Δευτέρα 8 Απριλίου 2024

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ (221)

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ 

Συνέχεια από Τετάρτη, 3 Απριλίου 2024


Jacob Burckhardt
ΤΟΜΟΣ 3ος
ΜΕΡΟΣ ΟΓΔΟΟ:
Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ, ΟΙ ΕΠΙΣΤHΜΕΣ ΚΑΙ Η ΕΥΦΡAΔΕΙΑ

V. Η ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ


Η γενική μόρφωση του Έλληνα θεμελιώθηκε στην εκπαίδευση του σε συγκεκριμένους τομείς της γνώσης: την ανάγνωση και τη γραφή, τη μουσική και τη γυμναστική, στους οποίους μπορούμε να προσθέσουμε και τη σχεδίαση, κατά την εποχή του Μ. Αλεξάνδρου. Η σημασία που της αποδώθηκε αναδεικνύεται επί παραδείγματι από το ότι η αυστηρότερη ποινή που επιβαλλόταν στους αποστάτες ήταν η απαγόρευση πρόσβασης στην εκπαίδευση των παιδιών· γνωρίζουμε για παράδειγμα, ότι τρείς διδάσκαλοι ανελάμβαναν την παιδεία φημισμένων ανδρών, όπως ο Πλάτων· δεν μας αποκαλύπτεται όμως ότι το Κράτος είχε άλλοτε τον έλεγχο της αξιολόγησης αυτών των προσώπων. Η πόλη βασίστηκε γενικώς σε πεπαιδευμένους πολίτες, των οποίων η μόρφωση συνυφαίνεται με τον τρόπο του βίου.

Σύμφωνα με μια παρατήρηση του Αριστίππου, η πλειοψηφία αρκέστηκε σ’ αυτή την παιδεία, όπως οι μνηστήρες της Πηνελόπης είχαν αρκεστεί στις υπηρέτριες του παλατιού· αλλά οι πολίτες του έθνους που στόχευαν υψηλότερα είχαν διαφορετικές προσδοκίες, και από τη στιγμή που η φιλοσοφία διέρρηξε τα όρια του μύθου, ανέλαβε ταυτόχρονα επίσης και τη διάδοση όλων των τομέων της γνώσης. Αρχικά ανέδειξε τη γεωμετρία ως τον κατ’ εξοχήν τομέα προπαρασκευής της, αλλά προσέλαβε επίσης ένα ανώτερο επίπεδο γνώσης της μουσικής και της αστρονομίας, και ο Ξενοκράτης απέπεμψε κάποιον που παρακολουθούσε τις διαλέξεις του αλλά δεν τις κατανοούσε, λέγοντάς του: «Δεν αντιλαμβάνεσαι τίποτε από φιλοσοφία». Η φιλοσοφία ακριβώς ενδιαφέρθηκε επίσης για όλες τις υπόλοιπες τέχνες, επαγγέλματα κ.τ.λ. προκειμένου να διατηρήσει μια σχέση με τον κόσμο των πρακτικών ιδεών, όπως αποδεικνύουν οι συνεχείς αναφορές της σε παραδείγματα που εντάσσονται σε όλους τους τομείς της ζωής, και σε κάθε είδους δραστηριότητα· ταυτόχρονα όμως δημιούργησε και επιστήμες, στο βαθμό που συστηματοποίησε ευρείς τομείς της γνώσης, ή δια της παρεμβάσεώς της τις υπέταξε στις ιδέες της. Παρεμβαίνοντας για παράδειγμα στην ποίηση, με την οποία ασχολήθηκαν εκτενώς οι φιλόσοφοι (όπως και με τη μουσική), δημιούργησε την ποιητική· περιγράφοντας την εξέλιξή της, δημιούργησε την ιστορία της· οι αναφορές του Διογένης του Λαέρτιου μιας παρέχουν πληροφορίες για τις υποθέσεις και τις ζωτικές σχέσεις στις οποίες αναμείχθηκε η φιλοσοφία, συναλλασσόμενη συχνά απλώς με το λαό, χωρίς συγκεκριμένο θεωρητικό υπόβαθρο, και επανερχόμενη στη συνέχεια επί των συζητηθέντων θεμάτων, προκειμένου να τα ερευνήσει σε βάθος· θα πρέπει να προσθέσουμε εδώ όλες τις ιστορικές, μυθολογικές και αρχαιολογικές πραγματείες, στις οποίες δεν είναι ποτέ εντελώς σαφές σε ποιο σημείο περατώνεται η φιλοσοφική σκέψη και αρχίζει η εξειδικευμένη γνώση· μόνο οι πλαστικές τέχνες διέφυγαν τελείως αυτής της χειραγώγησης, όπως έχουμε αναφέρει, και τούτο προς όφελός τους. Υπάρχει όμως και στην προκείμενη περίπτωση μια εξαίρεση, που αφορά τον πρώτο μεγάλο σοφό, τον Δημόκριτο τον Αβδηρίτη, που γεννήθηκε το 460 π. Χ. και απέθανε υπερεκατοντούτης, το 357. Θα παρακάμψουμε το ερώτημα κατά πόσον οι πραγματικές, ή υποθετικές περιπλανήσεις του στην Αίγυπτο, την Περσία, στην Ερυθρά Θάλασσα, και μέχρι την περιοχή των Ινδών γυμνοσοφιστών, συνεισέφεραν στις έρευνές του· μαθήτευσε πάντως σε διαφορετικούς διδασκάλους, ακόμη και στους Πυθαγορείους. Και αφού εν μέρει διένειμε, και εν μέρει δαπάνησε σε ταξίδια την περιουσία του, αποτραβήχτηκε, και αφιερώθηκε – χωρίς διδασκαλία – στην έρευνα, χρησιμοποιώντας τα εξαιρετικά του χαρίσματα για την «ανακάλυψη» φυσικών φαινομένων, και την πρόβλεψη του μέλλοντος, σε βαθμό που οι συμπολίτες του τού απέδωσαν «υπεράνθρωπη γνώση». Υπήρξε ένας πραγματικός λόγιος, και πιθανότατα ο περισσότερο ευρυμαθής, ο βαθύτερος στοχαστής μεταξύ των Ελλήνων του τέλους του 5ου αιώνα· στα έργα του συγκαταλέγονται ο Μέγας Διάκοσμος, και ο Μικρός Διάκοσμος, ένα ιδιαίτερο βιβλίο για τον Πυθαγόρα, τα έργα του περί Ευδαιμονίας, δηλαδή μιας ηθικής αξίας διαφορετικής από την απόλαυση, και μια κοσμογραφία περί του Άδη, μια Περιγραφή του ουρανού, ένα κείμενο για τους Πλανήτες, εργασίες περί ανθρωπολογίας, φυσιολογίας και μαθηματικής, περί της Κλεψύδρας και των ηλιακών δίσκων, περί του Μαγνητικού Πεδίου, περί ιατρικής και διαιτητικής, περί Ρυθμών και Αρμονίας, περί του Ποιητικού κάλλους, περί της Ποιήσεως, καθώς και περί Γεωργίας, μια πραγματεία περί της Τακτικής και της Χρήσης των όπλων, μελέτες περί της εν γένει έρευνας, περί των ιερών Επιστολών στη Βαβυλώνα και τη Μερόη, ένα βιβλίο αφιερωμένο στους Χαλδαίους, και ένα στους Φρυγίους, και σε όλα αυτά προστίθενται η μελέτη του περί της Ζωγραφικής και η εικασία ότι συνέγραψε περί της τεχνικής της Κυρτώσεως.

Παρ’ όλα αυτά είναι θεμιτό να υποθέσουμε ότι το δυνατό σημείο των Ελλήνων δεν υπήρξε η γνώση, αλλά η τέχνη και η ποίησή τους, οι οποίες θα μας κάλυπταν πλήρως, ακόμη και αν δεν μας είχαν κληροδοτήσει τίποτε περισσότερο. Τα ιερατεία έχουν τη δυνατότητα να συγκεντρώνουν πολύ περισσότερα άτομα, πιο πειθαρχημένα και πιο συνεπή στην ακρίβειά τους, από εκείνα που επαφίενται στις προσωπικές τους ικανότητες, και μόνο εξ αυτού, οι ακριβείς επιστήμες απέδωσαν ενδεχομένως περισσότερους καρπούς στην Ανατολή. Η γνώση ωστόσο της Ανατολής έχει εγγενείς περιορισμούς στους οποίους δεν υπάγονται οι Έλληνες, οι οποίοι είχαν τη δυνατότητα να διεισδύσουν σε όλες τις περιοχές του πνεύματος· συνδυάζοντας τη γνώση, και τη χρήση αυτής της γνώσης με μια απόλυτη ελευθερία του πνεύματος, συνέχισαν τις έρευνές τους, σε μια εποχή που ο κλήρος της Αιγύπτου και της Βαβυλώνας είχε προ πολλού μείνει στάσιμος, εξασφαλίζοντας έτσι την αποκλειστικότητα της διάνοιξης και της προσφοράς του πνεύματος στις επόμενες γενεές. Αλλά η συνεισφορά τους αποκτά εντελώς ιδιαίτερη βαρύτητα, από μια αρνητική σκοπιά, αν αναλογιστούμε τα εμπόδια που τους έφραζαν το δρόμο. Ας θυμηθούμε κατ’ αρχάς τον ανταγωνισμό που υπέστη η έρευνα από το μύθο, που εισέβαλε παντού, και δια της ευφράδειας, ακόμη και στην ίδια τη στοχαστική φιλοσοφία. Απέναντι όμως σ’ αυτές τις συνθήκες, οι έλληνες σοφοί κατέβαλαν υπεράνθρωπες προσπάθειες και υποβλήθηκαν σε σημαντικές θυσίες, οι οποίες προϋπέθεταν μια ισχυρή ηθική θέληση απέναντι σε κάθε δοκιμασία· πολύ αργότερα, και μόνο στις ελεγχόμενες από τους Διαδόχους επαρχίες, αποκαταστάθηκαν σταθερές συνθήκες για την έρευνα· προηγουμένως ο ερευνητής συνέλεγε το υλικό του μέσα σε συνθήκες απόλυτης αυτοθυσίας· οι άνθρωποι αυτοί εργαστήκαν σκληρά, χωρίς οικονομικά μέσα, χωρίς υποστήριξη από κρατικές δομές, χωρίς δικαιώματα σε δημοσιεύσεις, χωρίς απολαβές κ.τ.λ. Σημαντική συνεισφορά στην έρευνα συνιστούν τα ταξίδια τους, για τα οποία ελάχιστα γνωρίζουμε. Πραγματοποιήθηκαν και αυτά χωρίς χρήματα, και σε εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες· αλλά οι ταξιδευτές ανέλαβαν τους κινδύνους προκειμένου να συγκεντρώσουν γνώσεις και ιδέες, να συναντήσουν άλλους μελετητές και επιστήμονες, αλλά και για να διδάξουν, οπουδήποτε υπήρχε ακόμη ελληνικό έδαφος. Κανείς δεν αμφισβητεί πλέον τα μακρινά ταξίδια του Πυθαγόρα, και μάλιστα ο Ξενοφάνης αναφέρει ότι περιηγήθηκε στον κόσμο επί εξήντα επτά έτη, ενώ ο Δημόκριτος προσθέτει ότι υπήρξε ο περισσότερο πολυταξιδεμένος από όλους του ανθρώπους της εποχής του, γνώρισε τις περισσότερες χώρες και κλίματα, συνδιαλέχθηκε με τους περισσότερους μορφωμένους άνδρες, και ότι έζησε πέντε έτη κοντά σε αιγύπτιους σοφούς. Για τον Πλάτωνα γνωρίζουμε ότι εγκατέλειψε την Αθήνα μετά το θάνατο του Σωκράτη και επανήλθε σε ηλικία σαράντα ετών. Και αυτός επισκέφτηκε την Αίγυπτο, όπως αργότερα ο Εύδοξος από την Κνίδη. Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι αυτοί οι ταξιδιώτες συνάντησαν κυρίως έλληνες αποίκους σε μακρινές χώρες· επειδή όμως δεν τους διέκρινε η αγέρωχη άγνοια, και η φυλετική μισαλλοδοξία των Ανατολικών, που θα τους εμπόδιζαν να έρθουν σε επαφή με όλους τους ανθρώπους, απέκτησαν σημαντικές γνώσεις.

Για να κατανοήσουμε τον ευγενή χαρακτήρα της ελληνικής έρευνας, θα πρέπει να συμπεριλάβουμε στις αντιξοότητες το γεγονός ότι δεν υπήρχαν ιδρύματα που να περιθάλπουν τη γνώση. Οι βιβλιοθήκες ήταν ανύπαρκτες, και ο ατομικός ερευνητής ήταν υποχρεωμένος, επί αιώνες, να συλλέγει όλες τις απαραίτητες για την εργασία του μελέτες, και συχνά να τις αντιγράφει ο ίδιος, ως την ημέρα που οι φιλοσοφικές σχολές και οι Διάδοχοι πρόσφεραν τη συνδρομή τους. Απουσίαζε επίσης μια παράλληλη καλλιέργεια της επιστήμης. Υποθέτουμε ότι διδάσκαλοι όπως ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης είχαν συνεισφέρει στη βαθύτερη μελέτη των διαφορετικών τομέων της επιστήμης, στη βάση μιας γενικότερης συστηματοποίησης, ότι είχαν συγκεντρώσει υλικό και επεξεργαστεί συγκεκριμένους στόχους, ότι είχαν επιδοθεί στον καταμερισμό της έρευνας, ότι οι μεγαλύτεροι μαθηματικοί συγκεντρώθηκαν γύρω από τον Πλάτωνα και ότι ο Αριστοτέλης κληροδότησε κατά κάποιο τρόπο, μέσα από το Λύκειο, τις μεταγενέστερες έρευνες σε έναν Θεόφραστο και έναν Δικαίαρχο. Θα ήταν ευχής έργο αν όντως αυτό συνέβη, αλλά πιστεύουμε ότι οι σχετικές πληροφορίες μας δεν αρκούν για να το αποδείξουν. Δεν μπορούμε να μιλήσουμε για μια μετάδοση, ή διάδοση της γνώσης, όπως την γνωρίζουμε σήμερα, όπου χάρη στην τυπογραφία, κάθε συμπέρασμα μπορεί να γίνει κτήμα του καθενός. Το γεγονός ότι δεν υπήρχε επαρκής επικοινωνία είχε ως συνέπεια, σε ορισμένες περιπτώσεις, την ματαιοπονία. Υπήρξαν πολλές επαναλαμβανόμενες ανακαλύψεις, κάτι που για τον σημερινό τρόπο σκέψης συνιστά σπατάλη δυνάμεων· μπορούμε όμως να προσθέσουμε εδώ ότι ήταν μια εποχή που πρόσφερε την ευδαιμονία σε πολλούς ανθρώπους, διότι αυτός που επιτυγχάνει μόνος του μια ανακάλυψη είναι ασφαλώς ευτυχής. Κάτι όμως μεγάλο και σημαντικό μπορούσε και πάλι να χαθεί, και ο μύθος να αναλάβει να καλύψει τη θέση της γνώσης, εξ αιτίας κυρίως της αδιαφορίας της πόλης για τη φιλοσοφική παιδεία. Ενώ στο σύγχρονο Κράτος υπάρχει μια διαδοχή από τη μαθητική τάξη μέχρι την πανεπιστημιακή εκπαίδευση, την αξιολόγηση δια των εξετάσεων και την επαγγελματική κατάρτιση των δημόσιων λειτουργών, και ενώ στον Μεσαίωνα όλες οι βαθμίδες της εκπαίδευσης ελέγχονταν από την Εκκλησία, κανένας πολίτης εκείνης της εποχής δεν υποβαλλόταν σε αξιολόγηση της γνώσης του, επειδή δεν υφίστατο επαγγελματική κατοχύρωση των δημόσιων λειτουργών με τη σύγχρονη έννοια· η απασχόληση στους κύριους τομείς λειτουργίας του Κράτους είχε περιορισμένη διάρκεια, ενώ τα καθήκοντα που απαιτούσαν μακρόχρονη ενασχόληση ήταν υποβαθμισμένα, σαν κάτι υλικό και πεζό. Καμιά πόλη δεν διέθετε μια επίσημη παιδεία με τη μορφή σχολικών βαθμίδων, και αυτή η συνθήκη δεν μεταβλήθηκε ούτε κατά την εποχή των Διαδόχων και των Αυτοκρατόρων· θεσπίστηκε μόνο μια βελτιωμένη διάσωση των γνώσεων.


(συνεχίζεται)`

Δεν υπάρχουν σχόλια: