Παρασκευή 5 Απριλίου 2024

Hegel, Heidegger και το θεμέλιο της Ιστορίας(20)

 Συνέχεια από: Tετάρτη 20 Mαρτίου 2024

Hegel, Heidegger και το θεμέλιο της Ιστορίας
Κεφάλαιο 3: Το θεμέλιο της Ιστορίας ως φαινομενολογία γ


Η «Εισαγωγή»

........... Το απόλυτο, δηλαδή το ens realissimus, δεν είναι χαμένο σύμφωνα με τον Hegel, σε ένα επέκεινα, αλλά είναι πάντοτε, ήδη «μαζί μας, εντός και για τον εαυτό του». Αυτό είναι-παρόν-μαζί, όπως το επισημαίνει ο Heidegger, είναι η ελληνική «παρουσία». Η «Φαινομενολογία» ξεκινά λοιπόν με την παραδοχή πως είμαστε ήδη στην παρουσία (parousia στο κείμενο) του απολύτου, εντός τού τα πάντα αγκαλιάζοντος θεμελίου, και σκοπός του έργου στο σύνολο του είναι η κατάδειξη αυτής της παρουσίας, της δυνατότητας και επικαιρότητας της επιστήμης, και έτσι του θεμελίου του διδύμου γνώσης και ύπαρξης, δηλαδή της συνείδησης, μέσα στο απόλυτο. Το θεμέλιο αυτό λοιπόν, δεν βρίσκεται μόνο μέσα και πέραν της πίστεως, αλλά είναι πάντοτε, αν και συχνά μη αντιληπτό, ήδη μαζί μας μέσα στο γνωρίζειν, και συνεπώς πρέπει απλώς να αναγνωρισθεί μέσα στην αλήθεια του ως θεμέλιο. Μια τέτοια αναγνώριση όμως μπορεί να αναδυθεί μόνο αφού έχουν διαλυθεί οι παρεξηγήσεις και οι προκαταλήψεις μας. Η κατάδειξη της παρουσίας του απολύτου, που επιχειρείται στην «Φαινομενολογία», δεν είναι ούτε αναγωγή, ούτε επαγωγή, αλλά μάλλον απόρριψη κάθε ανθρώπινης προκατάληψης ή σφάλματος, που προσπαθεί να μην αποδείξει, πως το απόλυτο δεν είναι παρά να του δώσουμε ένα τόπο, στον οποίο μπορεί να εμφανιστεί, όπως ήδη είναι και πάντοτε είναι.[Η ΝΕΑ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ, ΤΩΝ ΑΚΤΙΣΤΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΩΝ]

Παράγραφος 2.
Ο Hegel αποδίδει την αποτυχία της μοντέρνας φιλοσοφίας να ανακαλύψει αυτό το θεμέλιο προ-υπόθεση, στο ότι τό απόλυτο μπορεί να υπάρχει μόνο μέσα σε ένα επέκεινα της πίστεως, αιώνια κλειστό για μια θετική γνώση. Υποθέτει (η στάση αυτή) πως η γνώση μπορεί στην καλύτερη περίπτωση να παραγάγει μόνο μια εικόνα αυτού που πραγματικά είναι, και συνεπώς, πως το πραγματικό δεν υπάρχει ποτέ στην αμεσότητα της παρουσίας, αλλά μονάχα στην διαμεσολάβηση της αναπαράστασης. Σύμφωνα με τον Hegel, η αποτυχία της μοντέρνας φιλοσοφίας δεν είναι το γεγονός πως είναι πολύ κριτική, αλλά το ότι δεν είναι επαρκώς αυτοκριτική. Η μοντέρνα φιλοσοφία ισχυρίζεται ότι φοβάται το σφάλμα, αλλά κατά την άποψη του, την κινητοποιεί ο φόβος της αλήθειας.

Παράγραφος 3
. Η μοντέρνα φιλοσοφία θα προτιμούσε, κατά τον Hegel, να βυθίσει τον άνθρωπο στην αιώνια αγνωσία του πραγματικού, παρά να παραδεχθεί το αδιαμφισβήτητο, δηλαδή πως «μόνο το απόλυτο είναι αληθινό και μόνο το αληθινό είναι απόλυτο»17. Η μοντέρνα φιλοσοφία, και συγκεκριμένα ο Kant, θέλουν να  συντηρήσουν την άποψη, πως παρά την ανικανότητα του ανθρώπου να συλλάβει το απόλυτο, υπάρχει ακόμα η αληθής γνώση των φαινομένων. Αυτό είναι μια ισοπέδωση για τον Hegel: δεν μπορεί να υπάρχει κάποια αλήθεια των απλών φαινομένων, φαινομενικών ή εμπειρικών, εκτός και εάν το απόλυτο είναι παρόν μέσα στα φαινόμενα, αλλά και ως τα φαινόμενα. Κάθε άλλη γνώση, ακόμα και η περιορισμένη γνώση της φυσικής ή κοινωνικής επιστήμης, είναι με τον τρόπο αυτό σχετική ή προφανής (apparent) γνώση.

Η κριτική του Hegel στην μοντέρνα φιλοσοφία, είναι ουσιαστικά μια κριτική του Διαφωτισμού. Κατά την άποψη του, ο Διαφωτισμός διεξήγε μια αναγκαία και επιτυχή μάχη κατά της δεισιδαιμονίας της θρησκείας. Η διάκριση μεταξύ πίστης και γνώσης την οποία εισήγαγε, ήταν κρίσιμη για την εγκαθίδρυση της μοντέρνας έννοιας περί αληθείας, η οποία από την πλευρά της λειτούργησε ως βάση για τις φυσικές και κοινωνικές επιστήμες, αλλά και για τον εκκομισκευμένο ουμανισμό και τον φιλελευθερισμό. Πλήρωσε όμως μεγάλο τίμημα για την νίκη του, καθώς βρέθηκε αναγκασμένος να κατασκευάσει μια «επιστήμη» του απλώς φαινομενικού, που αρνιόταν οποιοδήποτε θεμέλιο μέσα στο άκρως πραγματικό. Ο θρίαμβος του Διαφωτισμού επί της θρησκείας, επί του «Βασιλείου του Σκότους», επιτεύχθηκε μόνο με την αποδοχή ενός άλλου σκότους, ενός ίσως πιο επικίνδυνου σκότους, που συσκότιζε τα ύψιστα και πιο σημαντικά πράγματα.

Η αποδοχή του πραγματικού, της παρουσίας (parousia) του απολύτου, είναι η απάντηση του Hegel στο σκοτάδι. Η ταυτοποίηση του αληθούς και του απολύτου παρέχει τον σύνδεσμο μεταξύ του αληθούς θεμελίου και του φαινομένου, και παρέχει έτσι το θεμέλιο για την εκ μέρους του απόρριψη της μοντέρνας φιλοσοφίας και του υπερβατικού ιδεαλισμού. Το απόλυτο είναι το αληθές, δηλαδή μέσα στην αλήθεια για τα καθημερινά πράγματα, το απόλυτο είναι πάντοτε δίπλα μας. Με αυτή την έννοια, ο Hegel επιδιώκει να υπερβεί τη διάκριση του θείου και του φυσικού, του νοούμενου και του φαινομενικού, την οποία γέννησε ο Διαφωτισμός. Δηλώνει πως δεν μπορεί να υπάρξει συμφιλίωση των δυο αυτών περιοχών, και συνεπώς καμιά αληθινή φυσική ή κοινωνική επιστήμη, εκτός και αν βρίσκεται στη βάση της η παραδοχή αυτής της παρουσίας18.

Γιατί λοιπόν η μοντέρνα φιλοσοφία φοβάται την αλήθεια που παρέχει τη βάση για μια τέτοια συμφιλίωση; Μπορεί να υποθέσει κανείς, πως ο φόβος αυτός είναι αποτέλεσμα του πραγματικού ή του αντιληπτού κινδύνου τον οποίο αποτελεί η θρησκεία ή ο θρησκευτικός ζήλος ή φανατισμός, για την κοινωνική και πολιτική ειρήνη. Ο Hegel βέβαια δεν υπολογίζει μια τέτοια ερμηνεία. Ο πραγματικός κίνδυνος για τον άνθρωπο δεν βρίσκεται στον φανατισμό της θρησκείας, αλλά στον φανατισμό της επαναστατικής ελευθερίας και της τυραννίας της φύσεως στην αστική κοινωνία. Η μοντέρνα φιλοσοφία, κατά την άποψη του Hegel, φοβάται την αλήθεια όχι επειδή η αλήθεια είναι επικίνδυνη, αλλά επειδή η αλήθεια αναστατώνει τον κόσμο της απολαύσεως της (της φιλοσοφίας), δηλαδή (αναστατώνει) το βασίλειο της υποκειμενικότητας, που βρίσκει παντού και πάντα μόνο αυτό που θέλει να βρει, ένα κόσμο όπου όπου όλες οι σταθερές τίθενται από το άτομο, ένα κόσμο όπου κυβερνάται από την απεριόριστη φυσική επιθυμία ή το κενό της κατηγορικής προσταγής και της κοινής γνώμης. Η μοντέρνα φιλοσοφία φοβάται την αλήθεια κατά την άποψη του Hegel, επειδή αλήθεια σημαίνει απόλυτη γνώση, και συνεπώς απόλυτες σταθερές που δεν μπορούν να ανατραπούν από τα καπρίτσια των παθών και των γνωμών. Η μοντέρνα φιλοσοφία είναι επομένως απελπισμένη από την έλλειψη πραγματικού θεμελίου, αλλά φοβάται μια απόλυτη επιστήμη περισσότερο από την άβυσσο του σχίσματος και της αποξένωσης. Η μοντέρνα φιλοσοφία παραμένει συνεπώς θεμελιωδώς υποκειμενική και σχετική.

Παράγραφος 4
. Ο Hegel παραδέχεται βέβαια, πως η απαίτηση αλήθειας μιας απόλυτης γνώσης ή επιστήμης, με την πρώτη ματιά δεν φαίνεται μεγαλύτερη από αυτήν οποιουδήποτε άλλου συστήματος γνώσης. Η δυσκολία ανάδειξης της ανωτερότητας της βρίσκεται στο σχετικιστικό κριτήριο της αλήθειας το οποίο προώθησε η μοντέρνα φιλοσοφία. Η μοντέρνα φιλοσοφία διαβεβαιώνει πως η αλήθεια μιας θεωρίας ή συστήματος γνώσης μπορεί να εγκαθιδρυθεί μόνο με μια αναφορά στο είναι, πράγμα που δείχνει ότι η θεωρία είναι η αληθινή εικόνα ή αναπαράσταση της πραγματικότητας. Το πρόβλημα με αυτή την αντιστοιχία ή την επαλήθευση της θεωρίας της αλήθειας, είναι πως εν τέλει, το είναι τίθεται υπό ερώτημα. Επομένως, μια τέτοια θεωρία δεν μπορεί παρά να προσφέρει μια απλή διαβεβαίωση της αλήθειας. Το είναι λοιπόν, δεν μπορεί να υπηρετήσει ως μια σταθερά: μια διαβεβαίωση είναι το ίδιο έγκυρη όσο και μια άλλη, και έτσι η αλήθεια δεν έχει κάποια σταθερά έξω από τη θεωρία.

Η μοντέρνα φιλοσοφία καταλήγει κατά την άποψη του Hegel στον σχετικισμό
. Αν ο άνθρωπος δεν έχει γνώση αυτού που αληθινά είναι, όπως συμπεραίνει ο υπερβατικός ιδεαλισμός, τότε η αλήθεια είναι μόνο μια σύγκριση της σκέψης με αυτό που η σκέψη παράγει, της λογικής δηλαδή με την φαινομενική στιγμή της συνειδήσεως. Η αλήθεια αυτού του είδους δεν μπορεί να υπερβεί τα δεσμά μίας ουσιαστικά ατίθασης ανθρώπινης φαντασίας και επομένως καταλήγει στον σχετικισμό. Αν υπάρχει μόνο ο δυισμός του φαινομενικού ή εμπειρικού και νοούμενου ή λογικού, δεν μπορεί να υπάρξει κανένας τελικός προσδιορισμός αυτού που είναι αληθές, και επομένως δεν μπορεί με κανένα τρόπο να γίνει παραδεκτό ένα σύστημα γνώσης απέναντι σε ένα άλλο. Η λύση του Hegel στο πρόβλημα αυτό είναι η φαινομενολογία.

Η φαινομενολογία, ή αυτό που ο Hegel χαρακτηρίζει στην «Εισαγωγή» ως «αναπαράσταση της εμφανιζόμενης γνώσεως», είναι το κριτήριο της αλήθειας το οποίο αναδεικνύει ως απάντηση στην σύλληψη της μοντέρνας φιλοσοφίας περί αληθείας ως επαλήθευσης (verification). Η λέξη «εμφανιζόμενο» (erscheinenden) χρησιμοποιείται από τον Kant εναλλακτικά με την λέξη «φαινόμενο» (phenomenon). Αυτό που αναπαρίσταται (dargestellt) έχει ήδη συλλεχθεί ή περισυλλεχθεί. Το «να μαζέψω ή να συλλέξω» σημαίνει στα ελληνικά «λέγειν», λέξη από την οποία προέρχεται ο «λόγος». Η «αναπαράσταση της εμφανιζόμενης γνώσεως» είναι επομένως η φαινομενολογία της γνώσεως, δηλαδή η συλλογή ως περισυλλογή ή αναπαράσταση όλων των διαφορετικών μορφών ή συστημάτων της γνώσεως. Η φαινομενολογία είναι επομένως το κριτήριο βάσει του οποίου μπορεί να προσδιοριστεί η αλήθεια, ως συνυπολογισμός της προόδου όλης της προφανούς ή σχετικής ως προς την απόλυτη γνώση. Μέσα στην κατάδειξη της ανεπάρκειας κάθε άλλης μορφής γνώσεως και την κατάδειξη πως μόνο μέσα στην απόλυτη γνώση και επιστήμη επιτυγχάνεται η αλήθεια την οποία όλοι ψάχνουν. Η φαινομενολογία είναι επομένως και η εμφάνιση του απολύτου που εγκαθιδρύει τον εαυτό του στην παρουσία του (parousia), δια της περισυλλογής και αναπαράστασης της γενέσεως του, μέσα στις και δια μέσου, των διαφόρων μορφών σχετικής γνώσεως ή φυσικής συνειδήσεως. Η Φαινομενολογία επομένως προϋποθέτει το απόλυτο με ένα τρόπο που θυμίζει Schelling, αλλά στον σπινοζικό του τρόπο δεν το υποθέτει ούτε το αποδέχεται. Ως «αναπαράσταση της εμφανιζόμενης γνώσεως» είναι μάλλον εμβάθυνση της καντιανής ή φιχτιανής υποκειμενικότητας που καταδεικνύει τον σύνδεσμο, ο οποίος ενώνει όλες τις μορφές της συνειδητής και προφανούς γνώσεως, με την επιστήμη και το απόλυτο. Επομένως, δεν αποζητά απλώς το άπειρο, αλλά προσπαθεί μάλλον να καταδείξει τον ενοποιητικό και απαραίτητο σύνδεσμο του πεπερασμένου και απόλυτου μέσα σε όλες τις μορφές της ζωής και σκέψης. Ο Hegel, σε αντίθεση με τον Schelling, δεν επιδιώκει να καταδείξει πως το απόλυτο είναι, αλλά κατά πρώτον και κύριον, πως το απόλυτο είναι μαζί μας.

Συνεχίζεται

Δεν υπάρχουν σχόλια: