THOMAS ALEXANDER SZLEZÁK
Για τον Αριστοτέλη, λοιπόν, το περιεχόμενο της «ζητούμενης» επιστήμης είναι, κατ’ αρχήν, το ίδιο με εκείνο των προκατόχων του, αν και παραμένει ακόμη το καθήκον να διευκρινισθεί περαιτέρω το νόημα της έρευνας για τις «πρώτες αρχές» και τις «πρώτες αιτίες». Όσον αφορά, όμως, τα όρια της έρευνας και το επίπεδο αποδόσεως που της ζητείται, ο Αριστοτέλης φαίνεται να θέλει να αποσπασθεί αποφασιστικά, ιδίως από τον Πλάτωνα και τους Ακαδημαϊκούς.
Πανεπιστήμιο Τυβίγγης
Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΩΝ ΠΛΑΤΩΝΙΚΩΝ ΕΠΙΡΡΟΩΝ ΣΤΗ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ
V. Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ «ΤΩΝ ΠΑΝΤΩΝ»
V. Η ΕΠΙΣΤΗΜΗ «ΤΩΝ ΠΑΝΤΩΝ»
Το πρώτο γνώρισμα του «σοφού» (σοφός) είναι να κατανοεί «τα πάντα», ή να είναι αναγκαία σε θέση να γνωρίζει τα πάντα. Ο Αριστοτέλης, για να οριοθετήσει τη φιλοσοφική γνώση που δίνει λύση στην έρευνά του, ξεκινά από αυτήν την καθολικά παραδεκτή διαισθητική αφετηρία· ξεκινά, δηλαδή, από ένα ἔνδοξον, προσθέτει όμως αμέσως, περιοριστικά, ότι ο σοφός πρέπει να γνωρίζει τα πάντα στον βαθμό που αυτό είναι δυνατόν, χωρίς να κατέχει λεπτομερώς την επιστήμη «των πάντων», τη γνώση «των πάντων» (Α. 2, 982 a, 8-10). Η αφελής και προφιλοσοφική ιδέα, σύμφωνα με την οποία μπορεί να υπάρξει άνθρωπος σοφός που να γνωρίζει απολύτως τα πάντα, είχε ήδη υποβληθεί σε φιλοσοφική διευκρίνιση μέσα στο πλαίσιο της πλατωνικής έννοιας της διαλεκτικής. Η ικανότητα να υπαγάγει κανείς σε μία μορφή (εἶδος) εκείνο που είναι διάσπαρτο στον αισθητό κόσμο, ανήκει στον άνθρωπο ως άνθρωπο (Φαῖδρος, 249 Β, 6-C, 1). Αυτή η πνευματική δραστηριότητα της «συναγωγῆς» και η συμπληρωματική δραστηριότητα της «διαιρέσεως» (διαίρεσις), αποτελούν θεμέλιο και προϋπόθεση του να μιλά και να σκέπτεται κανείς ως τέτοιος (266 Β, 3-5). Εκείνος που, στοχαζόμενος πάνω σε αυτήν τη θεμελιώδη πλευρά, επεξεργάζεται την τέχνη του αληθινού ενώνειν και διαιρείν, είναι, για τον Πλάτωνα, «διαλεκτικός» (Β, 7-C, 1). Δεν μπορεί να διαφύγει απολύτως τίποτε από τη μέθοδο του ορισμού που περνά μέσα από την τέχνη της διαίρεσης (Σοφ. 235 C, 4-6). Η διαλεκτική, ωστόσο, φανερώνει μόνον ό,τι ήδη υπάρχει στην πραγματικότητα, έστω κι αν για μας δεν είναι πάντοτε εμφανές (πρβλ. Φίληβος 16 D, 2). Χωρίς αναφορά στη μέθοδο της διαίρεσης, ή στη διαλεκτική του ενός και των πολλών, αυτή η θεώρηση σημαίνει: όποιος γνωρίζει μπορεί «να θυμηθεί και όλα τα υπόλοιπα» ξεκινώντας από ένα μοναδικό σημείο αφετηρίας που αποκτήθηκε με ανάμνηση, «επειδή η φύση είναι όλη συγγενής και επειδή η ψυχή έχει μάθει τα πάντα» (Μένων, 81 C, 9-D, 3). Ο διαλεκτικός γνωρίζει, επιπλέον, την ιδέα του Αγαθού ως αρχή των πάντων (Πολ. 511 B) και έχει τη δύναμη να καταστήσει ρητό τον σύνδεσμο ανάμεσα στην αρχή και σε εκείνο που συνάγεται απ’ αυτήν (εκεί και 517 C). Η γνώση του Αγαθού καθεαυτόν αποκτάται με διάκριση από όλα τα υπόλοιπα (Πολ. 534 B, 9), όπως εξάλλου και η διαλεκτική νόηση (νοῦν σχείν) μπορεί να κερδηθεί μόνο μέσω μιας «εξερεύνησης –απεριόριστα απαιτητικής– όλων των δυνατοτήτων και προς όλες τις κατευθύνσεις» (Παϱμ. 136 Ε, 1, όπου γίνεται λόγος για εννοιολογικές διακρίσεις σε αντιπαράθεση προς όλα τα άλλα).
Εναντίον της ιδέας μιας «επιστήμης των πάντων» (ἐπιστήμη τῶν πάντων) ο Αριστοτέλης διαθέτει βαριές αντιρρήσεις, τις οποίες εκθέτει, μεταξύ άλλων, στο τέλος των Μετ. Α. 9 (992 b, 18 - 993 a, 2). Εδώ η επιστήμη εννοείται ως «επιστήμη αποδεικτική» με την ακριβή σημασία της θεωρίας της επιστήμης που διατυπώνεται στα Ἀναλυτικὰ ὕστερα. Μια επιστήμη δεν μπορεί να προχωρεί με αποδείξεις στο σύνολό της, αλλά πρέπει να ξεκινά από «αρχές» του πεδίου της, οι οποίες δεν αποδεικνύονται. Εξάλλου, αν εκείνος που ασχολείται με μια επιστήμη δεν γνωρίζει στην αρχή τίποτε από το περιεχόμενό της, τότε και εκείνος που θα έπρεπε να μάθει μια «επιστήμη των πάντων» δεν θα έπρεπε να γνωρίζει απολύτως τίποτε (β. 26-30)· ωστόσο, κάθε διδασκαλία και μάθηση ξεκινά με μια γνώση ήδη διαθέσιμη (Ἀναλ. ὕστ. I, 1, 71 a. 1-2). Για τη σύλληψη των «στοιχείων όλων των πραγμάτων» εμποδίζει κυρίως το γεγονός ότι τα όντα, τα πράγματα που «είναι», δεν χαρακτηρίζονται ως «όντα» με την ίδια σημασία (992 b, 18-22)· η ολιστική γνώση των στοιχείων θα έπρεπε λοιπόν να εργασθεί πάνω σε μια ομωνυμία, και επομένως δεν θα συλλάμβανε/κατανοούσε τίποτε πραγματικό. Όπως είναι γνωστό, ακριβώς με αυτό το επιχείρημα ο Αριστοτέλης αποκλείει, στα Ἠθικὰ Εὐδήμεια, ότι υπάρχει ενιαία επιστήμη του είναι· από εδώ συνήχθη ότι υπάρχει θεμελιώδης μεταβολή στην ιδέα του περί επιστημονικής οντολογίας, εντός της οποίας η αναγνώριση, στο βιβλίο Γ, μιας επιστήμης του είναι ως είναι θα αποτελούσε παρέκκλιση σε σχέση με την αρχική –ριζική– κριτική εναντίον των γνωστικών σκοπών της πλατωνικο-ακαδημαϊκής διαλεκτικής. (G. E. L. Owen, Logic and Metaphysics in some earlier works of Aristotle, στο: AA.VV., Aristotle in the Mid-Fourth Century, επιμ. Ι. DURING και G. E. L. Owen, Göteborg 1960, σσ. 163-190).
Εξάλλου, η νέα θεωρία της αποδεικτικής επιστήμης, στην οποία γίνεται έμμεση αναφορά στη Μετ. Α. 9, είναι κατάλληλη να ορίσει με νέο τρόπο τον χαρακτήρα μιας ενδεχόμενης «επιστήμης του όλου του είναι», σε αντίθεση με την πλατωνική θεμελίωση· δεν σχεδιάσθηκε όμως για να υπερβεί την αξίωση, κληρονομημένη από τον Πλάτωνα, να γνωρίζει κανείς «τα πάντα». Ο J. D. Evans, σε ακριβή ανάλυση όλων των σχετικών χωρίων, έδειξε ότι η ιδέα μιας «επιστήμης των πάντων» μπορούσε να έχει τριπλό περιεχόμενο: (α) τη μελέτη ορισμένων καθολικών όψεων/πτυχών, που βρίσκουν εφαρμογή σε όλα τα πράγματα· (β) τη μελέτη όλων των όψεων/πτυχών ενός συγκεκριμένου αντικειμενικού πεδίου· ή (γ) τη μελέτη όλων των όψεων/πτυχών όλων των πραγμάτων (J. D. Evans, Aristotle's Concept of Dialectic, London–New York 1977, ιδίως σσ. 41-52). Μόνο η τρίτη μορφή επιστήμης βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με την έννοια της επιστήμης στον Αριστοτέλη. Η πλατωνική διαλεκτική εμπίπτει πράγματι σε αυτόν τον τύπο «επιστήμης των πάντων» και καταδικάζεται με την κατηγορία ότι παραμένει μία πειραματική ικανότητα/τέχνη, που δοκιμάζει και θέτει σε δοκιμή, χωρίς να μπορεί να ανυψωθεί σε ἐπιστήμη (πρβλ. Γ. 2, 1004 b, 25 εξ. για τη διαλεκτική ως τέτοια). Η δεύτερη μορφή έρευνας επί των πάντων αντιστοιχεί στον γνωστικό σκοπό των επιμέρους επιστημών, ενώ η πρώτη παρέχει ακριβώς εκείνο στο οποίο και ο ίδιος ο Αριστοτέλης αποβλέπει με την «επιστήμη του είναι ως είναι»: σε όλα τα πράγματα να ερευνά την πλευρά της ουσιότητάς τους (σε όλα τα πράγματα, να αναζητάμε την ουσία τους), αλλά ακριβώς μόνο αυτή την πλευρά, χωρίς δηλαδή να πέφτει στο σφάλμα που διέπραξε ο Πλάτων, να θέλει να συλλάβει (ή να αποδείξει) τα συγκεκριμένα περιεχόμενα όλων των τομέων του είναι και όλων των αντικειμενικών περιοχών/πεδίων, μέσω μιας ολιστικής, ενιαία συλληφθείσας επιστήμης που τα περιλαμβάνει όλα, όπου οι αρχές θα ήταν ίδιες για όλα τα πράγματα.
Εναντίον της ιδέας μιας «επιστήμης των πάντων» (ἐπιστήμη τῶν πάντων) ο Αριστοτέλης διαθέτει βαριές αντιρρήσεις, τις οποίες εκθέτει, μεταξύ άλλων, στο τέλος των Μετ. Α. 9 (992 b, 18 - 993 a, 2). Εδώ η επιστήμη εννοείται ως «επιστήμη αποδεικτική» με την ακριβή σημασία της θεωρίας της επιστήμης που διατυπώνεται στα Ἀναλυτικὰ ὕστερα. Μια επιστήμη δεν μπορεί να προχωρεί με αποδείξεις στο σύνολό της, αλλά πρέπει να ξεκινά από «αρχές» του πεδίου της, οι οποίες δεν αποδεικνύονται. Εξάλλου, αν εκείνος που ασχολείται με μια επιστήμη δεν γνωρίζει στην αρχή τίποτε από το περιεχόμενό της, τότε και εκείνος που θα έπρεπε να μάθει μια «επιστήμη των πάντων» δεν θα έπρεπε να γνωρίζει απολύτως τίποτε (β. 26-30)· ωστόσο, κάθε διδασκαλία και μάθηση ξεκινά με μια γνώση ήδη διαθέσιμη (Ἀναλ. ὕστ. I, 1, 71 a. 1-2). Για τη σύλληψη των «στοιχείων όλων των πραγμάτων» εμποδίζει κυρίως το γεγονός ότι τα όντα, τα πράγματα που «είναι», δεν χαρακτηρίζονται ως «όντα» με την ίδια σημασία (992 b, 18-22)· η ολιστική γνώση των στοιχείων θα έπρεπε λοιπόν να εργασθεί πάνω σε μια ομωνυμία, και επομένως δεν θα συλλάμβανε/κατανοούσε τίποτε πραγματικό. Όπως είναι γνωστό, ακριβώς με αυτό το επιχείρημα ο Αριστοτέλης αποκλείει, στα Ἠθικὰ Εὐδήμεια, ότι υπάρχει ενιαία επιστήμη του είναι· από εδώ συνήχθη ότι υπάρχει θεμελιώδης μεταβολή στην ιδέα του περί επιστημονικής οντολογίας, εντός της οποίας η αναγνώριση, στο βιβλίο Γ, μιας επιστήμης του είναι ως είναι θα αποτελούσε παρέκκλιση σε σχέση με την αρχική –ριζική– κριτική εναντίον των γνωστικών σκοπών της πλατωνικο-ακαδημαϊκής διαλεκτικής. (G. E. L. Owen, Logic and Metaphysics in some earlier works of Aristotle, στο: AA.VV., Aristotle in the Mid-Fourth Century, επιμ. Ι. DURING και G. E. L. Owen, Göteborg 1960, σσ. 163-190).
Εξάλλου, η νέα θεωρία της αποδεικτικής επιστήμης, στην οποία γίνεται έμμεση αναφορά στη Μετ. Α. 9, είναι κατάλληλη να ορίσει με νέο τρόπο τον χαρακτήρα μιας ενδεχόμενης «επιστήμης του όλου του είναι», σε αντίθεση με την πλατωνική θεμελίωση· δεν σχεδιάσθηκε όμως για να υπερβεί την αξίωση, κληρονομημένη από τον Πλάτωνα, να γνωρίζει κανείς «τα πάντα». Ο J. D. Evans, σε ακριβή ανάλυση όλων των σχετικών χωρίων, έδειξε ότι η ιδέα μιας «επιστήμης των πάντων» μπορούσε να έχει τριπλό περιεχόμενο: (α) τη μελέτη ορισμένων καθολικών όψεων/πτυχών, που βρίσκουν εφαρμογή σε όλα τα πράγματα· (β) τη μελέτη όλων των όψεων/πτυχών ενός συγκεκριμένου αντικειμενικού πεδίου· ή (γ) τη μελέτη όλων των όψεων/πτυχών όλων των πραγμάτων (J. D. Evans, Aristotle's Concept of Dialectic, London–New York 1977, ιδίως σσ. 41-52). Μόνο η τρίτη μορφή επιστήμης βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με την έννοια της επιστήμης στον Αριστοτέλη. Η πλατωνική διαλεκτική εμπίπτει πράγματι σε αυτόν τον τύπο «επιστήμης των πάντων» και καταδικάζεται με την κατηγορία ότι παραμένει μία πειραματική ικανότητα/τέχνη, που δοκιμάζει και θέτει σε δοκιμή, χωρίς να μπορεί να ανυψωθεί σε ἐπιστήμη (πρβλ. Γ. 2, 1004 b, 25 εξ. για τη διαλεκτική ως τέτοια). Η δεύτερη μορφή έρευνας επί των πάντων αντιστοιχεί στον γνωστικό σκοπό των επιμέρους επιστημών, ενώ η πρώτη παρέχει ακριβώς εκείνο στο οποίο και ο ίδιος ο Αριστοτέλης αποβλέπει με την «επιστήμη του είναι ως είναι»: σε όλα τα πράγματα να ερευνά την πλευρά της ουσιότητάς τους (σε όλα τα πράγματα, να αναζητάμε την ουσία τους), αλλά ακριβώς μόνο αυτή την πλευρά, χωρίς δηλαδή να πέφτει στο σφάλμα που διέπραξε ο Πλάτων, να θέλει να συλλάβει (ή να αποδείξει) τα συγκεκριμένα περιεχόμενα όλων των τομέων του είναι και όλων των αντικειμενικών περιοχών/πεδίων, μέσω μιας ολιστικής, ενιαία συλληφθείσας επιστήμης που τα περιλαμβάνει όλα, όπου οι αρχές θα ήταν ίδιες για όλα τα πράγματα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου