Δευτέρα 18 Αυγούστου 2025

Giovanni Reale - ΠΛΑΤΩΝ (61)

Συνέχεια από: Κυριακή 17 Αυγούστου 2025

Giovanni Reale 

ΠΛΑΤΩΝ

Χ

ΕΡΩΤΙΚΗ ΟΜΟΡΦΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΜΝΗΣΗ

ΑΝΟΔΟΣ ΣΤΟ ΑΠΟΛΥΤΟ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΟΜΟΡΦΙΑΣ

Η γνώση και η απόλαυση του Αγαθού στην εκδήλωσή του ως Ωραίο  - Η κλίμακα του Έρωτα

Ομορφιά και «ανάμνηση» του νοητού κόσμου

Ο Πλάτων θεωρεί ότι η ύστατη, η απόλυτη ρίζα της γνώσης παρέχεται από την «ανάμνηση», δηλαδή από μια «ενθύμηση» των Ιδεών, τις οποίες, πριν γεννηθεί σε σώμα (πριν ενσαρκωθεί), η ψυχή είχε δει και αντικρίσει στο «Λιβάδι/Λειμώνα της Αλήθειας», δηλαδή στον χώρο του Υπερουράνιου.[Ο ΛΟΓΟΣ ΣΤΟ ΝΟΥ]

Φυσικά, από μια άποψη, θα φαινόταν πιο λογικό να μιλά κανείς για την «ανάμνηση» σε συνάρτηση με το γνωσιολογικό πρόβλημα και ειδικότερα με τη διαλεκτική. Η ανάμνηση είναι, πράγματι, εκείνη η πνευματική δύναμη που καθιστά δυνατή τη «συνοπτική» στιγμή της διαλεκτικής, η οποία συνίσταται στο να προχωρεί κανείς από το μερικό στο καθολικό, και συνεπώς από τα αισθητά πράγματα προς τις Ιδέες. Αλλά ο Πλάτων παρουσιάζει αυτήν τη διδασκαλία του με τον πιο αποτελεσματικό και πειστικό τρόπο σε στενή σύνδεση με τον Έρωτα. Για αυτό, έκρινα πιο κατάλληλο να μιλήσω γι’ αυτήν ακριβώς στο πλαίσιο αυτής της προβληματικής.

Καταρχάς, πρέπει να σημειωθεί ότι ο Πλάτων παρουσιάζει τη διδασκαλία της «ανάμνησης» με δύο τρόπους: έναν μυθικό και έναν διαλεκτικό.

Από τη μία πλευρά, ανατρέχει στις ορφικο-πυθαγόρειες δοξασίες της μετεμψύχωσης, για τις οποίες θα μιλήσουμε παρακάτω: ο θάνατος δεν είναι παρά το τέλος μίας από τις ζωές της ψυχής στο σώμα· η γέννηση, με τη σειρά της, δεν είναι παρά μια νέα ζωή της ψυχής στο σώμα, που προστίθεται στις προηγούμενες. Συγκεκριμένα, η ψυχή έχει γνωρίσει τις πραγματικότητες που βρίσκονται στο επέκεινα (τις πραγματικότητες του επουρανίου κόσμου) και τις έχει ξεχάσει μπαίνοντας στα σώματα. Αυτή η «λήθη» δεν είναι, ωστόσο, απόλυτη: διεγερμένη από τις γνώσεις που της παρέχουν οι αισθήσεις, οι οποίες μας παρουσιάζουν τα αισθητά πράγματα ως «εικόνες» των ιδεατών πραγματικοτήτων, η ψυχή μπορεί να «θυμηθεί» εκείνες τις αιώνιες αλήθειες, αντλώντας τες από τον ίδιο της τον εαυτό, καθώς τις κατέχει ανέκαθεν. Με αυτή την έννοια, το να γνωρίζεις σημαίνει «να θυμάσαι».

Ήδη όμως από τον Μένωνα, όπου η διδασκαλία/θεωρία αυτή παρουσιάζεται για πρώτη φορά, το μυθολογικό αυτό επιχείρημα συμπληρώνεται αμέσως από μια παράλληλη απόδειξη διαλεκτικής φύσεως, αυστηρά δηλαδή λογικής, με ένα «μαιευτικό πείραμα». Ο Σωκράτης ανακρίνει έναν δούλο, απολύτως άσχετο με τη γεωμετρία, και καταφέρνει να τον οδηγήσει, μέσω της μαιευτικής μεθόδου, στη λύση ενός περίπλοκου γεωμετρικού προβλήματος που εμπλέκει τη γνώση του πυθαγορείου θεωρήματος. Και, αφού ο δούλος δεν είχε ποτέ μάθει γεωμετρία, το μαιευτικό πείραμα θα αποδείκνυε ότι άντλησε κάποιες αλήθειες από την ίδια του την ψυχή και, συνεπώς, τις «θυμήθηκε».

Στον Φαίδωνα ο Πλάτων προσφέρει μια επιπλέον απόδειξη αυτής της διδασκαλίας. Γνωρίζουμε, μέσω της αισθητηριακής εμπειρίας, πράγματα ίσα, τετράγωνα ή κυκλικά, τα οποία όμως δεν είναι ποτέ τέλεια τέτοια. Κι όμως, κατέχουμε γνώσεις για το τέλεια ίσο, το τέλειο τετράγωνο, τον τέλειο κύκλο, που περιέχουν κάτι παραπάνω σε σχέση με όσα μας προσφέρουν οι αισθήσεις. Προφανώς, αυτό το «παραπάνω», αφού δεν μπορεί να προέρχεται από την εμπειρία των αισθήσεων, πρέπει να προέρχεται από μέσα μας. Ο ίδιος μας ο νους δεν θα μπορούσε να δημιουργήσει αυτό το αντικειμενικό «πλέον», αυτό το αντικειμενικό «πλεόνασμα». Άρα, ο άνθρωπος, γνωρίζοντας, βρίσκει στην ψυχή του, ως αρχικό κτήμα, σαν ένα αρχέγονο απόκτημα, ορισμένες αλήθειες, και συνεπώς τις «θυμάται».

Η ίδια συλλογιστική ισχύει όχι μόνο για τις μαθηματικές αλήθειες, αλλά και για το δίκαιο, το ιερό, το ωραίο, και ούτω καθεξής: η γνώση τέτοιων πραγματικοτήτων που υπερβαίνουν τα αισθητά δεν θα μπορούσε να εξηγηθεί, λόγω της φύσης τους, παρά μόνο ως «ανάμνηση» μιας αρχικής κατοχής τους.

Στον Φαίδρο ο Πλάτων επαναλαμβάνει τη διδασκαλία (επανεξετάζει τη θεωρία), συνδέοντάς την ρητά με τη συνοπτική διαδικασία της διαλεκτικής, που οδηγεί από τα αισθητά στις Ιδέες, και με τον έρωτα.

Καταρχάς γράφει:

Πρέπει ο άνθρωπος να συνθέτει τη γνώση (να κατανοεί) βάσει αυτού που ονομάζεται Ιδέα, προχωρώντας από μια πολλαπλότητα αισθήσεων σε μια ενότητα που συλλαμβάνεται με τον νου. Και αυτή είναι μια ανάμνηση εκείνων των πραγμάτων που κάποτε η ψυχή μας είδε, όταν ακολουθούσε έναν θεό και έβλεπε από ψηλά τα πράγματα που λέγονται όντα, σηκώνοντας το κεφάλι προς αυτό που είναι αληθινά ον.

Και η ανάμνηση που οδηγεί σε αυτήν την άνοδο προς το αληθινό Είναι διεγείρεται κυρίως από τον Έρωτα, που ξαναδίνει φτερά στην ψυχή και την κάνει να επιστρέψει στον Υπερουράνιο τόπο.

Γιατί όμως ειδικά ο Έρωτας έχει αυτήν τη λειτουργία;

Διότι ο Έρωτας συνδέεται δομικά με την Ομορφιά, και ακριβώς η Ομορφιά είχε μια προνομιούχα μοίρα: να είναι μια εκδήλωση του Νοητού μέσα στο αισθητό. Και οι άλλες Ιδέες μπορούν να προσεγγιστούν μέσω της ανάμνησης, αλλά με κόπο και από λίγους. Αντίθετα, η Ομορφιά, λόγω αυτού του οντολογικού της προνομίου, προσφέρει μια καθαρή εικόνα του εαυτού της, με όλες τις συνέπειες που αυτό συνεπάγεται, και μέσω του Έρωτα καλεί την επιθυμία του Είναι.

Ας διαβάσουμε μια από τις πιο όμορφες σελίδες του Πλάτωνα:

«Αλλά, το να θυμάσαι αυτά τα όντα (η ανάμνηση αυτών των όντων), προχωρώντας από τα πράγματα εδώ κάτω, δεν είναι εύκολο για όλες τις ψυχές: όχι για εκείνες που είδαν με μια σύντομη ματιά τις πραγματικότητες του επουρανίου, ούτε για εκείνες που, πέφτοντας εδώ κάτω, είχαν κακή τύχη και, παρασυρμένες στην αδικία από κακές συντροφιές, ξέχασαν εκείνες τις ιερές πραγματικότητες που είχαν δει τότε. Παραμένουν λίγες ψυχές στις οποίες η ανάμνηση είναι επαρκώς παρών. Αυτές, όταν βλέπουν κάτι που είναι εικόνα των πραγματικοτήτων των άνω πραγματικοτήτων του επουρανίου, συγκινούνται βαθιά και δεν μένουν πια στον εαυτό τους. Όμως, δεν ξέρουν τι είναι αυτό που νιώθουν, γιατί δεν το αντιλαμβάνονται καθαρά. Τώρα, για τη δικαιοσύνη, τη σωφροσύνη και όλα τα άλλα πράγματα που έχουν αξία για τις ψυχές, καμία λαμπρότητα δεν υπάρχει στις εικόνες τους εδώ κάτω. Μόνο λίγοι, μέσω των σκοτεινών αισθητηρίων, πλησιάζοντας τα αντίγραφα, μόλις που βλέπουν το πρωτότυπο μοντέλο (το αρχέτυπο) που αναπαράγεται σε αυτά. Τότε όμως η Ομορφιά ήταν ορατή σε όλη της τη λαμπρότητα, σε έναν ευτυχισμένο χορό είχαμε μια μακαριστή όραση και θεωρία της, ενώ εμείς ακολουθούσαμε τον Δία και άλλοι ακολουθούσαν άλλους θεούς, και μυήθηκαμε σε εκείνη τη μύηση που δικαίως λέγεται η πιο ευτυχισμένη, που γιορτάζαμε όντας αγνοί και ανέγγιχτοι από τα κακά που θα μας περίμεναν στο μέλλον, θεωρώντας, μέσα στη μυσταγωγία, θεάματα ακέραια, απλά, αμετάβλητα και μακάρια, μέσα σε καθαρό φως, ενώ ήμασταν και εμείς καθαροί και δεν είχαμε ταφεί σε αυτόν τον τάφο που τώρα κουβαλάμε και ονομάζουμε σώμα, φυλακισμένοι σ’ αυτό σαν σε ένα οστρακόδερμο. Όλα αυτά, λοιπόν, ειπώθηκαν προς τιμήν της ανάμνησης, λόγω της επιθυμίας που έχουμε για τα πράγματα τότε, και τώρα μιλήσαμε αρκετά. Όσο για την Ομορφιά, όπως είπαμε, λάμπει ανάμεσα στις πραγματικότητες του επουρανίου το ίδιο το Είναι. Και εμείς, έρχοντας εδώ κάτω, την καταλάβαμε με την πιο ευαίσθητη αίσθησή μας, αφού λάμπει με τον πιο φωτεινό τρόπο. Γιατί η όραση, για εμάς, είναι η πιο οξεία από τις αισθήσεις που λαμβάνουμε μέσω του σώματος. Αλλά με αυτήν δεν βλέπεις τη Σοφία – γιατί, αν εμφανιζόταν οπτικά, θα προκαλούσε τρομερές έλξεις – ούτε βλέπεις τις άλλες αξιολάτρευτες πραγματικότητες. Τώρα, όμως, μόνο η Ομορφιά έλαβε αυτή τη μοίρα: να είναι η πιο ευκρινής (πιο φανερή στις αισθήσεις) και η πιο αγαπητή».

Πρέπει να έχουμε υπόψη ότι ο μυθικο-ποιητικός τόνος της αφήγησης εντάσσεται στο δραματουργικό παιχνίδι όπου βρίσκεται το μεγάλο λόγο του Σωκράτη περί έρωτος στον «Φαίδρο», και γι’ αυτό πρέπει να διαβαστεί και να γίνει κατανοητός μέσα σε αυτή την οπτική. Συχνά οι ερμηνευτές δεν προσπαθούν να φτάσουν στον θεωρητικό πυρήνα αυτής της μεταφοράς του Έρωτα που ξαναδίνει φτερά, και της διαπίστωσης ότι η Ομορφιά είχε την τύχη να είναι το ορατό Νοητό και μέσα στο πεδίο του αισθητού· κι έτσι δυσκολεύονται να κατανοήσουν ότι στο Κάλλος είναι το ίδιο το Αγαθό που φανερώνεται και ελκύει όλο και ψηλότερα.

Θα ήθελα, λοιπόν, να κλείσω αυτήν την παράγραφο με ένα απόσπασμα του Gadamer, που αντίθετα εντόπισε τέλεια, από ερμηνευτική σκοπιά, τη λειτουργία της ανόδου (αναγωγής) του Ωραίου και τη διαρκή αξία αυτής της πλατωνικής διδασκαλίας, ιδίως με τον τρόπο που εκφράζεται στη σελίδα που διαβάσαμε:

Ανήκει στην ουσία του [δηλ. του Ωραίου, του Κάλλους] το γεγονός ότι είναι κάτι που εμφανίζεται. Στην αναζήτηση του αγαθού, εκείνο που παρουσιάζεται πρώτα είναι το ωραίο, το κάλλος. Αυτό είναι πρωτίστως ένα χαρακτηριστικό με το οποίο παρουσιάζεται στην ανθρώπινη ψυχή. Αυτό που εμφανίζεται με τέλεια μορφή, ελκύει τον έρωτα. Το κάλλος μας κατακτά αμέσως, ενώ οι υποδειγματικές εικόνες των ανθρώπινων αρετών μπορούν να αναγνωριστούν μόνο αμυδρά μέσα στο θολό περιβάλλον των φαινομένων, αφού αυτές, θα λέγαμε, δεν έχουν δικό τους φως, σε σημείο που συχνά να εξαπατόμαστε από νόθες απομιμήσεις και ψευδείς εικόνες αρετής. Διαφορετικά συμβαίνει με το κάλλος· έχει μια ιδιάζουσα καθαρότητα, έτσι ώστε εδώ δεν μπορούμε να παρασυρθούμε από κακές απομιμήσεις του. Διότι “μόνο η ομορφιά έτυχε αυτού του προνομίου να είναι η πιο αισθητή από όλες και η πιο αξιαγάπητη”.

Δεν υπάρχουν σχόλια: