Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2017

Περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος Λόγος Δεύτερος (13)

ΠΕΡΙ ΕΚΠΟΡΕΥΣΕΩΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ
ΛΟΓΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ
Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΞΕΧΑΣΑΝ ΟΙ ΘΕΟΛΟΓΟΥΝΤΕΣ


Συνέχεια από: Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2017


Αλλά βεβαίως, όπως η δόσις ή αποστολή του Υιού παρά του Πατρος υπέρ της σωτηρίας τού κόσμου δεν είναι γέννησις, πολύ περισσότερο μάλιστα η προαιώνιος γέννησις, έτσι ούτε η παρά του Υιού δόσις ή αποστολή του Αγίου Πνεύματος είναι εκπόρευσις, πολύ περισσότερο μάλιστα η προ των αιώνων -όχι γενομένη, άπαγε της βλασφημίας- εκπόρευσις, αλλά και προ τούτων υπάρχουσα και συνάναρχος με τον Πατέρα.

Δύναται λοιπόν να λέγει κανείς ακόμη ότι εξαιτίας της αποστολής το άγιο Πνεύμα εκπορεύεται εκ του Πατρός και τού Υιού; Εγώ δεν το νομίζω, εκτός εάν θέλει σαφώς να θεομαχεί. Αλλά, λέγει, το Πνεύμα λέγεται και αυτού τού Υιού και δικό του. «Διότι εξαπέστειλε ο Θεός», λέγει ο Απόστολος, «τό Πνεῦμα τοῦ Υἱοῦ αὐτοῦ ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, κρᾶζον˙ ἀββά, ὁ Πατήρ».

Εύγε˙  διότι εσύ, όποιος και αν είσαι, ο πρόσφατος αντίθετος, αφήνεις την πρόθεση "εξ", τώρα το "αὐτοῦ" προβάλλεις χωρίς αυτή. Ή μήπως από σένα, τον διαλεκτικό των απερινοήτων, νοείται και κατασκευάζεται από το "αὐτοῦ" το "εξ αὐτοῦ"; Πες μου λοιπόν, και συ ο ίδιος δεν είσαι σεαυτού; Κατά τούτο, νομίζω, θα αποδράσεις από εμάς. Πράγματι δεν μου φαίνεται ότι άκουσες τον λέγοντα, «γενοῦ σεαυτοῦ ἄνθρωπε (γίνε του εαυτού σου, άνθρωπε)». Διότι, αν άκουγες και υπάκουγες, θα έστεργες τα παραδεδομένα περί Θεού και δεν θα επιχειρούσες τα υπέρ άνθρωπον να τα αμφισβητήσεις με λόγους και πράγματα, και μάλιστα καινοτομώντας. Αλλά αν ο άνθρωπος ήταν εαυτού, τότε ο άνθρωπος θα ήταν εξ εαυτού κατά σε. Πως δεν λέγομεν τον Υιόν του Πνεύματος, λέγει, είναι εύλογο˙ διότι θα εφαίνετο Πατήρ το Πνεύμα, καθώς και ο Υιός θα εισήγαγε στη διάνοια τον Πατέρα.

Γι' αυτό λοιπόν Υιόν μεν Πνεύματος δεν λέγουμε, για να μην φανεί εκ του Πνεύματος, Υιού δε Πνεύμα λέγουμε, αλλ’ όχι δια τούτο και εκ του Υιού˙ διότι Πνεύμα αυτού λέγεται, όχι ως εξ αυτού, αλλά ως ἐν αὐτῷ ὄν.

Kαι τούτο διδάξου από τον απόστολο, ο όποιος λέγει, «κανείς δεν γνωρίζει τα του ανθρώπου, ειμή το πνεύμα του ανθρώπου το υπάρχον εις αυτόν (τό ἐν αὐτῷ)». Όπως λοιπόν πνεύμα μεν ανθρώπου λέγεται, αλλά όχι ως προερχόμενον από τον άνθρωπο, αλλά ως ευρισκόμενο εις τον άνθρωπον (ἐν τῷ ἀνθρώπῳ ὄν), έτσι και το θείο Πνεύμα καλείται του Υιού, αλλά όχι ως εκ του Υιού προερχόμενο, αλλά ως υπάρχον εις τον Υιόν φυσικώς εξ αϊδιότητος και διέφυγε από τις ανάγκες των συλλογισμών οι όποιοι σου φαίνονται αναπόφευκτοι.

Πράγματι ο λατινόφρων συλλογιζόμενος κατά διαίρεσιν λέγει: «επειδή το Πνεύμα είναι του Υιού, είναι ή ως χορηγούμενο δι' αυτού ή ως ομοούσιο ή ως εξ αυτού εκπορευόμενο. Και ως χορηγούμενο μεν δεν είναι διότι το μεν Πνεύμα του Υιού υπάρχει προαιωνίως, η δε χορή- γησις είναι κάτι το υστερογενές. Ούτε ως ομοούσιο˙ διότι θα ελέγετο και ο Υιός του Πνεύματος. Υπολείπεται λοιπόν το Πνεύμα να είναι και να λέγεται του Υιού ως εκπορευόμενο εξ αυτού». Τί λοιπόν; Αν φανεί κάτι έξω από αυτήν την διαίρεσιν, κατά το όποιον το Πνεύμα θα ελέγετο του Υιού, αυτός ο εκ διαιρέσεως καθ’ υπόθεσιν συλλογισμός δεν θα εγίνετο εντελώς ασυλλόγιστος;


Είναι πράγματι του Υιού το Πνεύμα ως εκπορευόμενο ἐξ αἰώνων καί εἰς αἰῶνας εκ του Πατρός και υπάρχον φυσικώς εις τον Υιό και αναπαυόμενο˙ και για αυτό λέγεται μεν Πνεύμα του Υιού, δεν λέγεται δε εκ του Υιού. Και ο νους του ανθρώπου εκ του θεού έχει δημιουργηθεί και εις αυτόν υπάρχει, δηλαδή εις τον άνθρωπο˙ και νους μεν ανθρώπου λέγεται, άνθρωπος δε του νου δεν λέγεται αλλά ούτε εξ ανθρώπου λέγεται ο νους, βεβαίως ως προς την ουσίαν, διότι τώρα δεν γίνεται λόγος περί ενεργείας. Άρα το Πνεύμα δεν είναι εκ του Υιού, εκτός εάν Πνεύμα ειπείς την χάριν και την ενέργειαν˙ διότι και τον νουν, όταν η λέξις σημαίνει την ενέργεια, θα τον έλεγες εκ του ανθρώπου, ως εκφαινόμενο και μεταδιδόμενο.


Θα μπορούσε δε να δει κανείς τους θεολόγους και έχοντες νουν να λέγουν ότι το άγιον Πνεύμα είναι του Χριστού διότι ο θείος Κύριλλος στο τέταρτο κεφάλαιο των Θησαυρών λέγει «ότι νους υπάρχον του Χριστού, πάντα τα ἐν αὐτῷ διαλέγεται στους μαθητές». Όπως λοιπόν στην περίπτωσί μας ο νους είναι του ανθρώπου και κατ' ουσίαν και κατ’ ενέργειαν, και κατ' ουσίαν μεν ο νους είναι αυτού αλλ’ όχι εξ αυτού, κατ’ ενέργειαν δε και αυτού είναι και εξ αυτού, έτσι και το Πνεύμα το άγιον είναι του Χριστού ως Θεού και κατ’ ουσίαν και κατ’ ενέργειαν. Αλλά κατά μεν την ουσία και την υπόστασιν είναι αυτού, αλλ’ όχι εξ αυτού˙ κατά δε την ενέργεια και αυτού είναι και εξ αυτού. Οι δε Λατίνοι, λέγοντες του Υιού το Πνεύμα, αλλ’ όχι και του Υιού μεν όχι εκ του Υιού δε, αναιρούν και αθετούν την ιδία την ουσία και την υπόσταση του παναγίου Πνεύματος.

Το μεν συμπέρασμα λοιπόν εκ διαιρέσεως του λατινικού καθ’ υπόθεσιν συλλογισμού διαλυθεί τελείως και ανεχώρησε προς την ανυπαρξία, μάλλον δε προς το εντελώς αντίθετο. Αν δε δει κανείς και τα αναιρούμενα από αυτόν τον Λατίνον, για να δειχθεί εξ ανάγκης το εν απερίτρεπτον, θα τον δει φανερώς αντίθετο προς τους αγίους˙ διότι, λέγει, «Το Πνεύμα είναι και λέγεται του Υιού, όχι ως χορηγούμενο ή φαινόμενο δι' αυτού (επειδή βέβαια το μεν Πνεύμα είναι ανάρχως του Υιού, η δε χορήγησις δεν είναι άναρχος) ούτε ως ομοούσιο˙ διότι τότε θα ελέγετο και ο Υιός του Πνεύματος».

Αλλά ο μέγας Βασίλειος, του οποίου η απλή ρήσης είναι πολύ ισχυρότερα των λατινικών συλλογισμών και διαιρέσεων, λέγει στην πραγματεία "Περί αγίου Πνεύματος": «το ότι δι' Υιού το Πνεύμα φαίνεται κατέστησε σαφές ο απόστολος, ονομάζοντας αυτό Πνεύμα Υιού». Βλέπεις ότι το Πνεύμα λέγεται Χριστού ως χορηγούμενο και φαινόμενο παρ’ αυτού; Πνεύμα λοιπόν είναι και λέγεται Υιού ανάρχως˙ αλλά και αυτήν την δύναμη της χορηγίας έχει ο Υιός ανάρχως˙ διότι εκεί δεν υπάρχει καμία πρόσληψις ή αφαίρεσης, ως ευρισκόμενα δε υπό χρόνο τα λαμβάνοντα, έλαβαν την χορηγία χρονικώς.

Αλλά και ως ὁμοφυές καί ὁμοούσιον θα μπορούσε να λεχθεί το Πνεύμα του Υιού, όπως ο ίδιος Μέγας Βασίλειος στο δέκατο όγδοο κεφάλαιο της πραγματείας Προς Αμφιλόχιον λέγει: «Πνεύμα Χρίστου λέγεται ως κατά φύσιν ᾠκειωμένον αὐτῷ». Και ο θείος Κύριλλος στην αγωνιστική ομιλία του Περί του Αγίου Πνεύματος λέγει: «το άγιο Πνεύμα, όπως κατ’ ουσίαν υπάρχει του Θεού και Πατρός, έτσι είναι κατ’ ουσίαν και του Υιού, ὡς μετά τοῦ Υἱοῦ οὐσιωδῶς γεννηθέντος, ἐκ τοῦ Πατρός ἀφράστως ἐκπορευόμενον». Και στην εξήγηση του Κατά Λουκάν ευαγγελίου λέγει, «όπως ο δάκτυλος εξαρτάται οπό την χείρα όχι ως ξένος προς αυτήν, αλλ' ως ευρισκόμενος σε αυτήν φυσικώς, έτσι και το άγιον Πνεύμα κατά τον λόγο της ομοουσιότητος είναι συνημμένο μεν εις ένωσιν με τον Υιό, εκπορεύεται δε εκ του Θεού και Πατρός». Το Πνεύμα λοιπόν θα μπορούσε να λεχθεί του Υιού και ως ομοφυές˙ δεν λέγεται δε και ο Υιός του Πνεύματος, για να μην θεωρηθεί Πατήρ το Πνεύμα.

(Συνεχίζεται)

Αμέθυστος

Το αρχαίο κείμενο:


Ἀλλά γάρ ὥσπερ ἡ τοῦ Υἱοῦ παρά τοῦ Πατρός ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου σωτηρίας δόσις ἤ ἀποστολή γέννησις οὐκ ἔστι, πολλοῦ γε ἄν δή που δέοι καί ἀπείρου εἶναι ἡ προαιώνιος, οὕτως οὐδ᾿ ἡ παρά τοῦ Υἱοῦ δόσις τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἤ ἀποστολή ἐκπόρευσίς ἐστι, πόσῳ γε  μᾶλλον καί ὑπέρ τό πόσῳ ἡ πρό τῶν αἰώνων παρά τοῦ Πατρός οὐ γενομένη, ἄπαγε, ἀλλά καί πρό τούτων οὖσα καί τῷ Πατρί συνάναρχος.
Ἔτ᾿ ἔχει τις λέγειν διά τήν ἀποστολήν ὡς ἐκ τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ ἐκπορεύεται τό Πνεῦμα τό ἅγιον; Οὐκ ἔγωγε οἶμαι, εἰ μή σαφῶς ἐθέλει θεομαχεῖν. Ἀλλά καί αὐτοῦ, φησί, τοῦ Υἱοῦ τό Πνεῦμα καί ἴδιον αὐτοῦ λέγεται. «Ἐξαπέστειλε γάρ ὁ Θεός», φησίν, ὁ ἀπόστολος, «τό Πνεῦμα τοῦ Υἱοῦ αὐτοῦ ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, κρᾶζον˙ ἀββά, ὁ Πατήρ».
Ὑπέρευγε˙ τήν "ἐξ" γάρ ἀφείς, σύγε ὅς τίς ποτ᾿ εἶ ὁ πρόσφατος ἀντικείμενος, τό αὐτοῦ νῦν ἡμῖν προβάλλῃ ταύτης χωρίς˙ ἤ σοι κἀκ τοῦ αὐτοῦ τό ἐξ αὐτοῦ νοεῖταί τε καί κατασκευάζεται, τῷ διαλεκτικῷ τῶν ἀπερινοήτων; Εἰπέ δή μοι, καί σύ αὐτός οὐ σαυτοῦ; Τοῦτό γε, οἶμαι, ἀποδράσεις ἡμῶν. Οὐ γάρ ἔοικάς μοι ἀκοῦσαι τοῦ λέγοντος, «γενοῦ σεαυτοῦ ἄνθρωπε». Εἰ γάρ ἤκουσας καί ὑπήκουσας, ἔστεργες ἄν τά παραδεδομένα περί Θεοῦ καί τοῖς ὑπέρ ἄνθρωπον καί λόγοις καί πράγμασι, καί ταῦτα καινοτομῶν, ἥκιστα ἐπεχείρησας. Ἀλλ᾿ εἰ ὁ ἄνθρωπος ἑαυτοῦ, οὐκοῦν ὁ ἄνθρωπος ἐξ ἑαυτοῦ κατά σέ. Τόν Υἱόν δέ τοῦ Πνεύματος πῶς οὐ λέγομεν, φησίν, εἰκότως˙ δόξαι γάρ ἄν Πατήρ τό Πνεῦμα, τοῦ Υἱοῦ συνεισάγοντος τῇ διανοίᾳ τόν Πατέρα˙ διά τοῦτο τοίνυν Υἱόν μέν Πνεύματος οὐ λέγομεν, ἵνα μή δόξῃ ἐκ τοῦ Πνεύματος, Υἱοῦ δέ Πνεῦμα λέγομεν, ἀλλ᾿ οὐ παρά τοῦτο καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ˙ Πνεῦμα γάρ αὐτοῦ λέγεται, οὐχ ὡς ἐξ αὐτοῦ, ἀλλ᾿ ὡς ἐν αὐτῷ ὄν.
Καί τοῦτο διδάσκου παρά τοῦ ἀποστόλου, «οὐδείς οἶδε, λέγοντος, τά τοῦ ἀνθρώπου, εἰ μή τό Πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου τό ἐν  αὐτῷ»˙ ὡς οὖν Πνεῦμα μέν ἀνθρώπου λέγεται, ἀλλ᾿ οὐχ ὡς ἐκ τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλ᾿ ὡς ἐν τῷ ἀνθρώπῳ ὄν, οὕτω καί τό θεῖον Πνεῦμα καλεῖται τοῦ Υἱοῦ, ἀλλ᾿ οὐχ ὡς ἐκ τοῦ Υἱοῦ, ἀλλ᾿ ὡς ἐν τῷ Υἱῷ φυσικῶς ἐξ ἀϊδίου ὄν καί τάς ἀφύκτους δοκούσας σοι τῶν συλλογισμῶν ἀνάγκας διαφεῦγον.
Ἐκ διαιρέσεως γάρ ὁ λατινικῶς φρονῶν συλλογιζόμενος φησι˙ «ἐπεί τοῦ Υἱοῦ ἐστι τό Πνεῦμα, ἤ ὡς δι᾿ αὐτοῦ χορηγούμενόν ἐστιν ἤ ὡς ὁμοούσιον ἤ ὡς ἐξ αὐτοῦ ἐκπορευόμενον. Καί ὡς μέν χορηγούμενον οὐκ ἔστι˙ προαιωνίως μέν γάρ ὑπάρχει τοῦ Υἱοῦ τό Πνεῦμα, τό δέ χορηγεῖσθαι ὑστερογενές. Οὐδ᾿ ὡς ὁμοούσιον˙ λέγοιτο γάρ ἄν καί ὁ Υἱός τοῦ Πνεύματος. Λείπεται τοίνυν τοῦ Υἱοῦ τό Πνεῦμα εἶναί τε καί λέγεσθαι ὡς ἐξ αὐτοῦ ἐκπορευόμενον». Τί οὖν, ἐάνπερ ἀναφανῇ τι ταύτης τῆς διαιρέσεως ἐκτός, καθ᾿ ὅ τοῦ Υἱοῦ τό Πνεῦμα λέγοιτ᾿ ἄν, οὐχ ὁ ἐκ διαιρέσεως οὗτός σοι καθ᾿ ὑπόθεσιν συλλογισμός ἀσυλλόγιστος τό παράπαν γένοιτ᾿ ἄν;

Ἔστι γάρ τοῦ Υἱοῦ τό Πνεῦμα ὡς ἐξ αἰώνων καί εἰς αἰῶνας ἐκ τοῦ Πατρός ἐκπορευόμενον καί ἐν Υἱῷ φυσικῶς ὑπάρχον καί ἀναπαυόμενον˙ καί διά τοῦτο Πνεῦμα μέν Υἱοῦ λέγεται, ἐκ δέ τοῦ Υἱοῦ οὐ λέγεται. Καί ὁ νοῦς γάρ τοῦ ἀνθρώπου ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστι γενόμενος καί ἐν αὐτῷ ὑπάρχων, δηλονότι τῷ ἀνθρώπῳ˙ καί νοῦς μέν ἀνθρώπου λέγεται, ἄνθρωπος δέ τοῦ νοῦ οὐ λέγεται˙ ἀλλ᾿ οὐδ᾿ ἐξ ἀνθρώπου λέγεται ὁ νοῦς, ὅ γε κατ᾿ οὐσίαν˙ οὐ γάρ δή περί ἐνεργείας νῦν ὁ λόγος. Οὐκ ἄρα ἐκ τοῦ Υἱοῦ ἐστι τό Πνεῦμα, εἰ μή τήν χάριν εἴπῃς Πνεῦμα καί τήν ἐνέργειαν˙ καί τόν νοῦν γάρ, ὅταν τήν ἐνέργειαν σημαίνῃ τοὔνομα, φαίῃς ἄν ἐκ τοῦ ἀνθρώπου, ὡς ἐκφαινόμενός τε καί μεταδιδόμενον.

Ἴδοι δ᾿ ἄν τις τούς θεολόγους καί νοῦν λέγοντας εἶναι Χριστοῦ τό Πνεῦμα τό ἅγιον˙ ὁ γάρ θεῖος Κύριλλος (σελ. 240) ἐν τετάρτῳ κεφαλαίῳ τῶν Θησαυρῶν φησιν, «ὅτι νοῦς ὑπάρχον τοῦ Χριστοῦ, πάντα τά ἐν αὐτῷ διαλέγεται τοῖς μαθηταῖς». Καθάπερ οὖν ἐφ᾿ ἡμῶν ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου ἐστί καί κατ᾿ οὐσίαν καί κατ᾿ ἐνέργειαν, καί κατ᾿ οὐσίαν μέν αὐτοῦ ἐστιν ὁ νοῦς, ἀλλ᾿ οὐκ ἐξ αὐτοῦ, κατ᾿ ἐνέργειαν δέ καί αὐτοῦ ἐστι καί ἐξ αὐτοῦ, οὕτω καί τό Πνεῦμα τό ἅγιον τοῦ Χριστοῦ ἐστιν ὡς Θεοῦ καί κατ᾿ οὐσίαν καί κατ᾿ ἐνέργειαν. Ἀλλά κατά μέν τήν οὐσίαν καί τήν ὑπόστασιν αὐτοῦ ἐστιν, ἀλλ᾿ οὐκ ἐξ αὐτοῦ˙ κατά δέ τήν ἐνέργειαν καί αὐτοῦ ἐστιν καί ἐξ αὐτοῦ. Λατῖνοι δέ τοῦ Υἱοῦ τό Πνεῦμα λέγοντες, ἀλλ᾿ οὐχί καί τοῦ Υἱοῦ μέν, οὐκ ἐκ τοῦ Υἱοῦ δέ, αὐτήν ἀναιροῦσί τε καί ἀθετοῦσι τήν οὐσίαν καί τήν ὑπόστασιν τοῦ παναγίου Πνεύματος.

Τό μέν οὖν ἐκ διαιρέσεως συμπέρασμα τοῦ λατινικοῦ καθ᾿ ὑπόθεσιν συλλογισμοῦ διαλέλυται τελέως καί πρός τό μή ὄν κεχώρηκε˙ μᾶλλον δέ πρός ἅπαν τοὐναντίον. Ἄν δέ τις ἴδῃ καί τά παρ᾿ αὐτοῦ τοῦ Λατίνου ἀναιρούμενα, ἵνα ἐξ ἀνάγκης τό ἕν ἀπερίτρεπτον δειχθῇ, τοῖς ἁγίοις τοῦτον ὄψεται φανερῶς ἀντίθετον˙ «τοῦ γάρ Υἱοῦ», φησίν, «ἔστι τε καί λέγεται τό Πνεῦμα, οὐχ ὡς δι᾿ αὐτοῦ χορηγούμενον ἤ φαινόμενον (ἐπειδήπερ ἀνάρχως μέν τό Πνεῦμα τοῦ Υἱοῦ, τό δέ χορηγεῖν οὐκ ἄναρχον) οὐδ᾿ ὡς ὁμοούσιον˙ λέγοιτο γάρ ἄν καί ὁ Υἱός τοῦ Πνεύματος».

Ἀλλ᾿ ὁ μέγας Βασίλειος, οὗ καί ἀκατάσκευος ἡ ρῆσις διαφερόντως ἐστίν ἰσχυροτέρα τῶν λατινικῶν συλλογισμῶν τε καί διαιρέσεων, οὗτος οὖν ἐν τῷ Περί τοῦ ἁγίου Πνεύματος λόγῳ, «τό δι᾿ Υἱοῦ», φησί, «πεφηνέναι τό Πνεῦμα σαφές πεποίηκεν ὁ ἀπόστολος, Υἱοῦ Πνεῦμα ὀνομάσας αὐτόν. Ὁρᾷς ὅτι Χριστοῦ τό Πνεῦμα λέγεται ὡς παρ᾿ αὐτοῦ χορηγούμενόν τε καί φαινόμενον; Πνεῦμα μέν οὖν Υἱοῦ ἀνάρχως ἐστί τε καί λέγεται˙ ἀλλά καί αὐτό τό χορηγεῖν ἔχειν ἀνάρχως ἔχει ὁ Υἱός˙ οὐδεμία γάρ πρόσληψις ἤ ἀφαίρεσις (σελ. 242) ἐκεῖ, ὡς δ᾿ ὑπό χρόνον ὄντα τά λαμβάνοντα, χρονικῶς ἔλαβον τήν χορηγίαν.

Ἀλλά καί ὡς ὁμοφυές καί ὁμοούσιον λέγοιτ᾿ ἄν τό Πνεῦμα τοῦ Υἱοῦ, ὡς ὁ αὐτός μέγας Βασίλειος ἐν τῷ Πρός Ἀμφιλόχιον ὀκτωκαιδεκάτῳ κεφαλαίῳ «Πνεῦμα Χριστοῦ», φησί, «λέγεται, ὡς κατά φύσιν ᾠκειωμένον αὐτῷ». Καί ὁ θεῖος Κύριλλος ἐν τῷ Περί τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἀγωνιστικῷ φησί λόγῳ˙ «τό Πνεῦμα τό ἅγιον, ὥσπερ κατ᾿ οὐσίαν ὑπάρχει τοῦ Θεοῦ καί Πατρός, οὕτω καί τοῦ Υἱοῦ κατ᾿ οὐσίαν ἐστίν, ὡς μετά τοῦ Υἱοῦ οὐσιωδῶς γεννηθέντος, ἐκ τοῦ Πατρός ἀφράστως ἐκπορευόμενον»˙ κἀν τῇ τοῦ Κατά Λουκᾶν εὐαγγελίου ἐξηγήσει, «ὥσπερ», φησίν, «ὁ δάκτυλος ἀπήρτηται τῆς χειρός, οὐκ ἀλλότριος ὤν αὐτῆς, ἀλλ᾿ ἐν αὐτῇ φυσικῶς, οὕτω καί τό Πνεῦμα τό ἅγιον τῷ τῆς ὁμοουσιότητος λόγῳ συνῆπται μέν πρός ἕνωσιν τῷ Υἱῷ, ἐκ τοῦ Θεοῦ δέ καί Πατρός ἐκπορεύεται». Πνεῦμα μέν οὖν Υἱοῦ καί ὡς ὁμοφυές λέγοιτ᾿ ἄν˙ οὐ λέγεται δέ καί ὁ Υἱός τοῦ Πνεύματος, ὡς ἄν μή Πατήρ τό Πνεῦμα δόξῃ.

9 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Λοιπόν «τό Πνεῦμα τοῦ Υἱοῦ αὐτοῦ...» = Το Άγιον Πνεύμα, κατά τα λεγόμενα του Αγ. Γρηγορίου του Παλαμά.

amethystos είπε...

Tό Φιλιόκβε δηλ; κατά τόν Αγιο; Τό επικύρωσε;

χαλαρωσε είπε...

φοβερο αμεθυστε. Ο ΤΥΠΟΣ ΜΑΛΛΟΝ ΕΙΝΑΙ ΠΑΠΙΚΟΣ Ή ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ. ΑΛΛΑ ΕΙΝΑΙ ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΗΤΗΣ Ή ΑΠΟΤΕΙΧΥΜΕΝΟΣ Ή ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΛΕΓΟΜΕΝΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΠΟΥ ΠΛΑΚΩΣΕ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΚΑΙ ΤΑ ΦΟΒΕΡΙΖΕΙ, ΕΙΤΕ ΩΣ ΑΝΤΙΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΗΣ ΕΙΤΕ ΩΣ ΜΕΤΑΜΟΝΤΕΡΝΙΣΤΗΣ ΕΙΤΕ ΩΣ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΣ ΕΙΤΕ ΩΣ ΟΜΟΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΣ ΕΙΤΕ ΩΣ ΑΜΦΙΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΣ.
ΔΕΝ ΕΞΗΓΕΙΤΑΙ ΑΛΛΙΩΣ ΝΟΜΙΖΩ.

ΚΑΛΗΜΕΡΑ

amethystos είπε...

Καλημέρα φίλε. Τό προαύλιο τής εκκλησίας έμεινε ασκούπιστο πολύ καιρό καί έπιασαν ρίζες οι γόπες.

Ανώνυμος είπε...

Ο "χαλάρωσε" φαίνεται ότι έχει το προορατικό. Αδικείται εδώ μέσα...
Αν κάποιος δεν μπορεί να εκφραστεί παρά μόνον μέσα από προσβολές, με την επικουρία πάντοτε του οικοδεσπότη, να το κοιτάξει αυτό. Είναι προβληματικό.

Όσο για το σχόλιο του "αμέθυστου" εγώ απλώς αντέγραψα κάτι που διάβασα μέσα στο κείμενο. Δεν διάβασα καλά; Δεν εννόησα ορθά; Ό,τι κι αν είναι μπορεί να επισημανθεί ευγενικά.

amethystos είπε...

Tό λοιπόν δέν ταιριάζει μέ αυτό πού ισχυρίζεσαι σήμερα. Ολος ο λόγος είναι εναντίον τού Φιλιόκβε.

χαλαρωσε είπε...


Αρα «τό Πνεῦμα τοῦ Υἱοῦ αὐτοῦ...» = Το Άγιον Πνεύμα; ή δεν εννοησα τα λεγόμενα του Αγ. Γρηγορίου του Παλαμά;

κι ετσι θα ειμαστε ευγενικοι φιλε.

Ως προς το προορατικο οφειλω να ομολογησω οτι ειναι τοπικης εμβελειας, ειναι ιστο-τοπικο. Εσυ πως το καταλαβες; Εχεις μηπως κι εσυ;

Ανώνυμος είπε...

Γράφει το κείμενο:
«Δύναται λοιπόν να λέγει κανείς ακόμη ότι εξαιτίας της αποστολής το άγιο Πνεύμα εκπορεύεται εκ του Πατρός και τού Υιού; Εγώ δεν το νομίζω, εκτός εάν θέλει σαφώς να θεομαχεί. Αλλά, λέγει, το Πνεύμα λέγεται και αυτού τού Υιού και δικό του. «Διότι εξαπέστειλε ο Θεός», λέγει ο Απόστολος, «τό Πνεῦμα τοῦ Υἱοῦ αὐτοῦ ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν, κρᾶζον˙ ἀββά, ὁ Πατήρ».»
όταν λοιπόν γράφει «το Πνεύμα λέγεται και αυτού τού Υιού και δικό του» μιλά για το Άγιο Πνεύμα, γιατί περί αυτού γίνεται λόγος. Και παραπέμπει ευθύς στη ρήση της ΚΔ, όπου προφανώς και λόγω της συνάφειας του λόγου «τό Πνεῦμα τοῦ Υἱοῦ αὐτοῦ» είναι πάλι το Άγιο Πνεύμα.
Και ξαναρωτάω: "Δεν διάβασα καλά; Δεν εννόησα ορθά;"

amethystos είπε...

Αρα τό Φιλιόκβε! είναι σωστό, εννοημένο σωστά. Υπάρχει ολόκληρος ο λόγος άν ενδιαφέρεσαι. Αν δέν ενδιαφέρεσαι καί δέν έχεις νά περάσεις τήν ώρα σου, σού ευχόμαστε ένα ευτυχισμένο
απόγευμα , υγεία καί χαρά.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...