Enrico Berti - festival filosofia 2009
https://www.youtube.com/watch?v=ivO5S-DqpYU&t=1s
Είναι μια λέξη που χρησιμοποιούμε όλοι στην καθημερινή μας γλώσσα και που δηλώνει μια πραγματικότητα που ανήκει στη ζωή όλων των ανθρώπων. Ωστόσο, οι φιλόσοφοι την έκαναν αντικείμενο ιδιαίτερης προσοχής· πρέπει να πω κυρίως οι αρχαίοι φιλόσοφοι.
Ο Πλάτων αφιέρωσε διαλόγους στη φιλία. Ο Αριστοτέλης, όπως ήδη μας θύμισε η δόκτωρ Marzotto, αφιέρωσε δύο ολόκληρα βιβλία από τα δέκα των Ηθικών Νικομαχείων στη φιλία. Στη φιλία αφιέρωσε διάλογο και ο Κικέρων. Όπως βλέπετε, οι μεγαλύτεροι φιλόσοφοι της αρχαιότητας ασχολήθηκαν με αυτό το θέμα και στον τομέα αυτόν άφησαν ένα ίχνος που μπορεί να θεωρηθεί οριστικό.
Αλλά ο λόγος για τον οποίο η φιλία στους αρχαίους δεν έχει μόνο αυτήν τη σημασία είναι ότι εκείνοι ανέπτυξαν μια έννοια φιλίας κάπως διαφορετική, ίσως πολύ διαφορετική, από αυτήν που χρησιμοποιούμε εμείς συνήθως. Μια έννοια που, κατά τη γνώμη μου, αξίζει να ξανασκεφτούμε, γιατί μπορεί να αποδειχθεί γόνιμη και για εμάς. Είναι η έννοια της φιλίας ως πολιτικής αρετής.
Τι εννοούμε εμείς με τη λέξη «φιλία» όταν τη χρησιμοποιούμε; Εννοώ φυσικά τη δική μας συνηθισμένη και περιορισμένη χρήση αυτού του όρου. Σήμερα υπάρχει μια πληθωριστική χρήση, γιατί στο Facebook, για παράδειγμα, κάποιος δηλώνεται «φίλος» του ενός ή του άλλου, και η έννοια της φιλίας χρησιμοποιείται με τρόπο υπερβολικά χαλαρό. Αλλά όταν μιλούμε σοβαρά και λέμε «έχω φίλους, αυτοί είναι οι φίλοι μου», τότε δίνουμε στη λέξη «φιλία» το νόημα ενός αισθήματος: δηλαδή εγώ αισθάνομαι αγάπη, στοργή απέναντι σε αυτά τα πρόσωπα.
Και γενικά το περιορίζουμε σε λίγα άτομα. Οι περισσότεροι από εσάς, πιστεύω πως είναι κοινή εμπειρία – κι εγώ είμαι πια αρκετά μεγάλος για να το πω από προσωπική εμπειρία – ότι οι πραγματικές και μεγάλες φιλίες είναι αυτές που γεννιούνται στα χρόνια του λυκείου, στα χρόνια του πανεπιστημίου, και μερικές φορές καταφέρνουν να κρατήσουν μια ολόκληρη ζωή. Όμως αυτό είναι ένα ιδιαίτερο νόημα· για παράδειγμα, δεν ονομάζουμε «φιλία» οποιαδήποτε μορφή στοργής.
Η στοργή που υπάρχει, για παράδειγμα, ανάμεσα σε γονείς και παιδιά, δεν είναι απαραίτητα φιλία· μερικές φορές είναι – ξέρω γονείς που καμαρώνουν λέγοντας «είμαι φίλος με τα παιδιά μου»· αλλά δεν είναι πάντα έτσι, γιατί τα παιδιά συχνά δεν ζητούν έναν φίλο στο πρόσωπο του γονιού· εκεί αναζητούν έναν γονιό. Και μερικές φορές για να ξεχωρίσουμε τη στοργή από τη φιλία το τονίζουμε· τόσο που όταν δύο ερωτευμένοι χωρίζουν και αποφασίζουν να τελειώσουν αυτό που οι ίδιοι ονομάζουν αγάπη, λένε: «ας μείνουμε φίλοι». Αυτό σημαίνει ότι αγάπη και φιλία είναι δύο διαφορετικά πράγματα, αφού το ένα τελειώνει και το άλλο θα ήθελαν να συνεχίσει.
Να, ενώ εμείς δίνουμε στη φιλία αυτήν την περιορισμένη σημασία, για τους αρχαίους ο όρος –σύμφωνα με τους φιλοσόφους– που χρησιμοποιούσαν για να δηλώσουν τη φιλία ήταν η λέξη φιλία (philia), που προέρχεται από το επίθετο φίλος, αλλά σημαίνει επίσης αγαπητός, πολύτιμος.
Τι νόημα είχε λοιπόν αυτή η λέξη; Είχε, από μια άποψη, ευρύτερη σημασία απ’ ό,τι σήμερα, και από μια άλλη άποψη, στενότερη. Ευρύτερη, γιατί δήλωνε κάθε μορφή στοργής: τη στοργή ανάμεσα σε ερωτευμένους, τη στοργή ανάμεσα σε φίλους με τη σύγχρονη έννοια του όρου – αυτούς που όλοι έχουμε – και, το πιο παράδοξο, ακόμη και τη στοργή ανάμεσα σε συμπολίτες, δηλαδή ανάμεσα σε εκείνους που ανήκουν στην ίδια πόλη, στην ίδια πολιτική κοινωνία, στη πόλη (polis), από όπου προέρχεται και η λέξη «πολιτική».
Με αυτή την ευρύτερη έννοια, λοιπόν, για τους αρχαίους η φιλία, όπως και για εμάς, ήταν επίσης ένα συναίσθημα. Ο Αριστοτέλης, στα Ηθικά Νικομάχεια, κατατάσσει τη φιλία, τη philia, ανάμεσα στα πάθη (pathē), δηλαδή τα συναισθήματα: όπως η επιθυμία, η οργή, ο φόβος, ο φθόνος, η ζήλια, η συμπόνια· όλα αυτά είναι πάθη, είναι διαθέσεις της ψυχής, και ανάμεσά τους αριθμεί και τη φιλία.
Αλλά η φιλία δεν είναι μόνο συναίσθημα. Η φιλία είναι επίσης – και εδώ αναφέρομαι στον Αριστοτέλη – συστηματικά κάτι παραπάνω: εκτός από συναίσθημα, είναι και αυτό που εκείνος αποκαλεί «ἕξις», δηλαδή μια σταθερή κατοχή, μια έξη, μια μόνιμη διάθεση που αποκτάται μέσω της συνήθειας, μέσω της επανάληψης μιας σειράς πράξεων.
Ως έξη, για τον Αριστοτέλη, μπορεί να είναι θετική ή αρνητική. Οι θετικές έξεις είναι οι αρετές, ενώ οι κακές έξεις είναι τα ελαττώματα.
Εδώ όμως χρειάζεται μια διευκρίνιση: γιατί για εμάς η λέξη «αρετή» και «ελάττωμα» –καταρχάς– είναι λέξεις που σήμερα χρησιμοποιούνται λιγότερο, και επιπλέον τείνουμε να αποδίδουμε στη λέξη «αρετή» μια ηθικολογική σημασία· κι ο ηθικισμός δεν αρέσει σε πολλούς.
Διαφορετικό ήταν το νόημα που έδιναν οι αρχαίοι Έλληνες στην ἀρετή, που προέρχεται από τη ρίζα ἀρ- (όπως στο «ἄριστον»), που σημαίνει «το άριστο, το τέλειο». Έτσι, η ἀρετή δεν είναι απλώς ηθική αρετή· είναι κάθε μορφή αριστείας, κάθε μορφή ικανότητας. Για παράδειγμα, λέμε ακόμη και σήμερα «βιρτουόζος» για έναν σπουδαίο πιανίστα ή βιολιστή· δεν αναφερόμαστε στον χαρακτήρα του, αλλά στην καλλιτεχνική του επιδεξιότητα. Από εκεί και ο όρος «βιρτουοζιτέ».
Αυτό ήταν το νόημα που έδιναν οι αρχαίοι στην «αρετή»: μια μορφή αριστείας, τελειότητας.
Λοιπόν, κατά τον Αριστοτέλη, αλλά ήδη και κατά τον Πλάτωνα, και αργότερα για τον Φιλόδημο και για τον Κικέρωνα και για όλους τους φιλοσόφους της αρχαιότητας, η φιλία δεν είναι μόνο ένα συναίσθημα, δεν είναι μόνο μια έξη· είναι μια μορφή αριστείας, μια μορφή τελειότητας. Με λίγα λόγια, ο άνθρωπος που καταφέρνει να καλλιεργήσει τη φιλία είναι ένας καλύτερος άνθρωπος, ένας πιο άριστος άνθρωπος σε σχέση με εκείνον που δεν κατέχει αυτήν την αρετή.
Αλλά πάντοτε γεννάται το ερώτημα: είναι πάντοτε αρετή; Μπορούμε να πούμε ότι κάθε μορφή φιλίας είναι αρετή; Γιατί γνωρίζουμε ότι υπάρχουν και άλλες μορφές φιλίας, όπως στα παιδιά, με την έννοια ότι βοηθιούνται, συνεργάζονται· αλλά μπορούμε να πούμε ότι αυτό είναι αρετή;
Εδώ έρχεται η διάσημη διάκριση – την οποία θυμήθηκε νωρίτερα και η δόκτωρ Marzotto, προλαβαίνοντας μεγάλο μέρος της ομιλίας μου –: ο Αριστοτέλης κάνει μια περίφημη διάκριση και λέει ότι υπάρχουν τρία είδη φιλίας, τρεις μορφές φιλίας· η μία βασισμένη στην ηδονή, η άλλη στο χρήσιμο και η τρίτη στο αγαθό.
Δηλαδή τρία διαφορετικά αντικείμενα, τρεις διαφορετικοί λόγοι για τους οποίους κανείς γίνεται φίλος. Μπορώ να είμαι φίλος με κάποιον ή κάποια γιατί είναι για μένα πηγή ηδονής. Και αυτή, λέει ο Αριστοτέλης, είναι μια θεμιτή μορφή φιλίας· μάλιστα πολύ διαδεδομένη, πολύ συνηθισμένη, πολύ ανθρώπινη.
Οι άνθρωποι γίνονται φίλοι γιατί προσφέρουν αμοιβαία ευχαρίστηση.
Ξέχασα να πω, στην εισαγωγή, ότι η φιλία, για να είναι φιλία, πρέπει να είναι αμοιβαία· αλλιώς δεν είναι φιλία, είναι απλώς ευμένεια, είναι απλώς αλτρουισμός, είναι απλώς φιλανθρωπία. Μπορεί να υπάρχει κάποιος τόσο καλός που να αγαπά όλους, ένας φιλάνθρωπος· αλλά δεν μπορεί να πει κανείς ότι είναι φίλος με όλους, διότι η φιλία –και εδώ ο Αριστοτέλης είναι πολύ σαφής– προϋποθέτει κάποια αμοιβαιότητα· πρέπει να ανταποδίδεται.
Και πρέπει επίσης να είναι φανερή, να είναι εμφανής, να είναι δηλωμένη, για να υπάρχει· για να υφίσταται αυτή η αμοιβαιότητα.
Τώρα, αυτό είναι ιδιαίτερα φανερό στην πρώτη μορφή φιλίας, εκείνη που βασίζεται στην ηδονή. Εσείς είστε πιο νέοι, στην πλειονότητά σας· είστε όμορφοι, γιατί η νεότητα είναι η περίοδος της ζωής όπου ο άνθρωπος είναι πιο όμορφος· κι έτσι είστε ο ένας για τον άλλον πηγή ηδονής. Και γι’ αυτό το είδος φιλίας που γεννιέται πιο αυθόρμητα, πιο συχνά, είναι ακριβώς εκείνο που βασίζεται στην ηδονή.
Ο Αριστοτέλης λέει ότι αυτή η μορφή φιλίας είναι κυρίως διαδεδομένη στους νέους. Δεν έχει τίποτε το μεμπτό· έχει όμως ένα όριο: αν εξαρτάται από την ηδονή, διαρκεί όσο διαρκεί η ηδονή. Τη στιγμή που οι άνθρωποι που είναι φίλοι με βάση αυτήν τη μορφή δεν βρίσκουν πια ηδονή ο ένας στον άλλον, η φιλία που στηρίζεται αποκλειστικά στην ηδονή αποδεικνύεται σύντομης διάρκειας.
Η δεύτερη μορφή φιλίας, όπως είπαμε πριν, είναι εκείνη που βασίζεται στο χρήσιμο. Σήμερα θα λέγαμε ότι γινόμαστε φίλοι με ορισμένα πρόσωπα γιατί μας συμφέρει. Αυτή η μορφή φιλίας, σε αντίθεση με την πρώτη, είναι πιο συχνή στους ηλικιωμένους, οι οποίοι έχουν λιγότερη ηδονή να αντλήσουν ο ένας από τον άλλον. Και αυτή δεν έχει από μόνη της κάτι το αρνητικό, αλλά έχει το όριο ότι, εάν κάποια στιγμή πάψω να βλέπω το όφελος από αυτήν τη σχέση, τότε αλλάζουν και οι σχέσεις· επομένως, κι αυτή αποδεικνύεται μη διαρκής.
Όπως καταλαβαίνετε, όλα αυτά οδηγούν στο ότι η τρίτη μορφή, εκείνη που βασίζεται στο αγαθό, είναι η αληθινή φιλία, δηλαδή εκείνη που πραγματικά είναι αρετή, μια μορφή αριστείας, τελειότητας. Αυτή όμως δεν είναι εύκολο να οριστεί· γιατί ενώ η ηδονή και το χρήσιμο είναι έννοιες εύκολα κατανοητές, τι σημαίνει φιλία βασισμένη στο αγαθό; Σημαίνει ότι αγαπώ κάποιον επειδή τον θεωρώ άνθρωπο αξίας, άνθρωπο άξιο εκτίμησης, θαυμασμού· άνθρωπο ευφυή, έντιμο, ακόμη και ευχάριστο· άνθρωπο που έχει όλες τις ποιότητες που μπορεί να επιθυμήσει κανείς.
Κι αν κι εγώ με τη σειρά μου είμαι, σε κάποιο μέτρο, άνθρωπος άξιος εκτίμησης και αναγνώρισης, και καταφέρω να ανταποδοθεί το ίδιο, να με αγαπήσει κι εκείνος, τότε σε αυτή την περίπτωση υφίσταται η φιλία που θεμελιώνεται στο αγαθό, στο εσωτερικό αξιακό περιεχόμενο των ανθρώπων.
Και αυτή, λέει ο Αριστοτέλης, δεν είναι μόνο η πιο μακρόβια μορφή φιλίας, γιατί ποιότητες όπως η εσωτερική αξία, η νοημοσύνη, η εντιμότητα διαρκούν πάντοτε· αλλά είναι και μια φιλία που, θα λέγαμε, εμπεριέχει και τα πλεονεκτήματα των άλλων δύο· τα περιλαμβάνει. Γιατί είναι και πηγή ηδονής και πηγή ωφέλειας· είναι και χρήσιμη· δηλαδή τις συμπεριλαμβάνει όλες.
Εξαιρετικές είναι οι εκφράσεις που χρησιμοποιεί ο Αριστοτέλης για να περιγράψει αυτήν τη μορφή φιλίας. Λέει ότι αυτή, στην πραγματικότητα, είναι μια μορφή αυτοαγάπης.
Στα ελληνικά υπάρχει η λέξη φιλαυτία (philautia), που σημαίνει αγάπη προς τον εαυτό· αλλά όχι με την εγωιστική έννοια, όχι με σκοπό να εξυπηρετήσει κανείς το δικό του συμφέρον εις βάρος των άλλων· αλλά γιατί καθένας από τη φύση του αγαπά τον εαυτό του, και η αγάπη που νιώθει για τον φίλο γεννιέται από το γεγονός ότι βλέπει στον φίλο έναν «άλλον εαυτό». Το να αγαπάς τον φίλο είναι σαν να αγαπάς τον εαυτό σου, γιατί αναγνωρίζεις στον φίλο έναν άλλο εαυτό.
Αυτή είναι, για τον Αριστοτέλη, η ανώτερη μορφή φιλίας.
Λοιπόν, είναι ενδιαφέρον να δούμε πώς αυτό το είδος φιλίας τοποθετείται σε σχέση με άλλες αξίες που ήταν σημαντικές στην αρχαιότητα, όπως η σχέση με τη θεότητα και τέλος η σχέση ανάμεσα στη φιλία και την ευδαιμονία.
Η φιλία, για τον Αριστοτέλη, είναι αναπόσπαστο μέρος της ευδαιμονίας. Όποιος δεν έχει φίλους, δηλαδή όποιος δεν τρέφει στοργή για άλλους ανθρώπους και δεν είναι αμοιβαία αγαπητός, δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένος.
Βεβαίως, δεν είναι ότι η φιλία είναι αυτή καθαυτή η ουσία της ευδαιμονίας. Για τον Αριστοτέλη, που ήταν φιλόσοφος, η ουσία της ευδαιμονίας ήταν το να γνωρίζει κανείς τις αιτίες και να κατέχει τη σοφία. Ήδη στην ποίηση είχε εκφραστεί αυτή η φιλοσοφία: υπάρχει ένας πολύ ωραίος στίχος που λέει – τον λέω στα λατινικά, υποθέτοντας ότι πολλοί από εσάς τον ξέρετε – felix qui potuit rerum cognoscere causas («ευτυχισμένος όποιος μπόρεσε να γνωρίσει τις αιτίες των πραγμάτων»).
Οι φιλόσοφοι, που αρκούνται σε αυτό το είδος ευδαιμονίας, βλέπουν την ύψιστη ευτυχία στη γνώση.
Όμως, για να είμαστε σαφείς: όχι μόνο στη γνώση, γιατί είναι αναγκαίες και μια σειρά από άλλες προϋποθέσεις. Εδώ ο Αριστοτέλης απαριθμεί: καλή υγεία, γιατί αν δεν έχεις καλή υγεία είναι δύσκολο να είσαι ευτυχισμένος· επίσης πρέπει να έχεις ένα ελάχιστο από πόρους για να ζεις και να συντηρείσαι· χρειάζεται –οι αρχαίοι έδιναν μεγάλη σημασία και σε αυτό– να έχεις και μια αποδεκτή εμφάνιση· είναι δύσκολο, έλεγαν, να είναι κανείς ευτυχισμένος αν έχει αποκρουστική όψη· χρειάζεται καλή οικογένεια, καλά παιδιά, παιδιά που δεν φέρνουν πολλές λύπες· και, τέλος, χρειάζεται να έχεις φίλους.
Αν δεν έχεις φίλους, δεν μπορείς να είσαι ευτυχισμένος. Η φιλία είναι, λοιπόν, αναπόσπαστο μέρος της ευδαιμονίας.
Διότι ο άνθρωπος μόνος του δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένος. Ο άνθρωπος, έλεγε ο Αριστοτέλης, είναι από τη φύση του «πολιτικό ζώο», δηλαδή πλασμένος να ζει μέσα στην πόλη, μέσα στην κοινότητα με τους άλλους. Μόνο τα θηρία ή οι θεοί μπορούν να ζήσουν χωρίς πόλη: τα θηρία γιατί δεν έχουν λόγο και δεν μπορούν να συζητούν· και οι θεοί, γιατί είναι θεοί, είναι αυτάρκεις, αρκούν στον εαυτό τους.
Και εδώ γεννιέται ένα ενδιαφέρον ερώτημα: μπορεί να υπάρξει φιλία ανάμεσα στον άνθρωπο και στη θεότητα; Αν μιλούμε για τις φιλοσοφίες της αρχαιότητας – πριν εισαχθούν οι μονοθεϊστικές θρησκείες, όπως ο Ιουδαϊσμός, ο Χριστιανισμός, το Ισλάμ – για τους Έλληνες, όπως ξέρετε, υπήρχαν οι θεοί.
Και ποιοι ήταν οι θεοί; Ήταν όντα ζωντανά, αθάνατα και μακάρια. Αυτή ήταν και η διαφορά τους από τους ανθρώπους, που γενικά είναι δυστυχισμένοι.
Μπορεί λοιπόν ένας θεός να είναι φίλος με έναν άνθρωπο; Κι ο άνθρωπος φίλος με έναν θεό;
Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, όχι. Διότι η φιλία προϋποθέτει κάποια ισότητα. Και ανάμεσα σε άνθρωπο και θεό δεν υπάρχει αυτή η ισότητα. Αυτό βέβαια δεν αποκλείει ότι ο άνθρωπος μπορεί να θαυμάζει τον θεό, μπορεί ακόμη και να προσπαθεί να του μοιάσει. Και σε αυτές τις φιλοσοφίες, το να επιδιώκει κανείς τη γνώση σήμαινε ακριβώς να προσπαθεί να μοιάσει στους θεούς, που τα γνωρίζουν όλα. Έτσι, ένα είδος στοργής του ανθρώπου προς τον θεό μπορεί να υπάρχει.
Αλλά μπορεί να υπάρχει το αντίθετο, δηλαδή στοργή του θεού προς τον άνθρωπο;
Το αναφέρω γιατί, όπως ξέρετε, στη βάση των μεγάλων θρησκειών υπάρχει ακριβώς η ιδέα της αγάπης του θεού. Στον ελληνικό κόσμο όμως δεν υπάρχει η έννοια της δημιουργίας: οι θεοί δεν δημιουργούν τους ανθρώπους. Εκτός, λέει ο Αριστοτέλης, από εκείνους που θεωρούν πιο όμοιους προς τους ίδιους.
Κι εδώ ο λόγος επιστρέφει στους σοφούς, στους φιλοσόφους. Ο σοφός είναι αγαπητός στους θεούς, γιατί ο σοφός αξίζει να εκτιμάται. Αλλά δεν μπορούμε να μιλήσουμε για πραγματική φιλία.
Ο σοφός, ο φιλόσοφος, είναι εκείνος που μοιάζει περισσότερο με τους θεούς, γιατί είναι αυτός που με κάποιον τρόπο ζει περισσότερο μέσα στη γνώση ως αυτοσκοπό. Λέει ο Αριστοτέλης ότι ένας από τους λόγους αυτού είναι ότι η θεωρία αρκεί στον εαυτό της, είναι αυτάρκης.
Αλλά τότε πώς συμφιλιώνεται αυτό – η αυτάρκεια του φιλοσόφου – με τη φιλία; Μήπως ο φιλόσοφος δεν έχει ανάγκη από φίλους; Αυτό είναι ένα σημείο που έχει συζητηθεί και από δικούς μας σύγχρονους φιλοσόφους.
Υπάρχει ένας γνωστός Γάλλος φιλόσοφος, που πέθανε πριν λίγα χρόνια, ο Ζακ Ντεριντά, ο οποίος έγραψε ένα βιβλίο για τη φιλία, παίρνοντας αφορμή από μια φράση του Αριστοτέλη: «Ὦ φίλοι, οὐδεὶς φίλος».
Τι σημαίνει αυτή η φράση; Σύμφωνα με τον Ντεριντά, η αντίληψη που είχε ο Αριστοτέλης για τη φιλοσοφία ως αυτάρκεια εμπόδιζε τον φιλόσοφο να έχει φίλους. Όταν λοιπόν κάποιος γίνεται πραγματικός φιλόσοφος, δηλαδή είναι πραγματικά σοφός, φτάνει στο ανώτατο επίπεδο γνώσης, είναι πλήρως αυτάρκης, όπως αν ήταν θεός· και άρα δεν έχει πια ανάγκη από φίλους – δεν έχει πια φίλους.
Και αυτό, σύμφωνα με τον Ντεριντά, δημιουργεί μια αντίφαση στην αντίληψη του Αριστοτέλη· γιατί από τη μια πλευρά ο Αριστοτέλης λέει ότι η φιλία είναι απαραίτητη για την ευδαιμονία, και από την άλλη φαίνεται να λέει ότι το ύψιστο της ευδαιμονίας, δηλαδή εκείνο του φιλοσόφου, δεν έχει ανάγκη από φιλία.
Ε, λοιπόν, πιστεύω ότι εδώ ασχολήθηκα αρκετά με τον Αριστοτέλη ώστε να μπορώ να πω και τη δική μου γνώμη πάνω σε αυτό το ζήτημα· νομίζω ότι ο Ντεριντά έκανε λάθος, δηλαδή δεν κατάλαβε ακριβώς τι λέει ο Αριστοτέλης. Γιατί υπάρχουν χωρία όπου ο Αριστοτέλης λέει, ναι, ο φιλόσοφος επιδιώκει να μοιάσει όσο γίνεται περισσότερο στη θεότητα· αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι γίνεται πραγματικά ίδιος με τη θεότητα. Παραμένει πάντοτε μια ουσιώδης διαφορά, μια διαφορά ανάμεσα στον άνθρωπο και στο θεϊκό ον· και γι’ αυτό ακόμη κι ο φιλόσοφος έχει ανάγκη.
Τόσο είναι αληθινό αυτό που υπάρχει ένα ωραίο χωρίο στα Ηθικά Ευδήμια, όπου ο Αριστοτέλης λέει: ο καθένας μας αγαπά να κάνει με τους φίλους του εκείνα που του αρέσουν περισσότερο. Εκείνοι που αγαπούν τη γυμναστική, αγαπούν να κάνουν γυμναστική με τους φίλους τους· εκείνοι που αγαπούν το κυνήγι, αγαπούν να πηγαίνουν για κυνήγι με τους φίλους τους· κι εκείνοι που κάνουν φιλοσοφία, αγαπούν να φιλοσοφούν με τους φίλους τους.[ΣΥΜΦΙΛΟΣΟΦΕΙΝ]
Και εδώ ο Αριστοτέλης εισάγει ένα ρήμα στην ελληνική γλώσσα που πριν από αυτόν δεν υπάρχει πουθενά: συμφιλοσοφεῖν. Αν το μεταφράζαμε κατά λέξη, θα λέγαμε «συμφιλοσοφώ» – δηλαδή φιλοσοφώ μαζί, από κοινού. Το μέγιστο της ευδαιμονίας είναι, ναι, το να φιλοσοφεί κανείς· αλλά φυσικά μιλά εδώ για αυτή την κατηγορία· και το να φιλοσοφεί μαζί με τους φίλους του.
Και αυτή υπήρξε ίσως η ωραιότερη σχολή φιλοσοφίας που υπήρξε ποτέ: η Ακαδημία του Πλάτωνα. Στην Ακαδημία του Πλάτωνα η φιλοσοφία γινόταν μαζί· συζητούσαν, διαλεγόντουσαν, αναζητούσαν την αλήθεια μαζί. Αυτή, και για τον Αριστοτέλη – υποθέτω πλέον γηραιότερο όταν έγραφε τα Ηθικά Νικομάχεια – παραμένει η φιλία ως πολιτική αρετή.
Και ίσως αυτό είναι το πιο απομακρυσμένο από την έννοια φιλίας που έχουμε σήμερα. Γιατί σήμερα πολλοί θεωρούν ότι η πολιτική είναι χώρος αντιπαράθεσης, χώρος σύγκρουσης, χώρος εχθρότητας και όχι φιλίας· ένας σχεδόν χώρος πολέμου, όπου κυριαρχεί η κακία, κυριαρχεί η μνησικακία, κυριαρχεί ο φθόνος· που είναι ακριβώς το αντίθετο.
Ε, λοιπόν, για τους αρχαίους δεν ήταν έτσι· αλλά για να καταλάβουμε γιατί δεν ήταν έτσι, πρέπει να έχουμε υπόψη μας ποιες ήταν οι πολιτικές τους θεσμίσεις, που ήταν πολύ διαφορετικές.
Ας θυμηθούμε πρώτα την πόλιν. Η «πόλις» είναι μια λέξη που δεν μπορεί να μεταφραστεί εύκολα· αν τη μεταφράσουμε «πόλη», σκεφτόμαστε μόνο ένα αστικό σύνολο, κάτι πολύ κοντά στη σημερινή μας «πόλη». Οι σύγχρονοι μεταφραστές τη μεταφράζουν με τη λέξη «κράτος»· μιλούν για «πόλη-κράτος». Αλλά κι αυτό είναι λάθος, γιατί αν μεταφράσουμε «πόλις» με «κράτος», τότε κάθε φορά που υπάρχει το επίθετο «πολιτικός» που προέρχεται από την «πόλιν», θα έπρεπε να το αποδίδουμε ως «κρατικός». Οπότε ο «πολιτικός άνθρωπος» θα ήταν «ο κρατικός»· η «πολιτική επιστήμη» θα ήταν η «κρατική επιστήμη». Καταλαβαίνετε ότι δεν λειτουργεί.
Το κράτος είναι μια τυπικά νεότερη δημιουργία. Το κράτος γεννήθηκε στην Αναγέννηση, ως μια διάκριση που τοποθετείται υπεράνω του ατόμου· μας λέει ότι το κράτος είναι κυρίαρχο, δηλαδή «υπέρκειται», και μπορεί ακόμη και να συγκρούεται με το άτομο. Ο πολίτης σήμερα αποκαλείται «ιδιώτης». Και τι σημαίνει «ιδιώτης»; Ότι έχει στερηθεί κάτι – δηλαδή κάτι που παλαιότερα είχε μέσα στην αρχαία πόλιν: τη συμμετοχή σε αυτόν τον θεσμό.
Ενώ, λοιπόν, το κράτος είναι σήμερα ένας ξεχωριστός θεσμός που στέκεται, θα λέγαμε, «πάνω» από τους ανθρώπους, η πόλις ήταν το σύνολο όλων των πολιτών που συνεργάζονταν για την πραγματοποίηση ενός σκοπού· του κοινού σκοπού, αυτού που ο Αριστοτέλης ονομάζει «το αγαθόν της πόλεως», το αγαθό του όλου. Διότι η πόλις είναι το όλον, του οποίου τα άτομα είναι μέρη· και το αγαθό του όλου είναι ανώτερο από το αγαθό του μέρους.
Έτσι, μόνο αν έχουμε υπόψη μας αυτή την έννοια της πόλεως, μπορούμε να καταλάβουμε σε ποια έννοια η φιλία μπορεί να είναι πολιτική αρετή.
Η πόλις, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, είναι αναγκαία στον άνθρωπο όχι μόνο για να ζει, αλλά για να ζει καλά· δηλαδή για να πραγματοποιήσει την ευδαιμονία. Και ταυτόχρονα η πόλις δεν είναι μια τεχνητή κατασκευή· είναι η πιο αυθεντική έκφραση της φύσης του ανθρώπου· όπου με «φύση» δεν εννοεί την πρωτόγονη κατάσταση, αυτή των «άγριων» στην οποία γεννιέται κανείς, αλλά εννοεί το τέλος, δηλαδή τον σκοπό, την ολοκλήρωση, την πλήρη πραγμάτωση της ανθρωπότητας.
Και αυτή είναι δυνατή μόνο μέσα στην πόλιν.
Έτσι, μόνο μέσα στην πόλιν ο άνθρωπος είναι πραγματικά άνθρωπος· άνθρωποι και γυναίκες φυσικά, ανθρώπινα όντα. Εκεί πραγματώνεται πλήρως η ίδια του η φύση, η ίδια του η ανθρωπιά. Και σε αυτό ακριβώς συνίσταται το «ζην καλῶς».
Λοιπόν, για να γίνει αυτό, λέει ο Αριστοτέλης, η πόλις θεμελιώνεται σε δύο αρετές: στη δικαιοσύνη και στη φιλία.
Καταρχάς, στη δικαιοσύνη.
Προσέξτε ότι αυτή είναι μια διατύπωση πολύ επιτακτική, σχεδόν επαναστατική· γιατί σημαίνει ότι, για να υπάρχει αληθινή πόλις, πρέπει να υπάρχει δικαιοσύνη. Όπου δεν υπάρχει δικαιοσύνη, δεν υπάρχει ούτε πόλις.
Είναι δηλαδή μια φράση που μπορεί να φαίνεται και επαναστατική, γιατί δίνει το δικαίωμα σε όποιον πιστεύει ότι δεν υπάρχει δικαιοσύνη να επαναστατήσει, κατά κάποιο τρόπο, ενάντια στην πολιτική εξουσία. Και αυτή είναι η βάση όλων των επαναστάσεων. Γι’ αυτό, για τον Αριστοτέλη, η πόλις πρέπει να στηρίζεται στη δικαιοσύνη.
Αλλά πέρα από τη δικαιοσύνη, η άλλη αρετή που βρίσκεται στο θεμέλιο της πόλεως είναι η φιλία. Μάλιστα, λέει ο Αριστοτέλης, όταν υπάρχει φιλία, τότε δεν χρειάζεται καν η δικαιοσύνη· με την έννοια ότι στη φιλία η δικαιοσύνη ξεπερνιέται.
Η δικαιοσύνη αυξάνει μαζί με τη φιλία, γιατί εκεί όπου οι πολίτες είναι πράγματι φίλοι μεταξύ τους, συμπεριφέρονται δίκαια ο ένας προς τον άλλον. Εδώ λοιπόν αναδύεται η φιλία ως πολιτική αρετή.
Υπάρχει ένα χωρίο στα Ηθικά Νικομάχεια όπου ο Αριστοτέλης εισάγει μια νέα έννοια: τη συμφωνία (ὁμόνοια).
Συμφωνία δεν σημαίνει απλώς «τα πάμε καλά»· αυτό θα ήταν ὁμόνοια με την απλή έννοια· αλλά εδώ σημαίνει «σκεφτόμαστε με τον ίδιο τρόπο»· δηλαδή έχουμε κοινή σκέψη για τις αξίες, για τους σκοπούς, για τα καθήκοντα της πόλεως. Αυτή είναι η πολιτική φιλία. Ο Αριστοτέλης τη λέει ακριβώς έτσι: πολιτικὴ φιλία.
Η πολιτική φιλία υπάρχει όταν οι πολίτες που ανήκουν στην ίδια πόλη έχουν κοινή σκέψη και κοινούς στόχους και συνεργάζονται για την πραγματοποίηση του κοινού καλού.
Καταλαβαίνω ότι αυτό το είδος φιλίας σήμερα μάς φαίνεται δύσκολο να το βρούμε· και κυρίως μας φαίνεται ότι δεν υπάρχει μέσα στην πολιτική ζωή.
Όμως και εδώ υπάρχουν παραδείγματα – δυστυχώς, μόνο σε στιγμές πολύ κρίσιμες στη ζωή ενός λαού εκδηλώνεται αυτή η φιλία.
Μου έρχεται στον νου ένα αρχαίο παράδειγμα, αλλά υπάρχουν και νεότερα. Όταν οι Πέρσες, που ήταν ο μεγαλύτερος στρατός στον κόσμο, με δεκάδες χιλιάδες στρατιώτες σε ξηρά και θάλασσα, προχωρούσαν, ο Αθηναίος πολιτικός Θεμιστοκλής παίρνει μια απόφαση που μας φαίνεται παράξενη: να μεταφέρει ολόκληρο τον αθηναϊκό πληθυσμό στα πλοία, να οχυρώσει τον στόλο στο στενό της Σαλαμίνας, εν αναμονή του τεράστιου περσικού στόλου που ήταν καταδικασμένος να ηττηθεί.
Στην τραγωδία Πέρσαι του Αισχύλου, ο ποιητής φαντάζεται τον λόγο που απευθύνει ο Θεμιστοκλής στους συμπολίτες του, πάνω στα πλοία, τη στιγμή που πλησιάζει ο περσικός στόλος. Λέει: «Εδώ είναι η πόλις μας». Η πόλις δεν είναι τα τείχη, τα σπίτια, ούτε καν τα θαυμάσια μνημεία όπως η Ακρόπολη· η πόλις είναι οι πολίτες· και οι πολίτες τώρα βρίσκονται εδώ, πάνω στα πλοία. Εδώ βρίσκονται, λέει, οι γυναίκες σας, τα παιδιά σας, οι φίλοι σας· γι’ αυτό υπερασπιστείτε την πόλη σας. Και εμπνευσμένοι από αυτόν τον λόγο, οι Αθηναίοι καταφέρνουν να νικήσουν τον τεράστιο περσικό στόλο.
Αυτό είναι το παράδειγμα της στιγμής όπου εκδηλώνεται η φιλία ανάμεσα στους συμπολίτες· όταν όλοι νιώθουν ότι αποτελούν μέρη του ίδιου σώματος, ενωμένοι από τον ίδιο σκοπό.
Ένα άλλο παράδειγμα, πιο σύγχρονο, είναι η περίφημη Μάχη της Αγγλίας. Όταν η Γερμανία, αφού εισέβαλε στην Πολωνία, κατόρθωσε να νικήσει τη Γαλλία, να καταλάβει το Βέλγιο, την Ολλανδία, τη Δανία, τη Νορβηγία, σχεδόν ολόκληρη την Ευρώπη, απέμενε μόνο η Αγγλία. Ούτε οι Ηνωμένες Πολιτείες ούτε η Σοβιετική Ένωση είχαν ακόμη μπει στον πόλεμο· υπήρχε μόνο η Αγγλία.
Και ο Χίτλερ αποφάσισε την εισβολή στην Αγγλία. Πριν όμως μεταφέρει τα στρατεύματά του στο αγγλικό έδαφος, προσπάθησε να κάμψει την αντίσταση των Άγγλων με το αεροπορικό όπλο, με τους βομβαρδισμούς. Η Αγγλία υπέστη μια τρομερή σειρά αεροπορικών βομβαρδισμών.
Αυτή, για πολλούς Άγγλους, παραμένει η πιο σημαντική ώρα της ιστορίας τους· γιατί εκείνη τη στιγμή όλοι ένιωσαν ενωμένοι και όλοι έδρασαν χωρίς φειδώ, θυσιάζοντας τα πάντα για το κοινό καλό, για να αμυνθούν, για να επιβιώσουν μέσα σε αυτή την καταστροφή.
Να, σε τέτοιες στιγμές εκδηλώνεται η πολιτική φιλία, η φιλία ως αρετή.
Βέβαια, δεν μπορώ να παρασυρθώ σε αισιόδοξους ή ουτοπικούς λόγους για το αν μπορεί αυτό το είδος φιλίας να αναβιώσει και να ευδοκιμήσει στη σύγχρονη κοινωνία. Γνωρίζω πολύ καλά όλα τα εμπόδια, όλα τα εμπόδια που υπάρχουν. Όμως, αν δεν έχουμε υπόψη μας αυτό –τουλάχιστον ως σκοπό, ως στόχο στον οποίο να πλησιάζουμε όσο γίνεται– δεν θα τα καταφέρουμε ποτέ.
Αν θέλουμε να ζούμε καλά, πρέπει να διακινδυνεύσουμε τη φιλία ακόμη και ως πολιτική αρετή.
Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου