής, η ικανότης υποβολής που διέθετε, η ικανότης πειθούς, φανερωνόταν ακόμη και όταν ασχολιόταν με θέματα ιστορικό-φιλολογικά, όπως με την ερμηνεία του Αριστοτέλη ακριβώς, όπου μας βοηθούσε να δούμε με την ερμηνεία του ένα ολόκληρο παράδειγμα θεωρητικής φιλοσοφίας. Η ανάλυση της αριστοτελικής οντολογίας ήταν και μία έμμεση κριτική τής επιρροής που άσκησε στην Χριστιανική θεολογία. Ο Χάιντεγκερ με την δική του ανάγνωση, διάνοιγε έναν ιδιαίτερο φιλοσοφικό δρόμο, δρόμο σκέψης, ο οποίος θα απομακρυνθεί πολύ από την καθολική θεολογία [και θα φτάσει μέχρι τον Βουδισμό της Ανατολής, διότι δεν κατενόησε το τείχος της ελληνικής φιλοσοφίας που μας προστάτευε από το Ανατολικό αδιαφοροποίητο], αλλά δεν θα ταυτιστεί ούτε και με την προτεσταντική ή την θεολογία του Μπούλτμανν, στην οποία παραμένει ακόμη κάτι μυθολογικό και αόριστο, χωρίς φιλοσοφική αιτιολόγηση. 
          Υπάρχει όμως και άλλος ένας λόγος για τον οποίο η ερμηνεία του Χάιντεγκερ παραμένει ακόμη επίκαιρη. Παρουσιάζοντάς τον Αριστοτέλη σαν την καταγωγή μίας παραμορφώσεως της Χριστιανικής Θεολογίας [δίνουν τα πάντα για να σώσουν τον Αυγουστίνο], καθότι η οντολογία του ήταν ασυμβίβαστη με το Χριστιανικό μήνυμα, ο Χάιντεγκερ πήγαινε πέραν του Αριστοτέλη τής Θωμιστικής  παραδόσεως, πέραν του Αριστοτέλη της Μεταφυσικής και της Φυσικής, και απευθυνόταν και στην Ηθική επίσης και στην Ρητορική. 
          Το θέμα της Ρητορικής είναι η κανονική (κοινή) γλώσσα, της καθημερινής ζωής, και όχι η γλώσσα που χρησιμοποιείται στην επιστημονική ομιλία. Είναι η γλώσσα που βρίσκεται στο στόμα των ανθρώπων όπως αυτοί την ομιλούν επικοινωνώντας μεταξύ τους. [η αρχαία γνώμη και η σύγχρονη άποψη]. Στηριζόμενος λοιπόν στο πλαίσιο της Ρητορικής, ο Χάιντεγκερ, αναγνώριζε το αδιαχώριστο της λογικής διαστάσεως της σκέψης, από την σφαίρα των συγκινήσεων, θα λέγαμε της συναισθηματικής ζωής.[ΓΙΑ ΝΑ ΣΤΗΡΙΞΕΙ ΤΗΝ ΒΟΥΛΗΣΗ ΓΙΑ ΔΥΝΑΜΗ]. Αυτό εξάλλου ήταν και το μεγάλο προσόν της Ρητορικής Θεωρίας των Ελλήνων, για την οποία διαθέτουμε μία αποφασιστικής σημασίας απόδειξη στον Φαίδρο του Πλάτωνος (259 d….). Εδώ η Ρητορική δεν είναι απλώς κολακεία, και επομένως δημαγωγία, αλλά και μία μορφή κοινωνίας, δηλαδή μεταδόσεως του αληθινού και του αγαθού (όχι της αλήθειας, ούτε της αρχής της ενότητος που είναι το επέκεινα της ουσίας Αγαθό), πάνω στην βάση ψυχολογικών προϋποθέσεων, πάνω στην ικανότητα του ρήτορος δηλαδή ,να κατανοήσει πώς είναι δυνατόν να πλησιάσει τον ακροατή και να τον ερεθίσει με την ομιλία του. Αυτή ήταν η θετική πλευρά της γνωστής κριτικής του Πλάτωνος στην Ρητορική των σοφιστών, και μ'αυτή την έννοια ο Φαίδρος άνοιγε τον δρόμο για μία νέα θεωρία της ρητορικής, την οποία θα διαγράψει ο Αριστοτέλης στα τρία βιβλία της Ρητορικής, το έργο που εκθέτει την Ρητορική τεχνική και τους τρόπους με τους οποίους διδασκόταν στην Ακαδημία του Πλάτωνος. 
          Επιπλέον πρέπει να τονίσουμε πώς ο Χάιντεγκερ είχε προ οφθαλμών και την ηθική και πολιτική φιλοσοφία του Αριστοτέλη, την σπουδαιότητα της πρακτικής αίσθησης της ζωής, της πρακτικής νοήσεως, της ΦΡΟΝΗΣΗ. Και έτσι μπορούμε να ολοκληρώσουμε σ'αυτό το σημείο λέγοντας πώς όταν ο Χάιντεγκερ ερμήνευε τον Αριστοτέλη, δεν υπολόγιζε μόνον την μεταφυσική και την ηθική, αλλά και την ψυχολογία και την ανθρωπολογία τού Σταγειρίτη. Και όλο αυτό συνδέεται με την ερμηνεία τού ΛΕΓΕΤΑΙ, στο βιβλίο Ζ της μεταφυσικής, σαν αναφορά στις σημασίες που αναδύονται στην γλώσσα που ομιλούν οι άνθρωποι επικοινωνώντας μεταξύ τους.
          Υπάρχει μία άλλη διάσημη ερμηνεία του Αριστοτέλη από τον Χάιντεγκερ, στην οποία δεν θα επιμείνουμε όμως, όπου ερμηνεύει το περί φύσεως του Αριστοτέλη, και ιδιαιτέρως το Β1. Συντάχθηκε το 1940. Στην διάρκεια του πρώτου έτους τού παγκοσμίου πολέμου. Και η καταστροφή που προξένησε φαίνεται να αντικατοπτρίζεται, κατά κάποιο τρόπο, στην διαπραγμάτευση ακριβώς τής έννοιας τής φύσεως, η οποία φύσις από την αρχαιότητα πλαισιώνει όλη την ανθρώπινη εμπειρία και πάνω στην οποία είχε εμφανισθεί με τον πόλεμο, ο κίνδυνος μίας καθοριστικής καταστροφής, που δεν αντιπροσωπευόταν μόνον από τον πόλεμο, αλλά από την υπερδύναμη της τεχνολογίας. Ακόμη και στην ωριμότητα του λοιπόν ο Χάιντεγκερ συνέχισε να ερμηνεύει τον Αριστοτέλη.     
          Ας επιστρέψουμε όμως τώρα στο θέμα μας, στο πέρασμα δηλαδή  από την Πλατωνική διαλεκτική στην αριστοτελική φιλοσοφία, για να είμαστε δε ακριβείς, στην μεταμόρφωση της πρώτης στην δεύτερη. 
          Ας κάνουμε όμως ξανά μία προσημείωση ερμηνευτικού χαρακτήρος. Έχουμε από το ένα μέρος τους διαλόγους του Πλάτωνος και από το άλλο τα γραπτά του Αριστοτέλη. Και τα μεν και τα δε είναι φιλοσοφικά ντοκουμέντα αλλά εξ'απόψεως λογοτεχνικής είναι διαφορετικού γένους διότι, ενώ οι Πλατωνικοί διάλογοι είναι και ένα έργο μεγάλης ποιητικής αξίας, τα γραπτά του Αριστοτέλη είναι σημειώσεις και πραγματείες για την διδασκαλία. Βεβαίως έγραψε διαλόγους και ο Αριστοτέλης, που κέρδισαν τον θαυμασμό στην αρχαιότητα σαν "flumen aureum orationis", σύμφωνα με τα λόγια του Κικέρωνος, αλλά δεν έφτασαν σε μας. Ο Werner Jaeger προσπάθησε να τους επανασυνθέσει, αλλά γνωρίζουμε καλά πώς είναι αδύνατον να επανασυνθέσουμε μία σκέψη βασιζόμενοι σε ένα απόσπασμα ή μία αναφορά. Διότι σ'αυτή την περίπτωση η σκέψη που επανορθώνεται δεν ανήκει στο πρωτότυπο, αλλά στα συμφραζόμενα μέσα στα οποία το απόσπασμα αναφέρεται. Έτσι παίζουν καθοριστικό ρόλο, στην αποκατάσταση των αποσπασμάτων και οι προθέσεις αυτού που τα αναφέρει, διότι κατά κάποιο τρόπο τα ιδιοποιείται και προσθέτει σ'αυτά σημασίες διαφορετικές από το πρωτότυπο, οι οποίες στην συνέχεια εγκαθίστανται σαν νόμιμες στην παράδοση. Γι'αυτό το πρώτο πράγμα που πρέπει να σημειώσουμε είναι πώς η Πλατωνική φιλοσοφία και η αριστοτελική είναι επεξεργασμένες σε κείμενα που χαρακτηρίζονται από διαφορετικές λογοτεχνικές μορφές, που αντιστοιχούν και στις διαφορετικές προθέσεις των συγγραφέων. 
          Η ερμηνευτική είναι ακριβώς η τέχνη που επιτρέπει να ακουστεί η πρόθεση ενός κειμένου, ειδικά εάν πρόκειται για κείμενα τόσο διαφορετικά, όπως οι διάλογοι του Πλάτωνος από το ένα μέρος, και τα "χαρτιά εργασίας"  θα μπορούσαμε να πούμε, του Αριστοτέλη, από το άλλο. 

Συνεχίζεται 

Αμέθυστος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: