Τρίτη 11 Ιανουαρίου 2022

ΘΕΟΦΙΛΟΣ Α. ΑΜΠΑΤΖΙΔΗΣ - Η θέωση και οι προϋποθέσεις της κατά τον Συμεών τον Νέο Θεολόγο (25) (ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΡΟΤΕΣΤΑΝΤΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝ)

Συνέχεια από: Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2022

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ - ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΧΟΛΗ  - ΤΜΗΜΑ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ 

ΘΕΟΦΙΛΟΣ Α. ΑΜΠΑΤΖΙΔΗΣ 

Η θέωση και οι προϋποθέσεις της κατά τον Συμεών το Νέο Θεολόγο.

ΔΙΑΤΡΙΒΗ ΕΠΙ ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΑ που υποβλήθηκε στο Τμήμα Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ

ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΘΕΩΣΗ: ΟΙ ΣΩΤΗΡΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΥΣΤΗΡΙΩΝ.

4. Εξομολόγηση και Εκκλησιαστική Ιεραρχία. Το πρόβλημα θεσμού και χαρίσματος στην Εκκλησιολογία του αγίου Συμεώνος

Η διαπραγμάτευση των σωτηριολογικών προϋποθέσεων των μυστηρίων στην εκκλησιολογική σκέψη του οσίου Συμεών θα ήταν κυριολεκτικά λειψή, χωρίς την αναφορά στο μυστήριο της εξομολόγησης και τις ιδιάζουσες απόψεις του αγίου, αναφορικά με αυτό. Το όλο ζήτημα καθίσταται περισσότερο περίπλοκο, αν συνυπολογίσει κανείς τις προεκτάσεις του, κυρίως σε ό,τι αφορά στη θέση που ο Συμεών αποδίδει στην εκκλησιαστική Ιεραρχία, στο ρόλο και τη σημασία της πνευματικής πατρότητας, καθώς και στο γενικότερο πρόβλημα της «διαλεκτικής» θεσμού και χαρίσματος.

Τις θέσεις του Νέου Θεολόγου αναφορικά προς το μυστήριο της εξομολογήσεως τις συναντούμε στις τέσσερεις Επιστολές1298 του, αν και πολλές από αυτές ανιχνεύονται διάσπαρτες σε όλη την έκταση των κειμένων του. Το κεντρικότερο ζήτημα που εγείρουν οι θέσεις του Συμεών αναφορικά με το μυστήριο της εξομολογήσεως, όπως αυτές αποτυπώνονται κυρίως στην 1η Επιστολή1299, αφορά στη δυνατότητα μη χειροτονημένων μοναχών να παρέχουν την άφεση και την πνευματική καθοδήγηση. Όπως παρατηρεί τόσο ο Krivochéine, όσο και ο Χριστοφορίδης, η όλη πνευματική εμπειρία του Συμεών, καθώς και η συγκεκριμένη εμπειρία του ως λειτουργού και πνευματικού οδηγού, έθεταν ενώπιόν του έντονο το πρόβλημα: «Άραγε κάθε ιερέας ή επίσκοπος, από μόνο το γεγονός της χειροτονίας του, έχει τη δύναμη να ιερουργεί και να δίδει την άφεση των αμαρτιών; Ποιος είναι ικανός να κατευθύνει πνευματικά τους άλλους και ποια πνευματικά χαρίσματα πρέπει να έχει για να εξομολογεί;»1300. Είναι ευνόητο πως το όλο ζήτημα παραπέμπει ευθέως στην έννοια και τη σημασία της πνευματικής πατρότητας, σημείου κομβικού για το σύνολο της θεολογίας, πρωτίστως της πνευματικής εμπειρίας, του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου.

Πριν την όποια διαπραγμάτευση και ερμηνεία τάσεων και αποκλίσεων σχετικών με τη σημασία της πνευματικής πατρότητας, καθώς και τη «διαδρομή» της στην εκκλησιαστική ιστορία, είναι επιτακτική ανάγκη να πραγματευθούμε εν συντομία την κατανόηση και σημασία που αποδίδει σ’ αυτή ο Νέος Θεολόγος. Όπως παρατηρεί ο Χριστοφορίδης, ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος δεν έγραψε ιδιαίτερη περί πνευματικής πατρότητος πραγματεία. Ο ρόλος και η σημασία, όμως, του πνευματικού πατέρα για την επίτευξη της σωτηρίας και θέωσης του ανθρώπου είναι τόσο καταλυτικός στη σκέψη του, ώστε να διήκει σε όλη την έκταση των έργων του1301.

Για τον άγιο Συμεών, η αφετηρία του συλλογισμού γύρω από την ανάγκη της πνευματικής πατρότητας, αλλά και της εξομολόγησης δεν μπορεί να είναι άλλη, από την πτώση και την αμαρτία του ανθρώπου. Και ναι μεν το βάπτισμα και τα μυστήρια εν γένει, καθαρίζουν τον άνθρωπο από το βάρος της προπατορικής αμαρτίας και τον αποκαθιστούν στο «αρχαίον κάλλος», όπως αρκούντως αναλύθηκε στις προηγούμενες παραγράφους, η ελευθερία, όμως, της βούλησης και των επιλογών του τον οδηγεί εκ νέου σε απόσταση από το Θεό, σε άρνηση αποδοχής και ενεργοποίησης της ληφθείσας μυστηριακής χάρης και προφανή αδυναμία επίτευξης του στόχου του που είναι η θέωση. Είναι στο σημείο αυτό που απαιτείται η παρέμβαση και καθοδήγηση του όντως πνευματικού πατρός: «ο δε τοιαύτα πεπραχώς και ούτω παροργίσας τον δεσπότην αυτού και Θεόν ου δύναται άλλως καταλλαγήναι Θεώ, ει μη δια μεσίτου ανδρός αγίου και φίλου Χριστού και δια της αποφυγής του κακού»1302. Παραμένει αξιοσημείωτος ο δεύτερος όρος της καταλλαγής: Δεν αρκεί ο άγιος πνευματικός γι’ αυτήν, ούτε η τελευταία θεωρείται μια μηχανική ή μαγική διεργασία. Απαιτείται μαζί με τον άξιο πνευματικό και η «αποφυγή του κακού»1303.

Πώς, όμως, αντιλαμβάνεται ο άγιος το ρόλο και τη σημασία του πνευματικού πατρός; Με τρόπο σαφή και ξεκάθαρο τον υποθέτει ως μεσίτη, ιατρό και σύμβουλο. Είναι το πρόσωπο εκείνο που έχει ήδη πετύχει την καταλλαγή με το Θεό, δυνάμει της οποίας μπορεί, ιστάμενος «πρόσωπον προς πρόσωπον» απέναντί Του, να συμφιλιώσει και το πνευματικό του παιδί, καθιστώντας το δεκτικό της μεταμορφωτικής εμπειρίας της χάρης. Είναι για το λόγο αυτό που χρειάζεται μεγάλη προσοχή στην εξεύρεση πνευματικού πατέρα. Αν ο πνευματικός είναι «κόλακας» ή «κοιλιόδουλος» (υπηρέτης, δηλαδή, της προσωπικής του ματαιοδοξίας), τότε «συνέρχεται» –συσχηματίζεται με το θέλημα του μαθητή, που είναι σε τελική ανάλυση το θέλημα του κόσμου, και μετατρέπεται σε οδηγό στην καταστροφή και την απώλεια1304.

Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ο οντολογικός χαρακτήρας της πνευματικής πατρότητος, όπως τον βίωσε και τον δίδαξε ο άγιος Συμεών. Για το Θεολόγο πατέρα, η πνευματική πατρότητα και καθοδήγηση δε συνιστά υπηρεσία στο ναρκισσισμό του μαθητή, ψυχολογική στήριξη και υποκατάσταση της ελευθερίας και των όποιων δυνατοτήτων του. Δεν αποτελεί ανασχετικό παράγοντα ωριμότητας και πνευματικής ενηλικίωσης του υποτακτικού, ούτε άλλοθι ανευθυνότητας. Η υπακοή και εγκατάλειψη του οικείου θελήματος του υποτακτικού, δεν ταυτίζεται με την απόσβεση του εγώ, με ένα είδος χριστιανικού νιρβάνα. Παραπέμπει στον ελεύθερο και αυτοπροαίρετο συντονισμό της ύπαρξης υποτακτικού και γέροντος, στην οικειοθελή ταύτιση του γνωμικού θελήματος δασκάλου και μαθητή, για την επίτευξη του οντολογικού ανακαινισμού του τελευταίου. Ο στόχος και λόγος ύπαρξης του πνευματικού πατρός συνίσταται στο να αποτελέσει τον καταλύτη επανασύνδεσης;;; του υποτακτικού με τη ζωοποιό και θεοποιό χάρη του Πνεύματος, αποφεύγοντας μια ολόκληρη παθολογία σχέσεων, την οποία γνωρίζει η ορθόδοξη ποιμαντική και όχι μόνον, και η οποία διήκει στο χρόνο, μέχρι και τις ημέρες μας.

Είναι για τον λόγο αυτό που ο άγιος οριοθετεί τα προσόντα και τις προϋποθέσεις, σύμφωνα με τις οποίες κανείς μπορεί να αναλάβει το αποστολικό αξίωμα της πνευματικής καθοδήγησης, το συνυφασμένο με την εξομολόγηση και την άφεση;;;;. Αδύνατο «προ του πλησθήναι υμάς Πνεύματος αγίου, γενέσθαι θελήσητε, και προ του γνωρίσαι και φιλιωθήναι υμάς εν αισθήσει ψυχής τω βασιλεί των απάντων…τους άλλους εις αυτόν δύνανται μεσιτεύειν»1305, θα παρατηρήσει ο Συμεών προς κάθε επίδοξο πνευματικό ταγό. Η προϋπόθεση αυτή, μακρυά από το να αποτελεί ιδιοτροπία μεσσαλιανικής απόκλισης ενός –μυστικιστή της προσωπικής εμπειρίας –χριστιανού συγγραφέα, επιβεβαιώνει την οντολογική κατανόηση της πνευματικής πατρότητας από τον Συμεών, ως καθοδήγηση στην εν Χριστώ υιοθεσία και θέωση. Μια τέτοιου είδους κατανόηση της πνευματικής πατρότητας συνιστά τον ισχυρό κρίκο μιας μακράς αλυσίδας σκέψεως που διαπερνά το σύνολο της ασκητικής και πατερικής γραμματείας, την οποία είχε ασφαλώς υπόψη του ο άγιος1306.

Υπό τις προϋποθέσεις αυτές η εύρεση του κατάλληλου πνευματικού οδηγού και πατέρα, αν και συνιστά αδήριτη αναγκαιότητα, παραμένει έργο επίπονης πνευματικής αναζήτησης και προσπάθειας. Χρειάζεται πολλή σπουδή, αγρυπνία και προσευχή, ώστε να οδηγηθεί κανείς υπό του Πνεύματος και της πρόνοιας του Θεού, προκειμένου να τύχει ενός όντως πνευματικού πατρός. Ενός διδασκάλου που όχι μόνον «τον Χριστόν εν εαυτώ περιφέροντι εντυχείν», αλλά και το κήρυγμα των αποστόλων καλώς επίσταται, και τα δόγματα των πατέρων δεν αγνοεί, αλλά και τους κανόνες και τις διατάξεις της Εκκλησίας έχει ακριβώς υπόψη του1307. Για την εξεύρεση του αληθινού πνευματικού πατέρα, εκείνος που θέλει να λογίζεται πιστός και εκλεκτός μαθητής του Χριστού, δεν αρκείται μόνον στις προαναφερθείσες αρετές, αλλά χρειάζεται κοντά σ’ αυτές να προσθέσει και τη νηστεία, την ελεημοσύνη, τη χρηστή διοίκηση και διαχείριση του οίκου του, για να του υποδειχθεί ο αληθινός πνευματικός, κατά τον τρόπο που υποδείχθηκε στον Κορνήλιο ο μυσταγωγός άγγελος1308. Τελικά η εύρεση του κατάλληλου πνευματικού είναι αποτέλεσμα της χάρης και της ευδοκίας του Θεού1309.

Είναι δυνατό να παρατηρήσει κανείς στο σημείο αυτό, ένα αντιφατικό ή καλλίτερα κυκλοτερή συλλογισμό: Πώς είναι δυνατό ένας αδόκιμος μοναχός ή πιστός, ο οποίος έχει άμεση ανάγκη πνευματικού πατρός για την περαιτέρω πνευματική του πορεία, να έχει το ύψος και τις πνευματικές προϋποθέσεις που απαιτούνται, για να νηστέψει, να αγρυπνήσει, να κάνει έντονη προσευχή, μεγάλη ελεημοσύνη, προκειμένου να τύχει ενός αγίου πνευματικού πατρός; Με άλλα λόγια: εάν κάποιος μοναχός ή πιστός είχε το πνευματικό ύψος που απαιτεί η εξεύρεση ενός όντως πνευματικού, τίθεται το ερώτημα σε τι θα χρειαζόταν τον πνευματικό πατέρα;;;. Παρόλα αυτά;;;;, όταν και εφόσον ανακαλύψει έναν αληθινό πνευματικό πατέρα, οφείλει να τον δέχεται ως τον ίδιο τον Χριστό, να έχει τη συνείδηση ότι κάθε πράξη και συμπεριφορά προς τον όντως πνευματικό αναφέρεται στον ίδιο τον Κύριο, όπως και κάθε πράξη και συμπεριφορά προς τους ψευδοδιδασκάλους λογίζονται αναφερόμενες στον αντίχριστο: «Χρη ουν ως αυτόν τον Χριστόν τους τοιούτους δέχεσθαι, αδελφοί . τα γαρ εις αυτούς γινόμενα προς τον δεσπότην Χριστόν και Θεών ημών διαβαίνουσι κακείνος ταύτα οικειούται και ως αυτός πάσχων ταύτα λογίζεται, ώσπερ και τα εις τους ψευδοδοδασκάλους γινόμενα προς τον αντίχριστον ανατρέχουσι και οι αυτούς δεχόμενοι τον διάβολον υποδέχονται»1310.

Στην αντίρρηση ότι, στην εποχή του, ήταν αδύνατο να υπάρξουν τέτοιοι άγιοι, ο Συμεών απαντά απόλυτα. Όπως έχει, ήδη, επισημανθεί στα προηγούμενα, θεωρεί μια τέτοια άποψη «παναίρεση», εκλαμβάνοντάς τη ως απόρριψη της χαρισματικής ενύπαρξης και λειτουργίας του Πνεύματος στην Εκκλησία. Όπως δεχόμαστε, παρατηρεί ο άγιος, την εγκυρότητα του βαπτίσματος, της Ευχαριστίας και εν γένει τη χάρη όλων των μυστηρίων να παρέχονται στο εκκλησιαστικό σώμα από όντως πνευματικούς πατέρες, σε μια αδιάσπαστη διαδοχή από τους αποστόλους μέχρι σήμερα, έτσι είμαστε υποχρεωμένοι να δεχθούμε την ύπαρξη αγίων πνευματικών, οι οποίοι είναι ικανοί να παρέχουν και την άφεση1311. Και στο σημείο αυτό υπάρχει κάποιο ζήτημα κατανόησης, δεδομένου ότι ο ίδιος θα επισημάνει –σε σημεία των επιστολών του, τα οποία θα εξεταστούν στη συνέχεια –την προοδευτική έκπτωση και ανικανότητα σημαντικής μερίδας του κλήρου να παρέχει την άφεση, παρότι αναγνωρίζει τη δυνατότητά τους να τελούν τα υπόλοιπα μυστήρια. Πρόκειται γι’ αυτούς που είναι κενόδοξοι και υπερήφανοι, που δεν υπήρξαν ποτέ μαθητές και δεν έχουν πείρα ταπείνωσης και υπακοής, που δε φωτίστηκαν από τη χάρη του αγίου Πνεύματος και ως εκ τούτου είναι ανίκανοι να φωτίσουν τους μαθητές τους. Αυτούς τους ψευδοδιδασκάλους, παρότι είναι κανονικά χειροτονημένοι, ο άγιος Συμεών τους ονομάζει «αυτοχειροτόνητους», παρέχοντας ένα ακόμη ζήτημα ερμηνευτικής εκθεολόγησης στους μελετητές του1312.

Τέλος, όπως παρατηρεί και ο Turner1313, οι απαιτήσεις αυτές του αγίου Συμεών από την πνευματική πατρότητα δεν περιλαμβάνονται αποκλειστικά και μόνον στις Επιστολές του, αλλά διήκουν όλη την έκταση των έργων του, κυρίως στις Κατηχήσεις και τους Ηθικούς Λόγους του. Μερικά παραδείγματα θα σταθούν διαφωτιστικά: Στον Ηθικό VΙ1314, ο Θεολόγος πατέρας εμφανίζεται πεπεισμένος ότι, χωρίς να έχει κανείς προσωπική εμπειρία του Χριστού, δεν πρέπει να τολμήσει να παρέχει την άφεση. Καθ’ όμοιο τρόπο, έαν κάποιος δε φωτιστεί από το Πνεύμα το άγιο, δεν μπορεί να είναι σε θέση να δεχθεί τους λογισμούς άλλων (εξομολόγηση) και να τους κατευθύνει στον πνευματικό βίο1315. Στις Κατηχήσεις του επιμένει πως είναι απαράδεκτη η επιθυμία ορισμένων να γίνουν επίσκοποι, ιερείς και διδάσκαλοι, εάν, παρόλη τη χριστιανική διδασκαλία που έχουν λάβει, δε γνωρίζουν οι ίδιοι πώς πρέπει να ζουν πνευματικά, ενώ επιχειρούν να γίνουν πνευματικοί οδηγοί των πιστών, λαμβάνοντας ως μη ώφειλε τους αποστολικούς θρόνους ή εξαγοράζοντας την ιερωσύνη με χρήματα1316.

Βέβαια, ένας τέτοιος πνευματικός πατέρας, όπως τον αποδέχεται και τον περιγράφει ο άγιος, τόσο στις Επιστολές, όσο και σε άλλα σημεία των έργων του, μπορεί να δέχεται τις εξομολογήσεις και να παρέχει την άφεση, ακόμη κι αν δεν είναι χειροτονημένος κληρικός, αλλά ένας απλός μοναχός. Η θέση αυτή του Νέου Θεολόγου αποτέλεσε, όχι μόνον τον ερμηνευτικό πονοκέφαλο των μελετητών, αλλά και τη βασικότερη, ίσως, αιτία για την απόδοση ποικίλων κατηγοριών, με κυριότερη εκείνη του μεσσαλιανού.

Μεγάλη μερίδα των ερευνητών, προκειμένου να αποσοβήσουν τον κίνδυνο μεσσαλιανικής κατανόησης της παραπάνω θέσης, προέβαλαν την άποψη περί υπάρξεως δύο παραδόσεων της πνευματικής πατρότητας. Μίας θεσμικής, συνδεδεμένης με το ιερατικό υπούργημα, και μίας χαρισματικής, η οποία έλκει την καταγωγή της από την αρχαία μοναχική πρακτική της εξαγόρευσης των λογισμών αρχαρίων μοναχών, σε άλλους με περισσότερη πείρα και πνευματικότητα1317.

Πράγματι, η έννοια της πνευματικής πατρότητας, αφήνοντας κατά μέρος θύραθεν σχετικά της παράλληλα1318, έλκει την καταγωγή της από τη βαθειά και διαπροσωπική σχέση μαθητείας προσώπων της Παλαιάς Διαθήκης. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις του προφήτη Σαμουήλ1319, ο οποίος δέχεται την καθοδήγηση και μαθητεία από τον Ηλία, η περίπτωση του Ελισαίου ομοίως, και ικανές άλλες περιπτώσεις της προφητικής, κυρίως παράδοσης1320. Στην Καινή Διαθήκη, η περισσότερο έκδηλη εμφάνιση των σχέσεων πνευματικής πατρότητας την οποία εισήγαγε ο ίδιος ο Κύριος, κορυφώνεται στην περίπτωση του Παύλου: «Εάν γαρ μυρίους παιδαγωγούς έχητε εν Χριστώ, αλλ’ ου πολλούς πατέρας. Εν γαρ Χριστώ Ιησού δια του ευαγγελίου εγώ υμάς εγέννησα»1321.

Η αγιοπνευματική αυτή γραμμή πέρασε από τους αποστόλους στους Αποστολικούς Πατέρες με την πλέον γνωστή και χαρακτηριστική περίπτωση του αγίου Ιγνατίου Αντιοχείας, ο οποίος ως γνωστόν, θεωρώντας τον επίσκοπο «εις τύπον και τόπον» Χριστού και το πρεσβυτέριο ως τη χορεία των αποστόλων, θεμελιώνει την πνευματική πατρότητα στη βάση των εκκλησιαστικών υπουργημάτων, τα οποία έχουν ως εκκίνηση και σημείο αναφοράς τους την εκκλησιαστική λατρεία και δη την Ευχαριστία. Η γραμμή αυτή συνεχίστηκε μέσα στους αιώνες, πλαισιούμενη από την πατερική παράδοση και τις κανονικές διατάξεις, ενισχυόμενη από ποικίλα εξωτερικά αίτια για περισσότερη συνοχή και ακεραιότητα της δογματικής αλήθειας της Εκκλησίας, και συνεχίζει μέχρι τις ημέρες μας.

Η δεύτερη παράδοση περί πνευματικής πατρότητας έχει ως αφετηρία τους πατέρες της ερήμου. Την παράδοση εκείνη που δημιουργήθηκε κατά την πρώιμη περίοδο του μοναχισμού –κατά την οποία υπήρχε και σπανιότητα ιερέων στις μοναχικές τάξεις –να εξαγορεύουν τους λογισμούς τους αρχάριοι μοναχοί σε πλέον έμπειρους και πνευματικούς. Το σύνολο της ασκητικομοναχικής γραμματείας είναι κατάσπαρτο από τέτοιες αναφορές και παραδείγματα. Ο αριθμός των αββάδων στον πρώιμο μοναχισμό, ιδιαίτερα στη συλλογή των Αποφθεγμάτων, είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του κεντρικού ρόλου, τον οποίο έπαιζαν οι πνευματικοί (γέροντες) στον πρώιμο μοναχισμό. Στη μοναχική έννοια της πνευματικής πατρότητας, ούτε η ηλικία, ούτε η χειροτονία, ούτε το φύλο είχαν καμιά σημασία. Ο θεμελιωτής του μοναχισμού Μ. Αντώνιος, ενώ ήταν λαϊκός, ήταν ταυτόχρονα και πνευματικός πατέρας, ενώ ισάριθμοι με τους αββάδες ήταν και οι αμμάδες, οι γυναικείες μορφές καθοδηγητριών, οι πνευματικές μητέρες1322. Στο πλαίσιο των ωσμώσεων του μοναχισμού με την εν κόσμω Εκκλησία, η πρακτική αυτή γρήγορα διευρύνθηκε και ξέφυγε από τα όρια των μοναχικών κύκλων. Ο Γρηγόριος Νύσσης στα κείμενά του απεικονίζει την ιδανική πνευματική καθοδήγηση υπό μοναχικούς όρους1323, ενώ ο Θεοδώρητος Κύρου, στο ίδιο αυτό πλαίσιο, παρουσιάζει τον πνευματικό του πατέρα ως αρχέτυπο αρετής1324. Ο πνευματικός πατέρας αποτελεί κυρίαρχη φυσιογνωμία στο έργο του αγίου Θεοδώρου του Στουδίτη, αλλά και στην όλη παράδοση του Στουδίου. Οι αγιολογικές πηγές μας ενημερώνουν πως οι αυτοκράτορες και τα μέλη της υψηλής αριστοκρατίας πραγματοποιούσαν επισκέψεις στους μοναχούς και τους αγίους ανθρώπους για ευλογία και πνευματικές συμβουλές, ενώ ο Λέοντας ο VI, είναι ο πρώτος αυτοκράτορας που βεβαιώνεται ότι είχε πνευματικό πατέρα, τις κατευθύνσεις του οποίου ακολουθούσε πιστά1325.

Ξέρουμε πως και ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος ήταν «ευσεβείας διδάσκαλος» σε πολλά μέλη της υψηλής αριστοκρατίας1326. Άλλωστε, όπως αναφέρθηκε πολλές φορές κατά τη διαδρομή αυτής της μελέτης, χαρακτηριστικό του μεταεικονομαχικού μοναχισμού υπήρξε αυτό που ο Alfeyev ονόμασε αστικό μοναχισμό «urban monasticism», η διείσδυση, δηλαδή, του μοναχισμού στα μεγάλα αστικά κένρα, κυρίως στην Κωνσταντινούπολη, και η προσφορά πνευματικής καθοδήγησης1327. Συνέπεια των παραπάνω δεδομένων αποτελεί η παρατήρηση πως η κατανόηση του ρόλου και της σημασίας της πνευματικής πατρότητας δεν αφορά μόνον στους μοναχούς, αλλά σε κάθε χριστιανό. Αυτό, άλλωσε, καταδεικνύεται και από τις επισημάνσεις του Turner ότι οι 2η, 3η, και 4η Επιστολές, έχουν ως παραλήπτες λαϊκούς μαθητές του Συμεών που ζουν στον κόσμο1328. Έτσι, η διάκριση των δύο παραδόσεων περί πνευματικής πατρότητας, δεν επιμερίζει το πεδίο δράσης της σε ισάριθμα μέρη του εκκλησιαστικού σώματος: οι λαϊκοί αναγνωρίζουν αποκλειστικά ως πνευματικούς πατέρες τους επισκόπους και ιερείς, ενώ οι μοναχοί μπορούν να αναγνωρίσουν και χαρισματούχους μοναχούς.

Στο ερώτημα, βέβαια, αν μπορούν μη χειροτονημένοι μοναχοί να κατευθύνουν πνευματικά, αλλά και να παρέχουν την άφεση, ο Συμεών, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, απαντά καταφατικά. Πρόκειται για το κεντρικό ερώτημα της 1ης Επιστολής. Ήδη από την αρχή της Επιστολής ο Συμεών ξεκαθαρίζει το στόχο της. Είναι το να απαντήσει στην ερώτηση αν επιτρέπεται σε μη χειροτονημένο μοναχό να εξομολογεί1329. Στην προσπάθειά του να απαντήσει δίδει αρχικά μια περίγραφη με τη μορφή ορισμού για το τι είναι η εξομολήγηση, περιφραφή που αντιστοιχεί πλήρως στην κατανόηση του πνευματικού πατέρα που αναπτύχθηκε ανωτέρω. Σύμφωνα με αυτή η εξαγόρευση (εξομολόγηση) αφορά στην επίγνωση της αμαρτωλότητας του ανθρώπου, της διακοπής της σχέσης του με το Θεό και στην ανάγκη της επανάκαμψης1330.

Η αιτιολόγηση της θέσεως αυτής ερμηνεύεται πλήρως από την έννοια της πνευματικής πατρότητος που υπάρχει στον Συμεών1331. Σύμφωνα με αυτή, η δυνατότητα της άφεσης και της πνευματικής καθοδήγησης από μη κληρικούς, είναι το αποτέλεσμα της προοδευτικής εκκοσμίκευσης του κλήρου, της αποστασιοποίησής του από τη χάρη του Πνεύματος και, κατά συνέπεια, της αδυναμίας του να έχει επίγνωση του τρόπου και των μέσων που απαιτούνται, για να οδηγήσουν τον πιστό στην δεξίωση της χάρης, τη θέωση. Αξίζει να παρακολουθήσουμε εγγύτερα τη σκέψη του: «Ότι γαρ ενδέχεται εις μοναχόν ιερωσύνην μη έχοντα εξαγγέλειν ημάς, τούτο, αφ’ ου το της μετανοίας ένδυμά τε και πρόσχημα εκ Θεού εδωρήθη τη κληρονομία αυτού και μοναχοί ωνομάσθησαν, επί πάντας ευρήσεις γενόμενον, καθώς εν ταις θεοπνεύστοις των πατέρων γραφαίς εγγράφεται, εν αις εγκύψας ευρήσεις ως αληθή τα λεγόμενα. προ δε τούτων αρχιερείς μόνοι του δεσμείν και λύειν κατά διαδοχήν την εξουσίαν ως εκ των θείων αποστόλων ελάμβανον. Του χρόνου δε προϊόντος και των αρχιερέων αχρειουμένων, εις ιερείς βίον έχοντας άμωμον και χάριτος θείας αξιωμένους η φρικτή εγχείρησις αύτη προβέβηκεν. είτα και τούτων αναμίξ γενομένων, των ιερέων ομού και αρχιερέων τω λοιπώ εξομοιουμένων λαώ και πολλών ως και νυν περιπιπτόντων πνεύμασι πλάνης και ματαίαις κενοφωνίαις και απολλυμένων, μετήχθη ως είρηται εις τον εκλεκτόν λαόν του Χριστού, λέγω δη τους μοναχούς, ουκ εκ των ιερέων ή αρχιερέων αφαιρεθείσα, αλλά ταύτης εαυτούς εκείνων αλλοτριωσάντων»1332.

Η συνύπαρξη αξίων και αναξίων κληρικών, οι μεταξύ τους φιλονικείες και έριδες, η ανάληψη των αποστολικών θρόνων από φιλόδοξους και φιλήδονους, οι αιρέσεις, αποτελούν τις ιδιάζουσες αιτίες, για τις οποίες ο κλήρος εξέπεσε της θείας χάριτος. Στο σημείο αυτό η σκέψη του Συμεών παρουσιάζει μια από τις σφοδρότερες κριτικές του ιερατείου που μας έχει κληροδοτήσει η πατερική θεολογία. Η κατάσταση, όμως, αυτή του κλήρου δεν τον καταργεί ούτε τον αχρηστεύει. Στους κληρικούς συγχωρείται να λειτουργούν τα υπόλοιπα μυστήρια και δή την Ευχαριστία, με μόνη προϋπόθεση την Ορθοδοξία της πίστης τους, αν και αυτό είναι σχετικό, δεδομένου ότι, για τον άγιο Συμεών, ορθόδοξος δεν είναι αυτός που δεν εισάγει ή δεν ασπάζεται μια αίρεση, αλλά αυτός που έχει συντονίσει τη ζωή του με τα κελεύσματα της πίστεως. Γι’ αυτό και η έγγραφη δήλωση πίστεως που απαιτείται από τους επισκόπους, συνιστά μάλλον ένδειξη έκπτωσης από αυτή την ιδανική κατάσταση1333. Άλλωστε, προκειμένου και περί της εξομολογήσεως ο Συμεών δέχεται τη δυνατότητα του κλήρου να τελεί το μυστήριο «ουκ εκ των ιερέων ή αρχιερέων αφαιρεθείσα, αλλά ταύτης εαυτούς εκείνων αλλοτριωσάντων». Απλά επισημαίνει την οικειοθελή αποξένωση του ίδιου του κλήρου από το μυστήριο αυτό, ισοδύναμη της εκκοσμίκευσής του και της αποξένωσής του από τη θεία χάρη.

 «Πράγματι σε όλη την θεολογία συμπλέκεται το ρητό με το άρρητο», για να εκφρασθούμε κατά τον ίδιον, «και το μεν ένα μέρος της ως μυστικό και τελετουργικό δρα και ενιδρύει στον Θεό με τις αδίδακτες μυσταγωγίες, το δε άλλο ως φιλόσοφο και αποδεικτικό πείθει και χρειάζεται την αλήθεια των λόγων» Γρ. Παλαμάς

Σημειώσεις


1298 Με το όνομα του αγίου Συμεώνος του Νέου Θεολόγου σώζονται τέσσερεις Επιστολές, οι οποίες είδαν το φως της δημοσιότητας σταδιακά και σχετικά πρόσφατα. Ήδη από το 1898, ο Karl Holl δημοσίευσε την επιστολή του Συμεώνος «…περί εξομολογήσεως…», η οποία, στην χειρόγραφη παράδοση, εφέρετο υπό το όνομα του αγίου Ιωάννη του Δαμασκηνού. Ο Holl στη μελέτη του με τον τίτλο: Enthusiasmus und Bussgewalt beim griechischen Mönchtum. Eine Studie zu Symeon dem neuen Theologen, Leipzig, 1898, δημοσίευσε το ελληνικό κείμενο, ως κείμενο του Συμεώνος, και με τον τρόπο αυτό ανανέωσε το ενδιαφέρον των ειδικών για το πρόσωπο του αγίου. Η επιστολή αυτή είχε μεγάλο ενδιαφέρον για το Γερμανό μελετητή, επειδή απηχούσε την κατάσταση του μοναχισμού και την πρακτική της μετάνοιας, στην κρίσιμη εποχή του 10ου αιώνα στην Ανατολή. Ο Joseph Paramelle ήταν εκείνος που ανέλαβε την έκδοση των Επιστολών από τη σειρά Sources Chrétiennes, έργο το οποίο δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει, λόγω της απροσδόκητης φυγής του. Στην εν λόγω σειρά, η οποία δημοσίευσε το σύνολο του έργου του Συμεώνος πλην των Επιστολών, είχε συνεργαστεί ο Paramelle από τη δεκαετία του 1960 σε μεταφράσεις των κειμένων του οσίου στα γαλλικά, με τον Αρχιεπίσκοπο Krivochéine στις Κατηχήσεις, τον Koder στους Ύμνους κ.α. Την περίοδο αυτή και συγκεκριμένα το 1972, παρουσίασε τη διδακτορική του διατριβή με τον τίτλο: «Syméon le Nouveau Théologien –Lettres. Appendice: Nikétas Stéthatos– Contre les Accusateurs des Saints». Στο έργο αυτό περιλαμβάνεται το ελληνικό κείμενο και των τεσσάρων επιστολών του Συμεώνος, οι μαρτυρίες της χειρόγραφης παραδόσεως, γαλλική μετάφραση του κειμένου και πλήθος σχολίων. Δυστυχώς το έργο αυτό παραμένει ανέκδοτο στη βιβλιοθήκη της Σορβώνης. Η παραχώρησή του στον Turner απετέλεσε καταλυτικό γεγονός για την έκδοση του συνόλου των Επιστολών, από τον εν λόγω μελετητή, μόλις το 2009. Ο Turner εξέδωσε και τις τέσσερεις Επιστολές σε κριτικό κείμενο, αγγλική μετάφραση, σχόλια και εκτενή διαφωτιστική εισαγωγή στη μελέτη του: TURNER H. J. M., The Epistles of St. Symeon the New Theologian, Oxford University Press, 2009, από την οποία και αντλούμε το μεγαλύτερο μέρος από τις πληροφορίες της παρούσης υποσημειώσεως. Και μία απλή ανάγνωση των επιστολών πείθει για το ότι έχουν ως θεματική τους κάποια πτυχή του μυστηρίου της εξομολόγησης και της πνευματικής πατρότητας. Το γεγονός αυτό δικαιολογεί τη συγκέντρωσή τους σε μία θεματική ενότητα, μεταξύ των γραπτών του Συμεώνος. Θα ήταν βολικό να υποθέσει κανείς τις Επιστολές ως τέσσερα κομμάτια που επιλέχθηκαν σκόπιμα από τα πολυσχιδή γραπτά του και συγκεντρώθηκαν για να αποτελέσουν μια συλλογή, είτε από τον ίδιο τον Συμεών, είτε από τον μαθητή και βιογράφο του Νικήτα. Όμως, κατά μαρτυρίες των ειδικών, (βλ. DARROOUZES J., Traités Théologique et Ethiques, Introduction, SC 122, σελ. 47, σημ. 2), οι εργασίες του Συμεών δε συγκεντρώθηκαν συστηματικά σε ένα σώμα: «les oeuvres se Syméon n’ ont pas été réunies en un corpus systématique». Άλλωστε, όπως επισημαίνει ο Turner (μνημ. εργ., σελ. 11), τα στοιχεία των χειρογράφων δικαιολογούν πλήρως αυτήν την παρατήρηση. Τόσο ο HAUSHERR I., Un grand mystique byzantin: Vie de Syméon le Nouveau Théologien (949-1022), par Nikétas Stéthatos. Texte grec inédit publiè avec introduction et notes critiques, Orientalia Christiana 12, Roma 1928, όσο και ο GOUILLARD J., «Syméon le Jeune», Dictionaire de Théologie Catholique, XIV, 2, στ. 2946, επισημαίνουν τις αναφορές του Νικήτα στο «Βίο» αναφορικά με τις Επιστολές, ενώ ο Gouillard περιέγραψε συνοπτικά καθεμιά από αυτές, σημειώνοντας ότι μερικές είναι όντως πραγματείες. Για τον Turner, μόνον η Επιστολή 2 έχει τα τεχνικά χαρακτηριστικά μιας επιστολής, ενώ οι άλλες είναι μάλλον πραγματείες που κυκλοφόρησαν είτε από τον ίδιο τον Συμεών, είτε από τον εκδότη του, σκόπιμα, με τη μορφή επιστολιμαίων διατριβών. Άλλωστε, για τα δεδομένα της αρχαίας χριστιανικής γραμματείας, η διάκριση των φιλολογικών ειδών, ιδιαίτερα της εκτενούς επιστολής από την πραγματεία, δεν είναι πάντοτε ευκρινής. Την παρατήρηση αυτή επιβεβαιώνει και ο MALINGREY M. A., στην εισαγωγή στο: Sur la Providence de Dieu, Introduction, SC 79, σελ. 13, προκειμένου περί των Επιστολών του Χρυσοστόμου. Βεβαίως, τα θέματα που πραγματεύεται ο άγιος Συμεών στις Επιστολές του, δεν είναι πρωτοεμφανιζόμενα. Υπάρχουν, σίγουρα, περιπτώσεις όπου, ό,τι βρίσκεται σε μια Επιστολή του αγίου, έχει περιληφθεί μεταξύ των Κατηχήσεων, ή άλλων κειμένων του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η παρατήρηση του KRIVOCHEINE B., SC 104, σελ. 261, σημ. 1, πως η Κατήχηση XVII, είναι περισσότερο μια επιστολή του Συμεώνος, απευθυνόμενη στους μαθητές του. Το θέμα αλλά και το περιεχόμενο της 1ης Επιστολής, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς αναφέρεται στο μυστήριο της εξομολογήσεως και στη δυνατότητα να παρέχει την άφεση ένα μη χειροτονημένο άτομο, συγκεκριμένα ένας μοναχός. Την Επιστολή αυτή ο Turner (σελ. 14-15) τη θεωρεί πραγματεία. Αν και ο τίτλος στην κεφαλή της Επιστολής δε δίδει καμία ιδιαίτερη πληροφορία για τον παραλήπτη της, ο Turner θεωρεί ότι αυτός θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ο μαθητής και διάδοχός του στην ηγουμενία του Αγίου Μάμαντα, Αρσένιος. Το βέβαιο είναι, σύμφωνα με εσωτερικές μαρτυρίες του κειμένου, ότι η Επιστολή απευθύνεται σε κάποιον μαθητή του. Μάλιστα, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη γραμμή 264 κ.εξ., ο άγιος εμφανίζεται, πριν από την έκδοση του Νικήτα, να προβλέπει τη δημοσίευση της Επιστολής. Το γεγονός αυτό δε συνιστά παράδοξο διότι, καθώς έχουμε ήδη αναλύσει στο πρώτο μέρος της εργασίας, μικρότερο ή μεγαλύτερο μέρος των κειμένων του Συμεώνος, βρίσκονταν σε κυκλοφορία πριν το θάνατό του. Αναφορικά με τα περιστατικά συγγραφής του κειμένου ο Turner υποστηρίζει ότι υπήρξε ένα αρχικό κείμενο επιστολής, στο οποίο είτε ο ίδιος ο Συμεών, είτε –το πιθανώτερο –ο Νικήτας, παρενέβαλε υλικό που, ίσως, λήφθηκε από κάποια μεγάλη Κατήχηση. Επειδή το κείμενο της Επιστολής 1 περιέχει συζητήσιμες απόψεις, ή απόψεις δυσερμήνευτες που απαιτούν ερμηνευτική εκθεολόγηση, όπως ήταν αναμενόμενο, δημιούργησε αμφιβολίες για την δυνατότητα αποδοχής του, ή ακόμη και για την Ορθοδοξία του. Ως συνέπεια αυτού, κάποιος αντιγραφέας προσπαθώντας αφενός να προφυλάξει το κύρος του αγίου Συμεώνος, αφετέρου να καταστήσει ευκολότερα αποδεκτό το περιεχόμενο της Επιστολής, επιθύμησε να κυκλοφορήσει ως εργασία ενός συγγραφέα αναμφισβήτητης Ορθοδοξίας. Έτσι, σύμφωνα με τον τίτλο που βρέθηκε στο χειρόγραφο Υ (Vaticanus Reginae Suecorum, Gr. 57, του 14ου αιώνα), και στο αντίγραφό του το C, η Επιστολή αποδόθηκε στον άγιο Ιωάννη Δαμασκηνό. Η Επιστολή 2 εξαιτίας του μικρού της εύρους, του ύφους και των τεχνικών χαρακτηριστικών της, θεωρείται από τον Turner, ως η μόνη κατά κυριολεξίαν επιστολή. Είναι μια επιστολή πνευματικής καθοδήγησης που γράφεται για ένα από τα πνευματικά παιδιά του Συμεώνος που ζούν στον κόσμο και που, όπως καταδεικνύεται από τις οδηγίες τις σχετικές με την τήρηση της νηστείας, δεν είναι καν μοναχός. Και η Επιστολή 3 έχει ως παραλήπτη κάποιο πνευματικό παιδί του Συμεών που ζεί στον κόσμο. Ο DARROOUZES J., Traités Théologique et Ethiques, Introduction, SC 129, σελ. 218, σημ. 1, την ονομάζει πραγματεία υπό μορφή επιστολής: «un autre traité, en forme de lettre, isole dans divers manuscripts, a pour titre: Ποίω τρόπω τις δύναται άγιον άνδρα γνωρίσαι». Έχει ως περιεχόμενό της τον τρόπο εύρεσης του αληθινού πνευματικού πατέρα, των χαρακτηριστικών που αυτός πρέπει να έχει, καθώς και του καταλυτικού ρόλου και της σημασίας του για την πνευματική πορεία του μαθητού. Και στην 3η Επιστολή ο Συμεών αναφέρει την προοδευτική απεμπόληση της αποκλειστικότητας της αφέσεως από τους κληρικούς, λόγω της αμαρτωλότητάς τους και την ανάληψή της από τους μοναχούς. Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις των ειδικών η Επιστολή αυτή πρέπει, αρχικά, να σχεδιάστηκε ως πραγματεία και αργότερα να πήρε τη μορφή και τα χαρακτηριστικά της επιστολής. Το ίδιο θέμα με την Επιστολή 3 έχει και η Επιστολή 4. Ο Krivochéine ακολουθώντας το χειρόγραφο Α θεωρεί ως παραλήπτη της τέταρτης Επιστολής τον Νικομηδείας Στέφανο, όμως ο Turner εκφράζει επ’ αυτού αιτιολογημένες αντιρρήσεις (σελ. 21). Χαρακτηρισρικό της Επιστολής είναι η απόδοση του περιφρονητικού όρου «αυτοχειροτόνητοι» σε όσους από τους κληρικούς, χωρίς τον ανάλογο βίο, αποτολμούν την πνευματική πατρότητα και καθοδήγηση. Χωρίς να είμαστε σε θέση να απαντήσουμε σε όλα τα ερωτήματα όπως π.χ. μέχρι ποίου σημείου ο Συμεών υπήρξε συντάκτης των Επιστολών στη μορφή που τις έχουμε σήμερα, ή αν ο ίδιος προγραμμάτισε και εξέδωσε κείμενά του με περιεχόμενο την πνευματική πατρότητα, μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι η έκδοση και μελέτη των Επιστολών ρίχνει ιδιαίτερο φως σε σημαντικά συναφή ζητήματα και οξύνει το σχετικό προβληματισμό γύρω από αυτά.

1299 Κατά τον KRIVOCHEINE B., Μέσα στο φως του Χριστού. Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος (949-1022). Βίος-Πνευματικότητα-Διδασκαλία, μετ. Πίτσα Σκουτέρη, Θεσσαλονίκη, 1983, σελ. 173, στην Επιστολή αυτή εκτίθεται μια διαφορετική διδασκαλία από τη συνηθισμένη περί εξομολογήσεως και εκκλησιαστικής ιεραρχίας, ή μάλλον –σπεύδει να διορθώσει– μια διδασκαλία περισσότερο ριζοσπαστική σχετικά με τη διδασκαλία του «δεσμείν και λύειν».

1300 KRIVOCHÉINE B., ο.π., σελ. 164. Πρβλ. και ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΙΔΗ Β., Η πνευματική πατρότης κατά Συμεών τον Νέον Θεολόγον, Θεσσαλονίκη 1997, σελ. 21: «Η μελέτη της περί πνευματικής πατρότητος διδασκαλίας του Συμεών θέτει ενώπιον του ερευνητού διάφορα ερωτήματα και προβλήματα… α) Είναι απαραίτητος η ιερωσύνη εις τον πνευματικόν πατέρα προς άσκησιν της εξουσίας του «δεσμείν και λύειν»; β) Η διακονία της πνευματικής πατρότητος εις την περίπτωσιν του κοινοβίου ανήκει αποκλειστικώς εις τον ηγούμενον ή είναι δυνατόν να ασκήται και υπό ετέρου μοναχού; Άλλα ερωτήματα τα οποία επίσης ανακύπτουν είναι τα εξής: Ποία είναι τα απαιτούμενα βασικά προσόντα του πνευματικού πατρός; Ποίον είναι το πλαίσιον εντός του οποίου αναπτύσσονται αι διαπροσωπικαί σχέσεις μεταξύ πνευματικού πατρός και τέκνων;».

1301 ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΙΔΗ Β., Η πνευματική πατρότης κατά Συμεών τον Νέον Θεολόγον, Θεσσαλονίκη 1997, σελ. 20.

1302 ΣΥΜΕΩΝ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Επιστολή 1, 135-138, (ed.) Turner H. J. M., The Epistles of St. Symeon the New Theologian, Oxford University Press, 2009, σελ. 36.

1303 ΣΥΜΕΩΝ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Επιστολή 1, 139-154, (ed.) Turner H. J. M., The Epistles of St. Symeon the New Theologian, Oxford University Press, 2009, σελ.38: «Δια τούτο φύγωμεν την αμαρτίαν πρώτον . ει γαρ και τάυτης τω βέλει τρωθώμεν, αλλά μη εγχρονίσωμεν τω ιω ταύτης ως μέλιτι γλυκαινόμενοι, μηδέ ως άρκτος πληγείσα το τραύμα μείζον δια της αυτού πράξεως εργασώμεθα, αλλ’ ευθύς προς τον πνευματικόν ιατρόν δράμωμεν και τον ιόν της αμαρτίας δια της εξαγορεύσεως εξεμέσωμεν, το δηλητήριον αυτής αποπτύσαντες και ως αντιφάρμακον τα διδόμενα της μετανοίας επιτίμια σπουδαίως παρ’ αυτού λάβωμεν και μετά πίστεως θερμής επιτελείν ταύτα μετά φόβου Θεού αγωνισώμεθα. Πάντες γαρ οι τον εμπιστευθέντα πλούτον αυτοίς κενώσαντες άπαντα και μετά πορνών και τελωνών την πατρικήν ουσίαν καταναλώσαντες και υπό πολλής αισχύνης το συνειδός αυτών κάτω νεύον και μη ανανεύσαι δυνάμενον έχοντες, απαρρησίαστοι όντες, ζητούσιν εικότως άνθρωπον Θεού ανάδοχον γενέσθαι του χρέους αυτών, ίνα δι’ αυτού προσέλθωσιν αυτώ . όπερ ως οίμαι γενέσθαι αδύνατον άνευ μετανοίας ειλικρινούς και επιπόνου του μέλλοντος ή και βουλομένου καταλλαγήναι Θεώ».

1304 ΣΥΜΕΩΝ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Επιστολή 1, 165-181, (ed.) Turner H. J. M., The Epistles of St. Symeon the New Theologian, Oxford University Press, 2009, σσ. 39-40: «Τι ουν ποιήσωμεν ή τίνα τρόπον προς άφεσιν του χρέους και ανάκλησιν του πτώματος οι μετανοήσαι βουλόμενοι επινοησόμεθα; Θεού δίδοντος, ακούσατε . μεσίτην και ιατρόν και σύμβουλον αγαθόν εκζητήσατε, ίνα μετανοίας μεν τρόπους τη αγαθή συμβουλή υμίν αρμοζόντως υπόθηται ως σύμβουλος αγαθός, ως ιατρός δε φάρμακον εκάστω κατάλληλον τραύματι επιδώσει υμίν, ως δε μεσίτης δι’ ευχής και της προς Θεών εντεύξεως ενώπιον αυτού εκείνου «πρόσωπον προς πρόσωπον» παραστάς υπέρ σου το θείον εξιλεώσηται. μη ουν κόλακα ή κοιλιόδουλον ευρείν σύμβουλον και σύμμαχον αγωνίση, ίνα μη τω σω συνερχόμενος θελήματι, ουχί ά ο Θεός αγαπά αλλ’ άπερ συ αναδέχη ταύτα διδάξει σε και μείνης πάλιν όντως εχθρός ακατάλλακτος, μηδέν άπειρον ιατρόν ως αν μη τη πολλή αποτομία και ταις ακαίροις τομαίς τε και καύσεσιν εις απογνώσεως θάνατον παραπέμψη σε, ή πάλιν τη υπερμέτρω συμπαθεία νοσούντα εάσει σε και υγιαίνειν οιόμενον, το δεινότατον, τη αιωνία παραδώσει σε κολάσει ως ουκ ελπίζεις . τούτο γαρ η ενταύθα νόσος της ψυχής συναποθνήσκουσα ημίν προξενεί».

1305 ΣΥΜΕΩΝ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Επιστολή 1, 223-227, (ed.) Turner H. J. M., The Epistles of St. Symeon the New Theologian, Oxford University Press, 2009, σελ. 44.

1306 ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΙΔΗ Β., Η πνευματική πατρότης κατά Συμεών τον Νέον Θεολόγον, Θεσσαλονίκη 1997, σσ. 20-21: «Αισθητή είναι επίσης εις το έργον αυτού, και δη εις την περί της πνευματικής πατρότητος διδασκαλίαν του, η επίδρασις του αποστόλου Παύλου, Μ. Βασιλείου, Μακαρίου του Αιγυπτίου, Ισαάκ του Σύρου, Ιωάννου της Κλίμακος, Μαξίμου του Ομολογητού και άλλων, ασκητικών συγγραφέων, μολονότι σπανίως αναφέρονται επωνύμως».

1307 ΣΥΜΕΩΝ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Επιστολή 3, 167-180, (ed.) Turner H. J. M., The Epistles of St. Symeon the New Theologian, Oxford University Press, 2009, σελ. 94: «Δια τούτο τοίνυν, πολλής ημίν δει της σπουδής, πολλής της αγρυπνίας, πολλών των ευχών, ώστε μη πλάνω μη απατεώνι μη ψευδαδέλφω και ψευδοχρίστω περιπεσείν, αλλ’ αληθεί και φιλοθέω και τον Χριστόν εν εαυτώ περιφέροντι εντυχείν διδασκάλω, ακριβώς ειδότι και επισταμένω το κήρυγμα των αποστόλων, τους κανόνας και τας διατάξεις αυτών, τα δόγματα των πατέρων, μάλλον δε αυτού του δεσπότου και διδασκάλου των αποστόλων τα θελήματα και μυστήρια. τοιούτον ουν χρη ερευνάν και ευρίσκειν διδάσκαλον, τον ταύτα μεν λόγω πρότερον ακηκοότα και διδαχθέντα, έπειτα δε πράξει και πείρα εν αληθεία υπ’ αυτού του παρακλήτου Πνεύματος μυστικώς μυσταγωγηθέντα, ώστε και αυτόν καταξιωθήναι παρ’ αυτού εκείνου του τους αποστόλους μυσταγωγήσαντος ακούσαι . το μυστήριόν μου εμοί και τοις εμοίς, και το . “Υμίν δέδοται γνώναι τα μυστήρια της βασιλείας των ουρανών”».

1308 ΣΥΜΕΩΝ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Επιστολή 3, 227-243, (ed.) Turner H. J. M., The Epistles of St. Symeon the New Theologian, Oxford University Press, 2009, σελ. 100.

1309 ΣΥΜΕΩΝ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Επιστολή 3, 286-295, (ed.) Turner H. J. M., The Epistles of St. Symeon the New Theologian, Oxford University Press, 2009, σσ. 103-104: «…ει βούλει πνευματικού και αγίου ανδρός και αληθινού διδασκάλου επιτυχείν, μη από σεαυτού μόνου και της σης φρονήσεως επιγνώναι τούτον νομίσης, αδύνατον γαρ . αλλά προ πάντων, ως προείρηται, δι’ αγαθοεργίας και ελεημοσύνης, δια νηστείας και ευχής και δεήσεως εκτενούς, αγωνίσθητι τον Θεών συλλήπτορα και βοηθόν εις τούτο σοι γενέσθαι . επ’ αν δε ευδοκία Θεού και χάριτι τοιούτον ευρείν καταξιωθής, τότε μείζονα επιδείξαι σπουδήν, μείζονα την προθυμίαν, πολλήν την ταπείνωσιν, πολλήν την ευλάβειαν, υπερβάλλουσαν εις αυτόν τιμήν, την πίστιν ειλιρινή και αδίστακτον...».

1310 ΣΥΜΕΩΝ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Επιστολή 3, 298-304, (ed.) Turner H. J. M., The Epistles of St. Symeon the New Theologian, Oxford University Press, 2009, σελ. 104.

1311 ΣΥΜΕΩΝ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Επιστολή 3, 535-559, (ed.) Turner H. J. M., The Epistles of St. Symeon the New Theologian, Oxford University Press, 2009, σσ. 120-122.

1312 ΣΥΜΕΩΝ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Επιστολή 4, 214-220, (ed.) Turner H. J. M., The Epistles of St. Symeon the New Theologian, Oxford University Press, 2009, σελ. 156: «…κενοδοξία γαρ και υπερηφανεία κρατούμενοι και οιόμενοι “εαυτούς είναί τι μηδέν όντες”, πατέρας και διδασκάλους εαυτούς αποκαθιστώσι και αυτοχειροτόνητοι απόστολοι γίνονται, μήτε την χάριν του αγίου Πνεύματος ως εκείνοι λαμβάνοντες, μήτε φως γνώσεως φωτισθέντες, μήτε τον κηρυττόμενον Θεών κατά την αψευδή αυτού επαγγελίαν αποκαλυφθέντα αυτοίς κατίδοντες».

1313 TURNER H. J. M., The Epistles of St. Symeon the New Theologian, Oxford University Press, 2009, σελ. 65.

1314 SC 129, 413-428.

1315 Ηθικός VI, SC 129, 378-405.

1316 ΣΥΜΕΩΝ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Κατηχήσεις, Λόγος XXXVIII, SC 113, 190-228.

1317 Χαρακτηριστική η περίπτωση του EVDOKIMOV P., «La paternité spirituelle», Contacts 58, (1967), σελ. 101 κ.εξ. . του ιδίου, Ορθοδοξία, μετ. . Α. Μουρτζόπουλου, Θεσσαλονίκη 1972, σελ. 377 . του ιδίου, Η πάλη με τον Θεόν, μετ. Ι. Κ. Παπαδόπουλου, Θεσσαλονίκη 1991, σσ. 281-282 . ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΙΔΗ Β., Η πνευματική πατρότης κατά Συμεών τον Νέον Θεολόγον, Θεσσαλονίκη 1997, σσ. 14-19. Την ίδια θέση υιοθετεί και ο TURNER H. J. M., The Epistles of St. Symeon the New Theologian, Oxford University Press, 2009, σελ. 65: «Here and elsewhere Symeon fails to distinguish between two different kinds of succession: that which is ecclesiastical and authenticates contemporary bishops as rightful kind of apostolic successors of the apostles, and the different in personal holiness and is the mark of genuine spiritual fathers, ordained or unordained».

1318 Αν και δεν μπορούμε να κάνουμε λόγο για πνευματική πατρότητα στην αρχαιοελληνική σκέψη με τον τρόπο και τα κριτήρια της χριστιανικής παράδοσης, εν τούτοις μπορούμε να σημειώσουμε κάποια αξιοπρόσεκτα παράλληλα, που αποδεικνύουν ότι η στενή –προσωπική σχέση καθοδήγησης είχε πάντοτε μια ιδιαίτερη σημασία και αξία και περιβάλλονταν από μια συνείδηση μυσταγωγίας. Ο ΠΛΑΤΩΝΑΣ, Λύσις, 214A, θα παρομοιάσει τους ποιητές με πατέρες και ηγεμόνες της σοφίας. Πρβλ. και HATZOPOULOS A., Two outstanding cases in the byzantine spirituality: The Macarian Homilies and Symeon the New Theologian, Ανάλεκτα Βλατάδων 54, Θεσσαλονίκη 1991, σελ. 171. Ο ΙΑΜΒΛΙΧΟΣ, Βίος Πυθαγόρου, 198, θα τονίσει ότι η στάση του μεγάλου διδασκάλου προς όλους τους μαθητές του ήταν πατρική. Ο Επίκτητος, Κυνικός, 3, 22, 81, έλεγε ότι ο κυνικός φρόντιζε για όλους τους ανθρώπους σαν να ήταν πατέρας τους, δείχνοντας την βαθύτερη διάσταση της φιλοσοφίας του. Πρβλ. και ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΙΔΗ Β., Η πνευματική πατρότης κατά Συμεών τον Νέον Θεολόγον, Θεσσαλονίκη 1997, σελ. 25, σημ. 17.

1319 1 Σαμ. 9-10.

1320 Για περισσότερα βλ. HATZOPOULOS A., Two outstanding cases in the byzantine spirituality: The Macarian Homilies and Symeon the New Theologian, Ανάλεκτα Βλατάδων 54, Θεσσαλονίκη 1991, σελ. 171.

1321 Α Κορ. 4: 14-15. Πρβλ. και Γαλ. 4: 19: «Τέκνα μου, ους πάλιν ωδίνω μέχρις ου μορφωθή Χριστός εν υμίν».

1322 ΠΑΣΧΟΥ Β. Π. Το Γεροντικόν, ήτοι Αποφθέγματα αγίων Γερόντων, Αθήναι 1970, σελ. 129.

1323 ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ, Περί παρθενίας επιστολή προτρεπτική εις τον κατ’ αρετήν βίον, PG 46.

1324 ΘΕΟΔΩΡΗΤΟΥ ΚΥΡΟΥ, Εκκλησιαστική Ιστορία, βιβλίο XXIV, 2-3, PG 82.

1325 HATZOPOULOS A., Two outstanding cases in the byzantine spirituality: The Macarian Homilies and Symeon the New Theologian, Ανάλεκτα Βλατάδων 54, Θεσσαλονίκη 1991, σελ. 172.

1326 Βλ. HAUSHERR I., Vie, 102, 1.8.

1327 ALFEYEV H., St. Symeon the New Theologian and orthodox tradition, New York 2000, σελ.13.

1328 TURNER H. J. M., The Epistles of St. Symeon the New Theologian, Oxford University Press, 2009, βλ. και την υποσημείωση με τον αριθμό 1454 της παρούσης παραγράφου.

1329 ΣΥΜΕΩΝ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Επιστολή 1, 1-4, (ed.) Turner H. J. M., The Epistles of St. Symeon the New Theologian, Oxford University Press, 2009, σελ. 26: «Επέταξας τη ευτελεία ημών πάτερ και αδελφέ, ερωτηματικώς ειπείν σοι ει άρα ενδέχεται εις μονάζοντας τινάς εξαγγέλειν τας αμαρτίας αυτών ιερωσύνην μη έχοντας, προσθείς και τούτο ως ακούομεν την του δεσμείν και λύειν εξουσίαν τοις ιερεύσι δεδόσθαι».

1330 ΣΥΜΕΩΝ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Επιστολή 1, 33-40, (ed.) Turner H. J. M., The Epistles of St. Symeon the New Theologian, Oxford University Press, 2009, σσ. 28-29.

1331 ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΙΔΗ Β., « Θεσμός και χάρισμα στο Συμεών το Νέο Θεολόγο», Θεσμός και χάρισμα στην ανατολική και δυτική παράδοση, Θεσσαλονίκη 2006, σσ. 101-102: «…γιατί ο Συμεών είναι ιδιαίτερα απαιτητικός από τα πρόσωπα που διαχειρίζονται την εξουσία της άφεσης των αμαρτιών; Κατά το Συμεών η εξουσία του «δεσμείν και λύειν» είναι μια αποστολική διακονία, που η άσκησή της απαιτεί ειδικά χαρίσματα από το πρόσωπο του «πνευματικού». Η εξομολόγηση διεξάγεται μέσα σ’ ένα κλίμα στενών διαπροσωπικών σχέσεων και η αποτελεσματικότητά της εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την αυθεντία του πνευματικού, που πηγάζει από την επίκτητη προσωπική αγιότητά του. Γι’ αυτό πρέπει να έχει επίγνωση των οδών και των ασθενειών της ψυχής. Η εξομολόγηση δεν έχει χαρακτήρα νομικό αλλά θεραπευτικό».

1332 ΣΥΜΕΩΝ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Επιστολή 1, 243-258, (ed.) Turner H. J. M., The Epistles of St. Symeon the New Theologian, Oxford University Press, 2009, σσ. 47-48.

1333 ΣΥΜΕΩΝ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ, Επιστολή 1, 303-319, (ed.) Turner H. J. M., The Epistles of St. Symeon the New Theologian, Oxford University Press, 2009, σελ. 52: «Αλλ’ ως είπομεν, προϊόντος του χρόνου συνεχύθησαν και συνεφύρησαν τοις αξίοις οι ανάξιοι και άλλος άλλου προέχειν εφιλονίκουν. αφ’ ου γαρ οι τους θρόνους των αποστόλων επέχοντες σαρκικοί και φιλήδονοι και φιλόδοξοι κατεφάνησαν και εις αιρέσεις εξέκλιναν, εγκατέλειπεν αυτούς η θεία χάρις, και η εξουσία τάυτη εκ των τοιούτων αφήρηται. διο και πάντα τα άλλα ά οι ιερουργούντες έχειν οφείλουσιν αφέμενοι, τούτο μόνον απαιτούνται έχειν, το ορθόδοξον, οίμαι δε ουδέ τούτο, ουδέ γαρ ο μη παρεισφέρων νεωστί δόγμα εις την εκκλησίαν του Θεού ούτος ορθόδοξος, αλλ’ ο βίον τω ορθώ λόγω κεκτημένος συνάδοντα. Τούτον δε και τον τοιούτον οι κατά καιρούς πατριάρχαι και μητροπολίται, ή ζητήσαντες ουκ επέτυχον, ή ευρόντες, τον ανάξιον μάλλον αντ’ εκείνου προετιμήσαντο, τούτο μόνον αυτόν απαιτήσαντες, το εγγράφως εκθέσθαι το της πίστεως σύμβολον, και τούτο μόνον αποδεχόμενοι, το μήτε υπέρ αγαθού ζηλωτήν είναι μήτε δια το κακόν τινί αντιμάχεσθαι, ειρήνην ώσπερ εντέυθεν τη εκκλησία περιποιούμενοι, ό χείρον πάσης έχθρας εστί και μεγάλης ακαταστασίας αίτιον».

Δεν υπάρχουν σχόλια: