Τετάρτη 24 Απριλίου 2024

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ (223)

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ 

Συνέχεια από Παρασκευή, 19 Απριλίου 2024


Jacob Burckhardt

ΤΟΜΟΣ 3ος
ΜΕΡΟΣ ΟΓΔΟΟ:
Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ, ΟΙ ΕΠΙΣΤHΜΕΣ ΚΑΙ Η ΕΥΦΡAΔΕΙΑ

V. Η ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ - 3

Είναι προφανές ότι για να επεξεργαστεί επισταμένα ο Αριστοτέλης όλους αυτούς τους τομείς της επιστήμης, δηλαδή με τον τρόπο που επεξεργάστηκε την Ρητορική του και τα περί ζωολογίας έργα του, θα χρειαζόταν αναρίθμητες ζωές· όμως μόνο μία του αναλογούσε και αυτή την εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο. Ξεκίνησε μελετώντας τα συμβάντα της φύσεως και της ιστορίας, σε μεγαλύτερη έκταση και βάθος από οποιονδήποτε άλλο φιλόσοφο πριν απ’ αυτόν. Στηρίχθηκε σε όλους τους τομείς των γνώσεων που προσέφεραν οι προκάτοχοί του, τόσο οι σοφιστές όσο και οι φιλόσοφοι, καθώς και σε άλλους συγγραφείς, με την βοήθεια της περίφημης προσωπικής του βιβλιοθήκης. Ο Φίλιππος και ο Αλέξανδρος ενίσχυσαν τις εκτεταμένες μελέτες του στο ζωικό βασίλειο με βασιλικές επιδοτήσεις, χάρη στις οποίες τα περί ζωολογίας έργα του εμφανίζουν έναν ανυπολόγιστο πλούτο γνώσεων, καθιστώντας τον αυθεντία της επιστημονικής ζωολογίας και της επιστημονικής βοτανικής, και εμπνευστή της συγκριτικής ανατομίας. Σ’ αυτά θα πρέπει να προσθέσουμε την απέραντη πολιτική και ιστορική του γνώση που αποτυπώνεται στην Αθηναίων Πολιτεία, την πατρότητα της λογικής, χάρη στην οποία η ανθρωπότητα προσέγγισε τη γνώση των καθαρών μορφών και τη λειτουργία του αφηρημένου λόγου, τη δημιουργία της θεωρίας της ποιητικής τέχνης με την Ποιητική του, και μια δεύτερη εκδοχή της διδασκαλία της ευφράδειας με τη Ρητορική του. Και επιπλέον, τη γνώση και την κριτική των αρχαίων φιλοσοφικών συστημάτων, καθώς και τη μεταφυσική του, της οποίας όσο περιορισμένη αν είναι η συνεισφορά στον σχετικό τομέα, δεν παύει να αντιπροσωπεύει την αρχαιότερη προσέγγιση. Το οικοδόμημα τού οποίου υπήρξε ο εμπνευστής είναι γιγαντιαίο· παρά την αντιδραστική τοποθέτησή του απέναντι στην επιστήμη του σύμπαντος, είναι και παραμένει, όπως υποστηρίζει ο Δάντης: «ο πατήρ όλων όσων έχουν κάποιου είδους επίγνωση». Δεν μπορούμε να αρνηθούμε εντελώς το γεγονός ότι οι Έλληνες επέδειξαν συχνά απροσδόκητη αχαριστία απέναντι σε παρόμοιους διδασκάλους, και ότι αγνόησαν όλες τις σημαντικές συνέπειες των κατακτήσεων του Δημόκριτου και του Αριστοτέλη. Το 2ο αιώνα μ. Χ. γεννιέται ένα έργο όπως η Ιστορία των ζώων του Αιλιανού, το οποίο οφείλει την ύπαρξή του αποκλειστικά στα μεγαλοφυή κείμενα περί ζωολογίας του Αριστοτέλη, και παρά τις εσφαλμένες αντιλήψεις που παρεισφρύουν, ο συγγραφέας αποτυπώνει σημαντικές και αποκαλυπτικές παρατηρήσεις. Ο ίδιος ο Παυσανίας, ο οποίος είχε συνείδηση της ανάγκης αποκατάστασης μιας ισορροπίας, αποδεχόταν ακόμη ότι οι ποταμοί μπορούσαν να διασχίζουν τους ωκεανούς και να αναβλύζουν στη συνέχεια ως πηγές, ότι το ύδωρ της Στυγός ήταν θανατηφόρο, και θα έπρεπε να αποθηκευτεί στις οπλές των αλόγων· ότι οι Στυμφαλίδες όρνιθες, που ζούσαν ακόμη στην Αραβία, μπορούσαν να συνθλίψουν με τα ράμφη τους το σίδερο και τον χαλκό, ότι υπήρχαν Τρίτωνες κ.ο.κ., και ένα ακόμη πλήθος συγγραφέων εξακολουθούσε να εντυπωσιάζονται από προκαταλήψεις αυτού του είδους. Διότι ο μύθος, μέσα από τον οποίο τα μυστήρια της φύσεως αποκτούν ενίοτε ποιητική μορφή, δημιουργούσε στον παρατηρητή της μια ροπή αποδοχής προς οτιδήποτε το παλαιό, ή το νεότερο, το μακρινό ή το πλησιέστερο, και αυτή η ροπή δεν σταμάτησε να κατακλύζει, σαν τη θάλασσα, τις ήδη υπάρχουσες ακριβείς γνώσεις· ο ίδιος ο μύθος επέζησε δια μέσου των αιώνων, εμποδίζοντας την καθιέρωση του συσχετισμού μεταξύ αιτίου και αποτελέσματος. Στις φαντασιακές υπάρξεις ήρθαν να προστεθούν ευφάνταστοι λαοί, και μυθικές χώρες. Από τη στιγμή που ο ίδιος ο Ηρόδοτος, στις περιγραφές που ανιστορεί βασιζόμενος σε πληροφορίες τρίτων, όπως στην περίπτωση της Αραβίας, αποδέχεται απίστευτες μυθολογίες, οι σύντροφοι του Αλέξανδρου, μπορούσαν κι αυτοί επιστρέφοντας στην πατρίδα τους να αφηγούνται ανήκουστα ψεύδη· το γεγονός ότι οι Έλληνες είχαν τη δυνατότητα να γνωρίσουν βαθμιαία τον κόσμο, κατά την επιθυμία τους, ακόμη και χάρη στην εξάπλωση των αποικιών, δεν τους εμπόδιζε, δεδομένης της εγγενούς οκνηρίας τους στην καθημερινή ζωή, να απλοποιούν κατά το δοκούν και στο έπακρο, τις εμπειρίες τους.

Ο σύγχρονος κόσμος δεν θα πάψει να απορεί για την ευπιστία και αφέλεια που επιδείκνυαν οι Έλληνες απέναντι σε οτιδήποτε βρίσκεται εκτός του εσωτερικού βίου του ανθρώπου, και εκτός (αλλά και εντός) αυτών που προσελάμβαναν στην καθημερινή ζωή, για την ευκολία με την οποία προσαρμόζονταν και αποδέχονταν μια δεδομένη συνθήκη, για την άγνοια βασικών αντιλήψεων περί της φύσεως, των αιτίων και τον κανόνων λειτουργίας της, καθώς και για την φαινομενικά μηδαμινή επιρροή των υπεύθυνων μελετητών και μεγάλων εξερευνητών. Ήσαν πραγματικά ικανοί να επιδωθούν, κατά βούληση, στις σημαντικότερες και ευρύτερες δυνατές εμπειρικές έρευνες, εξ αιτίας όμως του ότι, όπως είπαμε, καμιά πόλη δεν απαιτούσε την αξιολόγηση του επιπέδου λόγιας γνώσης των μαθητών, και αργότερα των λειτουργών της, και κανένας ιερατικός θεσμός δεν επεδίωκε να περιχαρακώσει το πνεύμα του λαού της και να το προστατεύσει από παρανοήσεις και δεισιδαιμονίες, η μορφή της παιδείας τους δεν τους υποχρέωσε ποτέ να συμπεριλάβουν επισήμως τα αποτελέσματα επισταμένων ερευνών, η κάποιο ποσοστό αντικειμενικών δεδομένων· και οι συνθήκες αυτές που διακρίνονται απαράλλακτες στους Ιταλούς της Αναγέννησης, παρέμειναν αναλλοίωτες σε ολόκληρη την εποχή των Διαδόχων, και καμία αλεξανδρινή σχολή δεν τις τροποποίησε κατά το ελάχιστο. Το Αλεξανδρινό Μουσείο δεν υπήρξε ποτέ ένας θεσμός συνδεδεμένος με την αξιολόγηση, και τελικά η ίδια η Ρώμη δεν ήταν τίποτε περισσότερο από μια Κίνα. Οποιαδήποτε κατάρτιση υπερέβαινε το επίπεδο της κιθάρας, της γυμναστικής και της γραμματικής, συμπεριλαμβανομένης και της ποιητικής γνώσης, ανήκε στο χώρο της ελεύθερης πρακτικής εξάσκησης, την οποία ήταν δυνατόν να αποκτήσει κανείς στην αγορά, στο γυμναστήριο, ακούγοντας του φιλοσόφους, κ.ο.κ. και αργότερα, συμμετέχοντας στις υποθέσεις του Κράτους και στους πολέμους. Από τη στιγμή που κάποιος ήταν σε θέση, ως πολίτης και ως άνθρωπος γενικότερα, να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες της καθημερινότητας, ελάχιστη σημασία είχε αν αντιλαμβανόταν τη γη ως σφαίρα, ή ως δίσκο, και δεν υπήρχε κανενός είδους «όνειδος» για την αποδοχή αυτής της τελευταίας ερμηνείας.

Αν αναλογιστούμε το γεγονός ότι η σύγχρονη κριτική σκέψη, και η ακρίβεια στην αμερόληπτη αναπαράσταση ενός γεγονότος, συμβιβάζονται με το ψεύδος και την απάτη στις καθημερινές υποθέσεις, θα κρίνουμε ασφαλώς με πολύ μεγαλύτερη επιείκεια το πάθος των Ελλήνων για τη μυθοποίηση. Επιδίδονταν προθύμως στο ψεύδος, και αποδέχονταν με την ίδια ευκολία τις ψευδείς αφηγήσεις, όπως συμβαίνει σήμερα με τους κυνηγούς. Και θα ήταν εύλογο να αναρωτηθούμε, αν ο σύγχρονος κόσμος, που μορφώνεται στο σχολείο, διαβάζει, και έχει απαλλαγεί από τους μύθους και τις συναφείς ιστορίες τρόμου, είναι λιγότερο επιρρεπής στην πλάνη και δεν υπόκειται σε διαφορετικά επικίνδυνες ψευδαισθήσεις. Αλλά παρότι η γνώση του κόσμου (και ως τέτοια η σύγχρονη πρόοδος εκλαμβάνει μόνο τη γνώση της φύσεως, και όχι παράλληλα και του ανθρώπινου είναι) οφείλει να εξαπλώνεται συνεχώς, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, περιλαμβάνοντας όλες τις κατηγορίες των ανθρώπων, όλους τους λαούς και όλες τις φυλές, οι θεωρητικοί της εξέλιξης Hellwald και Hartmann αναγνωρίζουν ότι εξ αυτού του γεγονότος η ανθρώπινη οδύνη συνεχώς αυξάνεται.

Αλλά οι Έλληνες προτιμούσαν να διατηρούν τις πεποιθήσεις τους, αντί να ψάχνουν συνεχώς για νέες, και όσο περισσότερο λάτρευαν το μύθο, τόσο μεγάλωνε και το ποσοστό των ερευνητών τους, που ήταν σε θέση να αποστραφούν την πλάνη. Και πόσο αξιοθαύμαστο υπήρξε το θάρρος που τους εμψύχωνε, όταν κάποιος σαν τον Εύδοξο τον Κνίδιο (περί το 360 π. χ.) δήλωνε ότι ευχόταν να κατοικήσει κοντά στον ήλιο, για να μελετήσει τη μορφή, το μέγεθος και τις εκφάνσεις του, ακόμη και αν κινδύνευε να χάσει τη ζωή του, σαν άλλος Φαέθων ! Ακόμη και μ’ αυτή τη ψυχοσύνθεση, κατόρθωσαν βαθμιαία να συσσωρεύσουν μιαν ογκωδέστατη γνώση, με τη μορφή γραπτών κειμένων, στους τομείς, μεταξύ άλλων, των μαθηματικών, της αστρονομίας, της μηχανικής και της ιατρικής, ενώ οι Στωικοί, οι οποίοι περιφρονούσαν τη γνώση (της γεωμετρίας, της φυσικής κ.τ.λ.) κατέστησαν οι εμπνευστές της κλασσικής γραμματικής κατάταξης των λέξεων, αυτής ακριβώς που περιήλθε σ’ εμάς, δια των Λατίνων μελετητών της· και ο Χρύσιππος εισήγαγε τους περισσότερους τεχνικούς γραμματικούς όρους για τα μέρη του λόγου, και τις κλήσεις των ονομάτων. Έτσι ακριβώς, αυτό το έθνος, που θεωρούσε αυτονόητη την εξερεύνηση όλων των στοιχείων του κόσμου, όλων των φαινομένων που αξίζει να έρθουν στο φως, κατόρθωσε τελικά να αναδεχθεί σε οφθαλμό του κόσμου.

(συνεχίζεται)

Δεν υπάρχουν σχόλια: