Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2011

ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΤΗΝ ΨΥΧΗ (6)

Η ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ όπως αναπτύχθηκε από τον C.G.Jung
της Barbara HANNAH

ΚΕΦΑΛΑΙΟ  2 (συνέχεια)
ΕΝΑ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ ΑΠΟ ΕΝΑΝ ΑΝΔΡΑ Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΟΥ EDWARD

Προτού ακολουθήσουμε τον Edward μακριά από τη στεριά και μέσα στην τρικυμισμένη θάλασσα του ασυνειδήτου, πρέπει να εξηγήσω το κύριο πρόβλημά του. Είχε μια δύσκολη παιδική ηλικία, χωρίς προστασία από την ψυχρή μητέρα του, και αντιπαθώντας πάρα πολύ τον ψυχρά ορθολογιστή πατέρα του. Όταν ήταν ακόμη παιδί, η μητέρα του πέθανε από καρκίνο. Επειδή ο άνδρας της αρνήθηκε να την αφήση να πάη στο νοσοκομείο, ο Edward καταδικάσθηκε να τη δη να πεθαίνη, στιγμή προς στιγμή, μέσα στο ίδιο τους το σπίτι. Το αποτέλεσμα αυτής της εμπειρίας ήταν μια βαθειά έλλειψη εμπιστοσύνης προς την ζωή. Όταν έκανε αυτό το βήμα εξερεύνησης του ασυνειδήτου στα 42 του χρόνια, δεν είχε μέχρι τότε ζήσει στην ουσία καθόλου. Είχε νυμφευθή, βέβαια, και είχε συντηρήσει την οικογένειά του με τις προσπάθειές του στο επάγγελμά του, αλλά είχε περιορίσει τον εαυτό του σε βιοποριστικούς σκοπούς, σε άχρωμες, ανούσιες προσπάθειες. Και δεν είχε αφήσει ποτέ τις αξιόλογες δημιουργικές του δυνάμεις ελεύθερες στο γράψιμο. Κατά συνέπεια, είχε ένα έντονο αίσθημα κατωτερότητας και δεν αισθανόταν καμμιάν απολύτως χαρά στην ζωή. Σαν βαθειά εσωστρεφής τύπος, δεν είχε καμμιάν αμφιβολία για την πραγματικότητα του συλλογικού ασυνειδήτου∙ η ενεργητική του φαντασία, με τις περιπέτειές της και τις παρά τρίχα διαφυγές, απαιτούσε τεράστια προσπάθεια και, μερικές φορές, χρειαζόταν μερικές μέρες ή και βδομάδες πριν μπορέση να βρή αρκετό θάρρος για να αντιμετωπίση το επόμενο βήμα. Είχε, εντούτοις, δεσμευθή να προχωρήση μέχρι τέλους όταν έκανε την εκλογή του και μπήκε μέσα στη βάρκα.

Αμέσως η στεριά χάνεται από μπροστά τους, και βρίσκονται μέσα σε βαθύ σκοτάδι. Το μόνο φως που υπάρχει, λάμπει αμυδρά από έναν δαυλό στην πλώρη της βάρκας, έναν δαυλό που ο βαρκάρης βάζει τον Edward να τον ανανεώνη, με μεγάλη δυσκολία, από καιρό σε καιρό. Η όμορφη γυναίκα – που εξαιτίας του ρόλου της την ονομάζει «Οδηγό» – σχετίζεται περισσότερο μαζί του, τον σκεπάζει με ένα ρούχο, τον ταΐζει πότε-πότε και, όποτε είναι εντελώς εξαντλημένος, του δίνει επίσης ένα ελιξήριο, που τον ανανεώνει εντελώς.

Η πρώτη του συνάντηση είναι με ένα κοπάδι όρνια, που τσιμπάνε ένα πτώμα μέσα στο νερό. Ο Edward ξεφωνίζει με τρόμο, αλλά η «Οδηγός» τού λέει απλά ότι «τέτοια πράγματα συμβαίνουν εδώ κάτω». Προσθέτει με μάτια που αστράφτουν και μιλώντας αυστηρά: «Όχι άλλες αυταπάτες! Τώρα είναι ζήτημα ζωής και θανάτου». Θυμάται κανείς το απόφθεγμα των αλχημιστών: «Πολλοί έχουν χαθεί στο έργο μας».

Μόλις γλυτώνοντας την καταστροφή μέσα σε ένα στενό, βραχώδες πέρασμα, πλέουν τώρα σε πιο ήρεμα νερά. Σχεδόν αμέσως, μια όμορφη, χρυσή πεταλούδα κάθεται επάνω στο χέρι της Οδηγού. Μετά από λίγο

πετάει και φεύγει και η Οδηγός λέει στον βαρκάρη να την ακολουθήση. Στην αρχή παραμένει το αδιαπέραστο σκοτάδι, έπειτα ένα θαμπό φως εμφανίζεται στον ορίζοντα. Φθάνουν μπροστά σε μια παραμυθένια εικόνα – ένα νησί με τα πιο όμορφα λουλούδια που μπορεί να φαντασθή κανείς. Προς απογοήτευση του Edward προσπερνάνε αυτό το ουράνιο τοπίο, αλλά οι διαμαρτυρίες του απορρίπτονται από την Οδηγό, που του λέει να πάρη λίγη ξεκούραση και θάρρος από την ομορφιά που είδε, αλλά ότι θα πρέπη να τελειώση πρώτα μια μακριά διαδρομή και να εκτελεσθούν πολλά καθήκοντα, για να κερδίση το δικαίωμα να αποβιβασθή σε ένα τέτοιο όμορφο μέρος.

Τελείως εξαντλημένος, ο Edward τρώει ψωμί, καπνιστό κρέας και πίνει κρασί που του το δίνει η Οδηγός, που τον αφήνει να κοιμηθή βαθειά με το κεφάλι του στην αγκαλιά της. Ξυπνάει από μιαν ισχυρή καταιγίδα και τρομάζει, καθώς η βάρκα κατευθύνεται ίσια προς το μέρος της. Το νερό γίνεται κοκκινοκίτρινο, και ξαφνικά, σαν από ένα ηφαίστειο, ένα τεράστιο σεντόνι από φωτιά πετάγεται στον αέρα και σχηματίζει έναν τοίχο μπροστά τους. Στο εκτυφλωτικά λευκό κέντρο αυτού του τοίχου από φλόγες εμφανίζονται δύο άστρα, που τελικά φαίνεται ότι είναι μάτια. Αυτά τα γαλάζια μάτια που κοιτάζουν τον Edward ανήκουν στο Πνεύμα της Φωτιάς, του Νερού, του Ανέμου και του Πάγου. Ο Edward πέφτει πανικόβλητος στον πάτο της βάρκας, ξεφωνίζοντας: «Καιγόμαστε! Πυρκαγιά!». Αλλά ο τοίχος από φωτιά σηκώνεται ακριβώς τόσο όσο χρειάζεται η βάρκα για να περάση από κάτω, μέσα από «ένα κύμα ζέστης, φωτός και ατμού».

Μπορεί κανείς να το συγκρίνη αυτό με την εμπειρία του Τηλέμαχου. Ως επί το πλείστον η Αθηνά εμφανίζεται σ’ αυτόν σαν ένα βοηθητικό, ανθρώπινο ον. Αλλά όταν εμφανίζεται σαν αθάνατη, ο Τηλέμαχος φοβάται όσο σχεδόν και ο Edward. Το βλέπει κανείς αυτό ιδιαίτερα στη σκηνή όπου ο Τηλέμαχος συναντάει τον πατέρα του στο καλύβι του χοιροβοσκού. Η Αθηνά μεταμορφώνει τον Οδυσσέα από τη μορφή τού βρώμικου, γέρου ζητιάνου, και του δίνει μια τέτοια ηρωική όψη, ώστε ο Τηλέμαχος δεν μπορεί να πιστέψη πως είναι πραγματικά ο πατέρας του. Είναι σίγουρος ότι ο Οδυσσέας είναι ένας παντοδύναμο θεός. Χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια για να πεισθή ο Τηλέμαχος για την ταυτότητα του ξένου. Εάν ξαναδιαβάσουμε την Οδύσσεια, θα δούμε ότι ο ίδιος τρόμος αναφαίνεται σε πολλά σημεία, ακόμη και με τον ηρωικό Οδυσσέα. Στο κάτω-κάτω η Γραφή μάς λέει ότι «αρχή σοφίας φόβος Κυρίου». Επομένως, δεν μπορούμε να εκπλαγούμε που ο Edward τρομάζει μόλις εμφανίζεται σ’ αυτόν το Πνεύμα της Φωτιάς.

Πραγματικά αισθάνεται τόσο αδύναμος, σαν να είχε περάσει μια μακριά αρρώστια, αλλά η Οδηγός τού δίνει ένα ποτό, που τρέχει μέσα στα κουρασμένα του μέλη και του δίνει καινούργια δύναμη. Η Οδηγός τότε χαίρεται γι’ αυτό το ταξίδι που έχουν κατορθώσει να κάνουν μέχρι στιγμής, λέγοντας ότι εδώ τελικά μπορεί να πάρη μιαν ανάσα∙ βρίσκεται στο στοιχείο της, και αισθάνεται απελευθερωμένη από τη «θανατηφόρα αιχμαλωσία της φαντασίας του πορνείου» επιτέλους. Είναι επίσης χαρούμενη που το πνεύμα κοιτάζει τον Edward, σαν να προετοιμάζη μιαν εργασία γι’ αυτόν. Ο Edward το βρίσκει αυτό ακόμη πιο τρομακτικό, επειδή εκείνη η μορφή είναι «τόσο γυναίκα, τόσο φλογερή, που θα ήταν θάνατος για μένα». Η Οδηγός παραδέχεται ότι το πνεύμα είναι επικίνδυνο, προειδοποιεί τον Edward ότι δεν πρέπει για κανέναν λόγο να του αντισταθή, και τον διαβεβαιώνει ότι, εάν του προσφέρη όλη την αφοσίωσή του, θα του δοθή κάποια δύναμη, που δεν θα μπορούσε ποτέ να τη βρη μόνος του. Έπειτα λέει ότι αυτό το πνεύμα της φωτιάς ψάχνει να βρη ανθρώπους για να εκφρασθή στον εξωτερικό κόσμο.

Αν και αυτή η ενεργητική φαντασία ολοκληρώθηκε χρόνια πριν γράψει ο Jung το βιβλίο «Αναμνήσεις, Σκέψεις, Όνειρα», βρίσκουμε εδώ ακριβώς την ίδια ιδέα που εκφράζει ο Jung αναλύοντας το όνειρό του με τον Yogi που είχε τα δικά του χαρακτηριστικά, και ο οποίος στο όνειρο του Jung κοιμόταν, ονειρευόμενος την ζωή του Jung στη γη. Ή όπως λέει ο Jung: «Για να το πούμε διαφορετικά: παίρνει ανθρώπινο σχήμα για να μπη στον χώρο της τρισδιάστατης ύπαρξης, σαν να έβαζε κάποιος τη στολή ενός δύτη, προκειμένου να κάνη κατάδυση. Στη γήινη μορφή μπορεί να περάση μέσα από τις εμπειρίες τού τρισδιάστατου κόσμου, και μέσω μιας μεγαλύτερη συνειδητότητας να κάνη ένα βήμα προς την κατεύθυνση της κατανόησής του.». (Αυτόθι, σ.σ. 323 κ.ε.).

Ο Edward ένοιωθε ότι θα τον κατέστρεφε ολοκληρωτικά το να υπηρετήση αυτήν τη γιγάντια, φλεγόμενη μορφή, ενώ η Οδηγός είχε τη γνώμη ότι αυτό θα ήταν η μεγαλύτερη τιμή που θα μπορούσε να του τύχη. Το πνεύμα της φωτιάς είναι προφανώς μια πρώτη εμφάνιση του Ταυτού, και ο Edward έρχεται αντιμέτωπος με το καθήκον, που τόσο μεγάλη αξία τού δίνει ο Meister Eckhart, του να παραιτηθή κάποιος από το δικό του θέλημα, έτσι ώστε η βουλή του Θεού, ή, στην ψυχολογική γλώσσα, του Ταυτού, να μπορέση να το αντικαταστήση.

Σε μια μακριά συζήτηση ανάμεσα στην Οδηγό και τον Edward, μαθαίνουμε πως αυτή πιστεύει πως ο Edward έχει τελείως αποτύχει στα καθήκοντα του πρώτου μισού της ζωής του, και τον επικρίνει αυστηρά. Αυτός αισθάνεται προσβεβλημένος, μια στάση που την υποστηρίζει με πολλήν επιδεξιότητα ο διάβολος, και προσπαθεί να κερδίση το παιχνίδι των επιχειρημάτων σε βάρος της Οδηγού. Ο Edward τώρα μαθαίνει ότι αυτός τη φυλάκισε στο πορνείο, επειδή οι μόνες φαντασίες που επέτρεπε ποτέ στον εαυτό του ήταν πορνογραφικού χαρακτήρα. Είχε προσπαθήσει με κάθε τρόπο να τον ξυπνήση και να τον κάνη να ζήση επιτέλους. Τελικά, σε μιαν απεγνωσμένη προσπάθεια, τον είχε κάνει ανίκανο. Αυτό τρομοκρατεί τον Edward, αλλά στο τέλος αυτή τον πείθει ότι η μόνη του ευκαιρία είναι να επωφεληθή όσο μπορεί από το δεύτερο μισό της ζωής του∙ να αποδεχθή όλους τους κινδύνους του κόσμου, στους οποίους αυτή τον είχε οδηγήσει, και να κάνη ό,τι μπορεί για να τα βγάλη πέρα.

Μέχρι τώρα – εκτός από το να αλλάζη τους δαυλούς όποτε χρειαζόταν – ο Edward δεν είχε πάρει  ε ν ε ρ γ η τ ι κ ό  μέρος στη φαντασία. Το να υπομείνη τους κινδύνους ήταν το μόνο που του ζητιόταν, αλλά τώρα, καθώς αλλάζει τον δαυλό, ο βαρκάρης με το καλυμμένο πρόσωπο του δίνει έναν άλλο δαυλό και ένα ζευγάρι ψηλές μπότες. Η Οδηγός τον πληροφορεί ότι τώρα πρέπει να αναλάβη ένα έργο εντελώς μόνος του: πρέπει να ελευθερώση μια γυναίκα που είναι φυλακισμένη σε μια σπηλιά, στο νησί που μόλις έχουν φθάσει. Τρομάζει τον Edward ακόμη περισσότερο λέγοντάς του ότι θα πρέπη να χτυπήση τα φίδια αμέσως με το ραβδί που του δίνει, και ότι θα πρέπη να χρησιμοποιήση τη φωτιά του δαυλού για να απομακρύνη τα άλλα ζώα. Παρ’ όλο που φοβάται και αισθάνεται πολύ ανεπαρκώς οπλισμένος, αποφασίζει και πάλι να υπακούση, και αποβιβάζεται μόνος του στο νησί.

Ο Edward περιγράφει αυτήν την περιπέτεια πολύ ζωηρά και σε αξιόλογη έκταση, γι’ αυτό χρειάστηκε εγώ να τη συντομεύσω πολύ. Πρώτα έχει να αντιμετωπίση ένα άγριο κοπάδι από σκυλιά, που πρέπει να τα φοβίση ή  ακόμη και να τα κάψη με τον δαυλό, για να φύγουν. Έπειτα συναντάει ένα πλήθος δηλητηριώδη φίδια, που πρέπει να τα σκοτώση γρήγορα με το ραβδί καθώς του επιτίθενται. Έντρομος ανακαλύπτει ότι βρίσκεται επάνω στο χείλος ενός κρατήρα ηφαιστείου, που είναι φανερό ότι πρόκειται πολύ γρήγορα να εκραγή. Το μονοπάτι οδηγεί προς τα κάτω, μέσα σ’ αυτόν τον φοβερό κρατήρα, και μετά, προς ανακούφισή του, πάλι επάνω, όπου αισθάνεται τη σχετικά δροσερή θερμοκρασία μιας σπηλιάς. Εκεί ανακαλύπτει πως βρέθηκε τελικά στη σπηλιά, όπου είναι φυλακισμένη η γυναίκα.

Αυτή είναι κάθε άλλο παρά ελκυστική, μια και βρίσκεται δεμένη στη σπηλιά για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα. Είναι κοκκαλιάρα και φαίνεται σαν ένας σωρός από κουρέλια. Με φρίκη ο Edward βλέπει ότι έχει τέσσερα μάτια, που όλα τους αλληθωρίζουν τρομερά. Είναι δεμένη με πολύ χοντρά και ανθεκτικά σχοινιά, και η μεγαλύτερη δυσκολία τού Edward είναι να τα κόψη. Ο διάβολος τον συμβουλεύει να σωθή ο ίδιος (επειδή ο ήχος του ηφαιστείου γίνεται σταθερά όλο και πιο απειλητικός), αλλά αυτός αντιστέκεται, ελευθερώνει τελικά τη γυναίκα και τη μεταφέρει έξω από τη σπηλιά. Η ελευθερία πάντως την αναζωογονεί, και σύντομα του δείχνει τον δρόμο για να φθάσουν σε ένα ασφαλές μέρος. Ο Edward έχει χάσει το ραβδί του και της φωνάζει να προσέχη τα φίδια. Όμως αυτά φοβούνται τα τέσσερα μάτια της∙ όσο τα κρατάει κάτω από το βλέμμα της, γλιστρούν απλώς μακριά χωρίς να προκαλέσουν ζημιά.

Με το ηφαίστειο να εκρήγνυται πίσω τους, και όλα να φωτίζονται από τη λάμψη του, φθάνουν στη βάρκα και μπαίνουν μέσα, αλλά ακόμη και η βάρκα απειλείται από την έκρηξη. Ευτυχώς, ο άνεμος είναι ευνοϊκός γι’ αυτούς, και διαφεύγουν σε πιο ήρεμα νερά. Όταν είναι πια ασφαλής, η Οδηγός συγχαίρει τον Edward για την εκπλήρωση ενός έργου, που αυτή είχε φοβηθή πως ήταν ανώτερο από τις δυνάμεις του, και αναζωογονεί και αυτόν και τη γυναίκα με τα τέσσερα μάτια, με μια γουλιά από το ελιξήριό της. Ο στραβισμός της γυναίκας αμέσως εξαφανίζεται, και τα τέσσερα μάτια της λάμπουν από μια «νικηφόρα και μαγευτική» φωτιά: κόκκινη, πράσινη, γαλάζια και κίτρινη.

Η Οδηγός λέει στην «τετραόμματη» γυναίκα ότι πρέπει τώρα να φροντίσουν τον Edward, που βρίσκεται στο τέλος των δυνάμεών του. Του ετοιμάζει ένα άνετο κρεββάτι, όπου επιτέλους μπορεί να κοιμηθή βαθειά. «Ασφαλής, ευτυχισμένος και απερίγραπτα κουρασμένος», βυθίζεται σε μιαν ασυνείδητη κατάσταση, αλλά ακούει ακόμη τη συζήτησή τους σαν από πολύ μακριά. Μαθαίνουμε μερικά πολύ ενδιαφέροντα πράγματα από αυτήν τη μακριά συζήτηση ανάμεσα σε αυτές τις δύο πλευρές της anima του. Το κυριώτερο από αυτά είναι, ότι ολόκληρη αυτή η περιοχή, και ο ίδιος ο Edward, είναι κάτω από τη δύναμη μιας γριάς μάγισσας, που είναι ο τρομακτικός αρχετυπικός πυρήνας του αρνητικού μητρικού συμπλέγματος του Edward. Η μητέρα του είχε πεθάνει πολύ νωρίς για να έχη ο Edward ένα προσωπικό μητρικό σύμπλεγμα, αλλά ο χώρος αυτός γέμισε, πολύ πιο καταστρεπτικά, από το αρχέτυπο της αρνητικής μητέρας. Ο Edward αρχίζει να συνειδητοποιή την εικόνα της, και αργότερα τη βλέπει, την εξουδετερώνει, και τελικά τη μεταμορφώνει. Πολλές φορές το χάσμα που δημιουργείται όταν η μητέρα πεθαίνει στην παιδική ηλικία ενός αγοριού, καλύπτεται κατά ένα μέρος από την αγάπη του πατέρα, αλλά ο πατέρας του Edward ήταν ένας ψυχρός, ορθολογιστής άνθρωπος, που δεν πρόσφερε στο μικρό παιδί καμμιά ζεστασιά ή οποιαδήποτε σχέση, και έτσι τον άφησε ακάλυπτο στην επίδραση του αρχετύπου.

Το αρχέτυπο της αρνητικής μητέρας είχε μπορέσει να φυλακίση και τις δύο αυτές μορφές της anima, αλλά ο μόνος λόγος γι’ αυτό ήταν ότι ο Edward δεν μπορούσε να του αντισταθή, καθώς και αυτός ο ίδιος είχε δεθή και είχε φυλακισθή, το ίδιο άσχημα όπως και οι γυναίκες. Όταν ήταν ακόμη πολύ νέος, η μάγισσα είχε εξασθένισει το ριψοκίνδυνο πνεύμα του και τον είχε δέσει με τη φαρμακερή της γλυκύτητα, έως ότου τον είχε με σιγουριά μπλέξει μέσα στα δίχτυα της. Ποτέ δεν είχε στραφή εναντίον της, ώσπου η συμφορά της ανικανότητάς του τον έκανε να επαναστατήση επιτέλους. Επαναστατώντας, απελευθέρωσε επίσης αυτές τις δύο μορφές anima, ώστε να είναι ικανές να δράσουν και να υπόσχονται και οι δύο στον εαυτό τους ότι η μάγισσα τελικά θα εξουδετερωθή.

Σ’ αυτήν τη μορφή της μάγισσας βρίσκουμε άλλον έναν παραλληλισμό με την Οδύσσεια. Η μάγισσα Καλυψώ, που κρατάει τον Οδυσσέα αιχμάλωτο τόσα χρόνια σε ένα μακρινό νησί, ήταν η αιτία όλης της ταλαιπωρίας  του στην Οδύσσεια. Τέτοιες μορφές μάγισσας είναι πάντοτε το αποτέλεσμα ενός μητρικού συμπλέγματος, είτε προσωπικού είτε αρχετυπικού, και αιχμαλωτίζουν όχι μόνον τον άνδρα, αλλά, όπως είδαμε  ήδη στην περίπτωση του Edward, αιχμαλωτίζουν επίσης τις θετικές μορφές της anima, που θα μπορούσαν να τον βοηθήσουν. Ήταν ακριβώς η ενέργεια της μάγισσας που στέρησε από τον Τηλέμαχο τη θετική πατρική του εικόνα, μέχρι που ενηλικιώθηκε πια, και αυτή βύθισε αυτόν και τη μητέρα του Πηνελόπη μέσα σε τόσες ατέλειωτες δυσκολίες με τους κακότροπους μνηστήρες. Η δυσκολία του Edward εδώ,  βασίζεται επομένως επάνω σε ένα αρχετυπικό πρότυπο, και έτσι δεν μπορεί να θεωρηθή προσωπικά υπεύθυνος γι’ αυτήν. Αλλά ακριβώς όπως ο Οδυσσέας έπρεπε να κατασκευάση τη βάρκα του ο ίδιος για να ξεφύγη από το νησί της μάγισσας, έτσι τώρα ο Edward πρέπει να βρη ο ίδιος τον δρόμο για να σώση τον εαυτό του από την καταστρεπτική μάγισσα-μητέρα του. Αλλά και ο Οδυσσέας και ο Edward δέχονται μεγάλη βοήθεια από τις μορφές της anima τους, και σε τελική ανάλυση από τον ύψιστο Θεό: στη γλώσσα μας, από το Ταυτό.

   Η Οδηγός δείχνει ιδιαίτερη συμπάθεια στον Edward, και αποφασίζει να μην τον αφήση να καταρρεύση, επειδή όλοι τους θα χάνονταν τότε. Έτσι, αποκαλύπτεται στον Edward σαν η δική του προσωπική anima, ενώ η τετραόμματη γυναίκα είναι μια πολύ πιο αρχετυπική μορφή. Το τέσσερα, σαν ένας τέλειος αριθμός, είναι ένα χαρακτηριστικό του Ταυτού∙ επομένως, αυτή η μορφή της αρχετυπικής anima έχει μέσα της στοιχεία του Ταυτού. Ο Jung έλεγε συχνά ότι η ακαταμάχητη δύναμη της anima ή του animus υπάρχουν μόνον όταν αυτή ή αυτός μπορούν να σταθούν ανάμεσα στο Ταυτό και στον άνθρωπο. Ο Edward έριξε μια ματιά στο Ταυτό, βέβαια, όταν είδε το Πνεύμα της Φωτιάς, στη μέση της θύελλας. Μια και η μόνη του αντίδραση ήταν φόβος που πλησιάζει τα όρια του πανικού, η anima μπόρεσε εύκολα να σταθή ανάμεσα σ’ αυτόν και στο Ταυτό, που θα το δούμε ακόμη πιο καθαρά σε μιαν άλλη μορφή της anima, η οποία εμφανίζεται στο τέλος της φαντασίας. Ο Edward έχει επιτύχει να αποκαταστήση μια σχέση ανάμεσα σ’ αυτόν και την προσωπική του anima, αλλά ο αρχετυπικός κόσμος του συλλογικού ασυνειδήτου είναι ακόμη ένα τρομακτικό γεγονός και πολύ αδιαφοροποίητο γι’ αυτόν.

Υπάρχουν μόνον ασαφείς υπαινιγμοί όσον αφορά αυτήν τη διαφοροποίηση ανάμεσα στις προσωπικές και τις αρχετυπικές μορφές της anima στην ιστορία του Οδυσσέα, επειδή αυτή η διαφοροποίηση αναπτύχθηκε πολύ αργά στην πορεία της ιστορίας. Ο Jung παρατήρησε κάποτε, σε μια συζήτηση επάνω στην ιστορία του Έρωτα και της Ψυχής στον «Χρυσό Γάιδαρο» του Απουλήιου, ότι ενώ η ψυχή έγινε μια θεά – δηλαδή μια καθαρά αρχετυπική μορφή της anima –, γέννησε μια κόρη, κι όχι έναν γιό. Η κόρη αντιπροσωπεύει μιαν άλλη μορφή anima στη γέννηση της προσωπικής της όψης, Αυτή η μορφή αντιπροσωπεύεται από την Οδηγό στη φαντασία του Edward. Πρέπει να θυμηθούμε ότι ο Απουλήιος έζησε περίπου χίλια χρόνια μετά τον Όμηρο και, αν και ήταν ο ίδιος καθαρός ειδωλολάτρης, γεννήθηκε συγχρονικά σε έναν κόσμο όπου ένα καινούργιο σύμβολο του Ταυτού – ο Χριστός – είχε ήδη πολλούς κρυφούς οπαδούς. Η προσωπική όψη της anima, η γέφυρα ανάμεσα στο συνειδητό και στο ασυνείδητο, αναπτύχθηκε τρομακτικά κατά τη χριστιανική περίοδο (ένα παράδειγμα είναι η μορφή της Βεατρίκης του Δάντη στη «Θεία Κωμωδία»). Η εργασία που έκανε ο Jung επάνω στην anima, την έφερε τελικά κατ’ ευθείαν μέσα στη συνείδηση του άνδρα.

Ευτυχώς, η Οδηγός πετυχαίνει να συγκρατήση την ανυπομονησία τής Γυναίκας με τα τέσσερα μάτια, η οποία διψάει για εκδίκηση ενάντια στη μάγισσα, που την είχε φυλακίσει επώδυνα για τόσα πολλά χρόνια, και αφήνουν τον Edward να κοιμηθή. Όταν ξυπνάη, του δίνουν ένα καλό γεύμα, και μόνον τότε καταλαβαίνει τη σημασία μιας δεύτερης βάρκας, που είναι δεμένη στη δική τους, και είχε εμφανισθή μυστηριωδώς ενώ αυτός έλειπε μακριά, στην αναζήτηση της αιχμάλωτης γυναίκας. Αυτός και η τετραόμματη γυναίκα πρόκειται να ξεκινήσουν μαζί με προορισμό το κρησφύγετο της μάγισσας, και σκοπό να την εξολοθρεύσουν.

Αυτή τη φορά, όμως, ο Edward είναι καλά οπλισμένος. Του δίνεται ένα πιστόλι με ένα μεγάλο απόθεμα από πυρομαχικά, και μια ακόμη πιο επικίνδυνη καραμπίνα. Εφοδιάζεται ακόμη με πολύ ψηλές λαστιχένιες μπότες, με τις οποίες μπορεί να περπατήση μέσα σε αρκετά βαθειά νερά. Ήδη του είχαν δοθή καινούργια ρούχα, επειδή τα δικά του είχαν καή και είχαν γίνει κομμάτια κατά την περιπέτειά του στο νησί με το ηφαίστειο. Στην τετραόμματη γυναίκα η Οδηγός δίνει επίσης λίγο ελιξήριο, για να μπορή να αναζωογονήση τον Edward σε ώρα ανάγκης, αλλά αυτός δεν το ξέρει αυτό για την ώρα.

Η περιπέτεια που παρακολουθήσαμε μέχρι τώρα αντιπροσωπεύει μόνον οκτώ συνέχειες, και χρειάσθηκε περίπου δύο μήνες για να πραγματοποιηθή, ενώ η διαδρομή του με την τετραόμματη γυναίκα και όλοι οι κίνδυνοι που συναντούν αποτελείται από δεκαοκτώ μέρη, και απασχόλησε τον Edward για περισσότερο από έξη μήνες. Την περιγράφει πολύ ζωηρά και με λεπτομέρειες, και βλέπει κανείς ότι τον έχει απορροφήσει εντελώς, αλλά και ότι πολλές φορές ήταν απελπισμένος από το αποτέλεσμα. Η τετραόμματη είναι μόνιμα πολύ πιο ανυπόμονη και απαιτητική από την Οδηγό, αλλά σιγά-σιγά καταλαβαίνει ότι, μια και η έκβαση εξαρτάται από την επιβίωση του Edward, πρέπει τουλάχιστον να τον κρατήση ζωντανό.


Aμέθυστος

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Κάποτε είχα και γω μια νεκροκεφαλή, μέσα σε ενα ντουλάπι.αληθινή. τη θύμιαζα τακτικά.

Ανώνυμος είπε...

τίνος ήταν;