Σάββατο, 22 Ιουνίου 2013

Η ΘΕΟΤΗΣ - RAIMON PANIKKAR

Η ΘΕΟΤΗΣ
RAIMON PANIKKAR
Εισαγωγή
Ίνα ο θεός τα πάντα εν πάσι (1 Κορ. 15,28)

Η θεότης αντιπροσωπεύει, καθότι σύμβολο, το αποκορύφωμα της προσπάθειας, εκ μέρους του ανθρώπου, για την ανακάλυψη της δικής του ταυτότητος σε αντιπαράθεση με τα όρια του σύμπαντος. Η θεότης είναι το σύμβολο αυτού που υπερβαίνει το ανθρώπινο ον και μαζί αυτού που είναι κρυμμένο στην πιο βαθειά του ουσία. Ενώ λοιπόν τα πλάσματα δέχονται το περιβάλλον που τα κυκλώνει απλά σαν ένα τετελεσμένο γεγονός, ο άνθρωπος υπάρχει σαν τέτοιος μόνον εάν αντιλαμβάνεται τόσο την αλληλεγγύη του με το σύμπαν, όσο και την διάκρισή του από αυτό. Στην διαδρομή του προς την ταυτότητα, ο άνθρωπος συναντά την θεότητα. Σε ένα ανοιχτό πολυπολιτισμικό πλαίσιο, η θεότης αντιπροσωπεύει την υπέρβαση όλων των ορίων της ανθρώπινης συνειδήσεως και την κίνηση του ανθρωπίνου πνεύματος, κατευθυνομένου προς την δική του ταυτότητα μέσω της αντιπαραθέσεως του με την έσχατη πραγματικότητα.

Η θεότης είναι η συνειδητοποίηση του ανθρώπου πως δεν είναι μόνος, πως δεν είναι ο απόλυτος κύριος της μοίρας του. Και αυτή η συνειδητοποίηση, όσο αόριστη και αν είναι, πλησιάζει τον άνθρωπο στην θεότητα. Η θεότης υπερβαίνει και ταυτόχρονα περιβάλλει τον άνθρωπο. Αποδεικνύεται αδιαχώριστη από την συνειδητοποίηση του ανθρώπου της ταυτότητός του, και παρ’ όλα αυτά παραμένει άπιαστη, κρυμμένη και για κάποιους φαινομενικώς ανύπαρκτη.

Η ΠΟΛΥΣΗΜΙΑ ΤΟΥ ΟΡΟΥ

Η θεότης είναι ένας όρος που διαθέτει πολλές σημασίες. Είναι ένας όρος διφορούμενος και πολύ συχνά πολεμικός. Οι διαφορετικές ερμηνείες που έχουν προταθεί κατά καιρούς αποδεικνύουν επιπλέον πως πρόκειται και για έναν σχετικό όρο.

Η ασάφεια

Ο όρος θεότης είναι ασαφής. Δεν πρόκειται για ένα πραγματικό όνομα. Ούτε για ένα κοινό όνομα, από την στιγμή που οι συστάσεις του αποδεικνύονται πολύ λίγο ομογενείς. Πρόκειται μάλλον για πολυπληθείς και διαφορετικές αφαιρέσεις. Το μεγαλύτερο μέρος των ονομάτων που αποδίδονται στο υπέρτατο ον ή στο θείο, ήταν κατά πάσα πιθανότητα, στην καταγωγή τους, κοινά ονόματα, επιλεγμένα για εντελώς ιδιαίτερους λόγους. Αυτό που ήταν γενικό γίνεται ιδιαίτερο και συγκεκριμένο και επιπλέον καθότι όνομα ενός ατομικού όντος, γίνεται και πρόξενος συγκινήσεων. Έτσι λοιπόν Allah προέρχεται πολύ πιθανόν από το al-illah, δηλαδή από κάτι που σημαίνει απλώς «ο θεός». Njinyi ή Nnui, το όνομα του θεού στους Bamun του Καμερούν, σημαίνει «αυτός που είναι σε κάθε τόπο» και φανερώνεται επομένως ταυτοχρόνως συγκεκριμένος και άπιαστος. Yahweh σημαίνει «αυτός που είναι» (ή αυτός που θα είναι) και γίνεται το κατεξοχήν ον στην χριστιανική παράδοση. Siva σημαίνει «ευνοικός, καλός, καλόβολος» και έτσι αντιπροσωπεύει για τους πιστούς του, το πιο υψηλό σύμβολο της θεότητος απογυμνωμένης από όλα της τα χαρακτηριστικά.

Με συντομία μπορούμε να πούμε λοιπόν πως υπάρχουν θεότητες που ονομάζονται Allah, Nnui, Yahweh ή Siva, αλλά δεν υπάρχουν θεότητες να ονομάζονται η θεότης. Λατρεύεται ο Visnu και ο Buddha, αλλά δεν λατρεύεται η θεότης καθεαυτή: μπορούμε να λατρέψουμε μόνον μια ξεχωριστή και ιδιαίτερη θεότητα. Ομιλούμε συχνά, στις θρησκευτικές παραδόσεις, για μεγαλύτερες ή μικρότερες θεότητες. Γι’ αυτό και ο όρος θεότης εν τέλει είναι πιο αφηρημένος του όρου θεός.

Στην Δύση, από την αρχαιότητα στον Μεσαίωνα και μέχρι σήμερα, θεότης, σαν μορφή επιθέτου, είναι ένας όρος που εφαρμόζεται πολύ συχνά και σε διάφορα πλάσματα, χωρίς καμμία θεολογική συνάφεια. Δραστηριότητες και άτομα, μπορούν να ορισθούν σαν θεία, διότι μετέχουν της θεότητος, αλλά όχι με έναν τρόπο με τον οποίο θα λέγαμε γι’ αυτά ότι μετέχουν του θεού. Οι συγγραφείς που κάνουν στροφή προς τα πνευματικά θέματα ή οι λαϊκοί ήρωες, καλούνται πολλές φορές, σε πολλές γλώσσες, θεϊκοί ή θείοι. Σε αυτή την περίπτωση ο όρος δείχνει απλά έναν χαρακτήρα μιας θείας λαμπρότητος, που μπορεί να μοιραστεί από πολλούς.

Ακόμη και ο όρος θεός ήταν κατ’ αρχάς ένα κοινό όνομα. Όμως πολύ γρήγορα έγινε το ιδιαίτερο όνομα του μοναδικού θεού των θεϊστών (και των άθεων επίσης, διότι πολλοί άθεοι είναι απλά αντιθεϊστές, ώστε και οι μεν και οι δε να ζουν στον ίδιο μυθικό ορίζοντα του μοναδικού προσωπικού θεού, απορρίπτοντάς τον ή αποδεχόμενοι αυτόν). Μόνον κατ’ επέκτασιν οι μελετητές ομιλούν για παράδειγμα, για αφρικανούς θεούς ή συζητούν γύρω από την Φύση των υπέρτατων όντων ή άλλων παραπλήσιων μορφών.

Σε κάθε περίπτωση, η θεότης δεν ταυτίζεται με τον θεό. Δεν πιστεύουμε στην θεότητα με την εξατομικευμένη σημασία με την οποία είναι δυνατόν να πιστεύουμε στον θεό. Μπορούμε όμως να δεχθούμε πως υπάρχει κάτι στο οποίο αντιστοιχεί ο όρος θεότης. Αυτός ο εισηγητικός (που εισηγείται την έννοια της θεότητος) θα διατηρεί πάντοτε έναν κάποιο βαθμό μυστηρίου και θα παρουσιάζει πάντοτε έναν κάποιο βαθμό μυστηρίου και θα παρουσιάζει ιδιαίτερους χαρακτήρες ελευθερίας, απείρου, ενυπάρξεως, υπερβατικότητος ή παρόμοια. Για μερικούς αυτή η μυστηριώδης οντότητα αποτελεί το μέγιστο παράδειγμα δεισιδαιμονίας, πρωτογονισμού και μιας καθυστερημένης συνειδήσεως και αντιπροσωπεύει μια δικαιολογία εκμεταλλεύσεως των άλλων κάτω από την απειλή μιας τρομακτικής δυνάμεως αλλά μόνον φανταστικής. Η ασάφεια λοιπόν του όρου είναι λοιπόν αξιοσημείωτη.

Η πολεμική χρήση

Θεότης όμως είναι και ένας πολεμικός όρος, που μερικές φορές χρησιμοποιήθηκε σε αντίθεση με μερικές πεποιθήσεις περί θεού, χωρίς όμως να σημάνει ποτέ μέχρι σήμερα μια ολοκληρωτική απόρριψη του θείου. Ο ευρωπαϊκός φιλοσοφικός θεϊσμός των τελευταίων αιώνων, που επεξεργάστηκε μια έννοια του θείου πιο ταιριαστή στις φυσικές επιστήμες που κυριαρχούσαν σιγά-σιγά, και όχι την ιδέα ενός προσωπικού θεού, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σαν παράδειγμα. Η θεότης των θεϊστών έπρεπε να αντικαταστήσει και να διορθώσει τον θεό των ίδιων των θεϊστών, χωρίς να εγκαταλείπουν όμως την πίστη σε ένα υπέρτατο Είναι (ον) ή σε μια πρώτη Αιτία. Αυτή η πολεμική όμως του 18ου αιώνος, δεν ήταν εντελώς νέα. Ο Πλούταρχος της Χαιρώνειας (46-119 μ. Χ), ο πληθωρικός ιερέας και φιλόσοφος των Δελφών, είναι ο πρώτος που χρησιμοποίησε τον όρο θεότης, στην διάρκεια της πολεμικής ενάντια στις ερμηνείες των ιστορικών μορφών των ηρώων που εμφανίζονται στο έργο του Εβέμερου της Μεσσήνης (περίπου 300 π.χ). Ο όρος θεότης εμφανίζεται και για μία μόνον φορά στην Κ.Δ. (Κολ. 2,9): στις πιο αρχαίες Λατινικές εκδοχές μεταφράζεται σαν deitas, ενώ η Βουλγκάτα χρησιμοποιεί τον πιο κοινό όρο divinitas, έναν όρο που ήταν άγνωστος πριν από τον Κικέρωνα (106 – 43 π.Χ). Στην προς Ρωμαίους επιστολή 1,20, συναντούμε τον όρο θειότης που μεταφράζεται με divinitas στην Βουλγκάτα.

Ο όρος όμως θεότης, δεν είναι μόνο πολεμικός μόνον απέναντι σε μια προσωπική έννοια του θεού. Είναι πολεμικός και σαν σύμβολο μιας κάποιας πολιτικής χρήσεως της θεότητος. Δεν πρέπει να ξεχνούμε τους θρησκευτικούς πολέμους, τις προσπάθειες νομιμοποιήσεως της εξουσίας και την χρήση βίας στο όνομα του θεού, των θεών ή της θεότητος. Ούτε τέλος την δικαίωση που υιοθετούν ορισμένες ιδεολογίες μέσω συνθημάτων τύπου «In God we trust». Πάρα πολύ συχνά η θεότης υπήρξε αιτία συγκρούσεων και πολέμων, πολλές φορές μάλιστα κάτω από την μάσκα της Ειρήνης.

ΣΧΕΤΙΚΟΤΗΣ

Στην προοπτική της κοινωνιολογίας της γνώσεως, η μοντέρνα χρήση του όρου θεότης θα μπορούσε να ερμηνευθεί σαν η προσπάθεια της Δύσεως να ανοίξει έναν πιο πλατύ ορίζοντα από εκείνον του μονοθεϊστικού θεού, αλλά χωρίς να διακόψει την συνέχεια με την παράδοση. Ο θεός ήταν ένα κοινό όνομα, που έγινε ειδικό: ο θεός του Αβραάμ. Από τότε αυτός ο θεός διέγραψε την έννοια του μοναδικού θεού, αυτόν που οι μουσουλμάνοι και οι Χριστιανοί ήθελαν να απλώσουν σε όλον τον κόσμο. Όλοι οι άλλοι ήταν «απλοί» θεοί ή στην καλύτερη περίπτωση άστοχα ονόματα για να ορίσουν τον αληθινό θεό.

Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε πως σήμερα οι Δυτικοί μελετητές προσπαθούν να ελευθερωθούν από την μονολιθική τους νοοτροπία, την αποικιοκρατική. Ο όρος θεότης είναι μήπως το τελευταίο οχυρό αυτής της νοοτροπίας; Θα το δούμε.

Από την διαπίστωση, φαινομενικώς παράδοξη μάλιστα, πως ο όρος εκφράζει τόσο τις πιο επικοινωνιακές πλευρές όσο και τις άρρητες πλευρές της θείας πραγματικότητος, μπορούμε να εξάγουμε δύο αντίθετα συμπεράσματα: ό,τι υπάρχει μετέχει ενός θείου χαρακτήρος. Όπως επίσης και πως τίποτε από αυτό που υπάρχει, ούτε και η ολότης των πραγμάτων, ενσαρκώνει ή περιλαμβάνει το θείο: Με συντομία μπορούμε να πούμε πως ο όρος λέει το παν, κάθε πράγμα, και μαζί δεν λέει τίποτα, κανένα πράγμα. Ξεκινώντας από αυτή την ασάφεια θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε επίσης πως είναι καλύτερα να αποφύγουμε εντελώς τον όρο ή τουλάχιστον να μιλήσουμε για τη θεότητα στον πληθυντικό, με την έννοια των ιδιαίτερων υπερανθρωπίνων οντοτήτων (θείων δηλαδή).

Υπάρχει όμως και μια άλλη δυνατή εκδοχή: Λόγω ακριβώς της πολυσημίας του, της πολύσημης φύσεώς του, ο όρος θεότης μπορεί να αποτελέσει μια βασική κατηγορία για την σπουδή και για την κατανόηση της θρησκείας. Το υποκείμενο της θρησκείας θα ήταν τότε προσαρτημένο στην θρησκεία, και όχι μόνον στον θεό ή στους θεούς. Πολυσημία δεν σημαίνει δηλαδή αναγκαίως σύγχυση: μπορεί να σημαίνει πλούτο σημασιών, ποικιλία νοημάτων. Θεότης θα μπορούσε να γίνει έτσι ένας όρος αυθεντικός, δηλαδή ένα σύμβολο που δεν έχει ακόμη φθαρεί από την κοινή χρήση, αντί να σημαίνει μια μονοσήμαντη έννοια.

Θα πρέπει τώρα λοιπόν να προσπαθήσουμε να καθορίσουμε το άνοιγμα του συμβόλου «θεότης», για να μελετήσουμε στην συνέχεια την δομή. Όσον αφορά το πλάτος, την ευρυχωρία του όρου, θα αναλύσουμε τις διαφορετικές μεθόδους προσεγγίσεως αυτού του συμβόλου στην πιο γενική του πλευρά. Σε μια δεύτερη στιγμή θα εξετάσουμε την δομή της θεότητος, αναλύοντας διαφορετικούς δρόμους, πλαίσια και προοπτικές, στο εσωτερικό των οποίων η θεότης μελετήθηκε. Θα περάσουμε στην συνέχεια δε, στην δομή της ανθρώπινης συνειδήσεως, κατά την στιγμή κατά την οποία τοποθετείται σε σχέση με την θεότητα. Θα παρουσιάσουμε τέλος μια σύντομη σύγκριση, μια αντιπαραβολή, ανάμεσα στην θεότητα και άλλες κατηγορίες, άλλο τόσο Γενικές, προσπαθώντας να αποκτήσουμε μια λεπτομερέστατη εικόνα. Θα ολοκληρώσουμε με μια σύνθεση των παρατηρήσεών μας.

(Συνεχίζεται)

Αμέθυστος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...