Τρίτη, 2 Μαΐου 2017

Περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος Λόγος Δεύτερος (22)

ΠΕΡΙ ΕΚΠΟΡΕΥΣΕΩΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ 
ΛΟΓΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ
Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΞΕΧΑΣΑΝ ΟΙ ΘΕΟΛΟΓΟΥΝΤΕΣ


Συνέχεια από: Τρίτη, 18 Απριλίου 2017

Αλλά ας δούμε και την τελευταίως προτεινομένη από αυτούς μαρτυρία του Νύσσης και, αφού την εξετάσουμε το κατά δύναμιν, ας διασαφηνίσουμε σε όλους το σε αυτήν δύσληπτο, το οποίο κυρίως προκάλεσε σε αυτούς και την πλάνη˙ μακάρι δε να ήταν δυνατόν, καθαίροντες και αυτούς, να τους απομακρύνουμε από την απάτη. Αλλά εντείνατε παρακαλώ τον νουν οι τώρα και οι έπειτα αναγνώστες. Βεβαίως όλα τα λόγια του ανδρός αυτού περικλείουν βαθιές  έννοιες, πολύ περισσότερο δε τα περί Θεού και τούτων περισσότερο το τώρα προβαλλόμενο από εμάς. Γράφοντας αυτός Πρός Αβλάβιον, γιατί, λέγοντες μίαν θεότητα επί Πατρός και Υιού και Αγίου Πνεύματος, αρνούμεθα να πούμε τρεις θεούς, αφού παρέστησε το καθ’ όλα ενιαίο της θείας φύσεως, λέγει: «εάν δε συκοφαντήσει κάποιος τον λόγον, ότι εκ της μη αποδοχής τής κατά φύσιν διαφοράς συντελείται κάποια μίξη και ανακύκλωση των υποστάσεων, τούτο θα απολογηθούμε δι’ αυτή την μομφή˙ ότι ομολογούντες το απαράλλακτο της θείας φύσεως δεν αρνούμεθα την κατά το αίτιον και αιτιατόν διαφορά, κατά το όποιον μόνον καταλαβαίνουμε την διάκρισιν του ετέρου από το έτερον, με το να πιστεύουμε ότι το μεν είναι αίτιον, το δε είναι εκ του αιτίου. Και του εξ αιτίας όντος πάλι εννοούμε άλλη διαφορά˙ διότι το μεν ένα προέρχεται ευθέως εκ του πρώτου, το δε άλλο δια του ευθέως εκ του πρώτου, ώστε και το μονογενές επί του Υιού να παραμένει αναμφίβολο και η προέλευσις του Πνεύματος εκ του Πατρός να μην αμφισβητείται, αφού η μεσιτεία του Υιού φυλάσσει σε αυτόν το μονογενές και δεν εμποδίζει το Πνεύμα από την φυσική σχέσιν προς τον Πατέρα».

Τούτο δε έπρεπε να λεχθεί εδώ πρώτον προς τους Λατίνους˙ επειδή εσείς θεωρείτε σε δύο πρόσωπα όχι μόνον το εξ αιτίας αλλά και το αίτιον, (διότι την αιτία του θείου Πνεύματος τοποθετείτε σε δύο πρόσωπα και μάλιστα διαφορετικά σε καθένα από τα δύο), εάν ο φωτεινότατος αυτός φωστήρ της Νύσσης φρονεί συμφώνως προς εσάς, θα διαιρούσε προ του αιτιατού το αίτιον. Δεν είναι όμως καθόλου πρόδηλο ότι έπραξε τούτο ούτε ότι σκέφθηκε αυτό το όποιον εσείς προσπαθείτε να συναγάγετε από τους λόγους εκείνου, από τους οποίους για τον καλώς εξετάζοντα παρουσιάζονται τα αντίθετα από τα δικά σας δόγματα. Διότι τούτο είναι εκείνο το όποιο λέγει, ότι ο Υιός δεν εμποδίζει την άμεσον προς τον Πατέρα σχέσιν του Πνεύματος, αν και μόνον αυτός είναι Υιός. Έπειτα δεν πρέπει να θεωρήσουμε άξιο παραλείψεως ούτε τούτο, ότι μετά την φράση «δεν αρνούμεθα την κατά το αίτιον και το αιτιατόν διαφορά», όπου αφού μαζί με το Πνεύμα είπε και τον Υιό αιτιατόν, προσέθεσε, «κατά το οποίον μόνον καταλαβαίνουμε ότι διακρίνεται το ένα από το άλλο», φανερώς αρνούμενος την λατινική καινοτομία, ότι όχι μόνον αιτιατός αλλά και αίτιος είναι ο Υιός, και απορρίπτοντας συντόμως όλες τις τεχνητές διαφορές τούτων, ότι αίτιον επί του Πνεύματος είναι πρώτον μεν ο Πατήρ, δεύτερον δε ο Υιός και τα παραπλήσια με αυτά˙ διότι λέγει, μόνον κατά το αίτιον και το αιτιατόν κατανοούμε την θεία φύσιν, και το μεν αίτιον δεν το παρατηρούμε σε δύο πρόσωπα, μόνον δε εις το αιτιατόν εννοούμε αυτήν τήν σε δύο πρόσωπα διαφορά, η οποία είναι όχι ότι το μεν ένα εξ αυτών είναι και αίτιον, το δε άλλο μόνον αιτιατόν, όπως φρονούν μάλλον δε παραφρονούν οι Ιταλοί, αλλ’ ότι το μεν ένα είναι Υιός, το δε άλλο όχι Υιός. Και τούτο δεν εμποδίζεται από την κατά φύσιν ένωσιν του Υιού προς τον Πατέρα. Διότι, αφού είπε σε προηγούμενο σημείο του λόγου, τί είναι τα τρία ταύτα, ο Πατήρ, ο Υιός και το άγιον Πνεύμα, ότι είναι μία υπερούσιος ουσία, και έδειξε έπειτα πώς είναι τα τρία αυτά, άραγε αιτιατώς ως έχοντα και κάτι από το αίτιον ή εντελώς αναιτίως, λέγει ότι το μεν ένα εξ αυτών είναι αίτιον, το δε έχει την ύπαρξιν αιτιατώς, αιτιατώς δε λέγει έχει την ύπαρξιν ο Υιός και το άγιον Πνεύμα.

Άραγε δεν έδειξε με αυτό εδώ ότι ένα μόνον είναι το ληφθέν αίτιον εκ των τριών, δηλαδή μόνον ο Πατήρ; Έπειτα, θέλοντας να δείξει πως καθένα χωριστά (εκάτερον) των δύο τούτων προσώπων είναι αιτιατώς, για να μην νομίσει κανείς, όπως οι Λατίνοι, ότι εισάγει πάλι εκείνην την διαφοράν αιτίου και αιτιατού και επί του Πνεύματος, λέγει σαφώς ότι επί τούτων εννοούμε άλλη διαφορά. Οι δε Λατίνοι ἀντιθεϊκῶς και εν αντιθέσει προς αυτόν λέγουν ότι δεν είναι άλλη, αλλά η ιδία. Και όταν πάλι ο άγιος είχε την πρόθεση να πει πως έχει αιτιατώς το είναι ο Υιός, αυτοί τον διαβάλλουν ότι λέγει πως είναι αίτιος. Όμως το ότι είναι οπωσδήποτε αίτιος ο Υιός, πουθενά δεν δεικνύεται να λέγει ή φρονεί ο θεοφόρος αυτός πατήρ και μάλιστα στα τελευταίως παρατιθέντα λόγια του. Αλλά δεικνύεται ότι και αυτός λέγει ότι και ο Υιός υπάρχει αιτιατώς, όπως και το άγιον Πνεύμα, αιτιατώς όμως γεννητώς, αιτιατώς δε ότι υπάρχει και το άγιον Πνεύμα, όχι γεννητώς δε.

Πράγματι λέγονται αμφότερα, του Πατρός και εκ του Πατρός, δηλαδή του Υιού και του Πνεύματος, ο μεγαλόνους είπε άμεσον προς τον Πατέρα τον Υιόν, δια μέσου δε αυτού του αμέσου προς τον Πατέρα είπε νοούμενον το Πνεύμα εκ του Πατρός, αλλά όχι εκπορευόμενο δια μέσου του Υιού, σαν να έλεγε πάλι εκείνο, ότι, αφού το αίτιον και πρώτον ως αίτιον είναι και λέγεται Πατήρ των φώτων, δηλαδή του Υιού και του Πνεύματος (διότι αμφότερα, αλλά όχι μόνον ο Υιός δευτερεύει τοῦ Πατρός, όπως ο Γρηγόριος ό θεολόγος λέγει εις τα Έπη), αφού λοιπόν το πρώτον λέγεται δι’ αμφότερα ταύτα Πατήρ των φώτων (διότι από τα λόγια δεν θα ήταν δυνατόν να εύρεις άλλην επωνυμία του), τα οποία προέρχονται εκ του αιτίου τούτου, το προερχόμενο γεννητώς εκ φωτός φως αυτοστιγμεί νοείται ευθέως εις τον Πατέρα, καθώς και ο ίδιος ο Νύσσης διατείνεται γράφοντας στο δεύτερο βιβλίο των Προς Ευνόμιον, «ότι δεν θα ήταν δυνατό να νοηθεί  πατήρ χωριστά αφ’ εαυτού, αν δεν συνδέεται υιός δια της εκφωνήσεως του πατρός», και πάλι, «έχοντες την πίστιν εις τον Πατέρα, μαζί με το άκουσμα του Πατρός παρεδέχθημεν με την διάνοιαν και τον υιόν».

Ο μεν Υιός λοιπόν είναι και νοείται εκ του Πατρός, το δε άγιον Πνεύμα πρέπει δι’ εαυτό μεν να είναι και να νοηθεί εκ προβολέως, αλλ’ όχι εκ Πατρός, διά δε του αμέσως νοουμένου εκ Πατρός Υιού θα ήταν το Πνεύμα και εκ Πατρός, του εκπορεύοντος αυτό το Πνεύμα, γεννώντος δε τον Υιόν. Πώς όμως θα ελέγετο ότι το μη γεννητόν Πνεύμα είναι εκ του γεννώντος; Όχι δια του Υιού, ο οποίος είναι μονογενής και δια τούτο συννοείται αμέσως ευθύς εις τον γεννώντα, κάμνει ιδιότητά του και συντηρεί μόνον το γεννητόν, δεικνύει δε ότι το Πνεύμα είναι εκ του Πατρός όχι γεννητώς; Άρα διά του Υιού έχει το είναι και το νοείσθαι εκ του Πατρός το Πνεύμα, καθ’ εαυτό δε προβαλλόμενον και το ίδιον αμέσως εκ προβολέως. Γι’ αυτό, όπως είπαμε, δεν είπε αίτιον, αλλά μόνον αιτιατόν τον Υιόν καί μάλιστα εξ ίσου αιτιατόν με το Πνεύμα˙ και διέκρινε ταύτα από τον Πατέρα ομοίως κατά το αίτιον, μολονότι κατά την εκδοχή των Λατίνων δεν έπρεπε να πει αυτό.

Αλλά, όπως είπαμε, αφού είπε πρώτον να διαιρέσουν το αίτιον διά τού κατ' αυτούς εμμέσου και αμέσου, ως παρατηρούμενο έτσι κατ’ αυτούς σε δύο υποστάσεις το αίτιον, έπειτα προχωρώντας εις τον λόγον είπε να νοείται και ο Υιός ευθύς εκ του Πατρός και προσέθεσε την αιτία, τότε όμως έπρεπε να πει, αν είχε το λατινικό φρόνημα, διά να μην είναι μόνον αιτιατός ο Υιός, αλλά να παρουσιασθεί και αίτιος. Εκείνος όμως, δεν λέγει τούτο καθόλου, αλλά λέγει για να φανεί ότι είναι ο μόνος γεννητός˙, δηλαδή αιτιατός, με τον τρόπον τούτον. Πού λοιπόν βλέπετε εδώ τον Υιόν, ο οποίος ανακηρύσσεται μόνον αιτιατός;

Λάβε δε και τούτο κατά νουν, ότι ο μέγας αυτός δεν είπε ούτε ότι συνεργεί η μεσιτεία του Υιού, αλλά ότι δεν εμποδίζει, δηλαδή δεν παρακωλύει να εκπορεύεται αμέσως εκ του Πατρός και το Πνεύμα. Ας καταστήσουμε δε κατά το δυνατόν σαφή και δια παραδειγμάτων την έννοιαν. Από το πυρ προέρχεται αμέσως και το φως και ο ατμός˙ διότι δεν είναι το εν από το άλλο. Το πυρ λοιπόν όταν εγγίσει ξύλα έχει την ιδιότητα να ατμίζει και φωτίζει συγχρόνως, ωσάν το μεν φως να γεννά, τον δε ατμό να εκπορεύει. Το φως λοιπόν είναι αμέσως εκ του φωτίζοντος και καθ’ εαυτό νοείται εξ αυτού˙ ομοίως και ο ατμός εκ του ατμίζοντος. Εάν δε έλεγε κανείς τον ατμό εκ του φωτίζοντος, θα το ειπεί δια το φως, διά του φωτός νοήσας τον ατμόν εκ του φωτίζοντος αφού ή μεσιτεία τού φωτός διατηρεί και εις εαυτό το μονογενές και τον ατμόν δεν παρακωλύει από την σχέσιν με το φωτίζον, δηλαδή δεν τον εμποδίζει να είναι αμέσως εξ αυτού.

Συνεχίζεται

Αμέθυστος


Το αρχαίο κείμενο:

Ἀλλ᾿ ἴδωμεν καί τήν προτεινομένην ὑπ᾿ αὐτῶν ἀρτίως τοῦ Νύσσης μαρτυρίαν καί πρός δύναμιν ἀναθεωρήσαντες αὐτήν ἀνακαθάρωμεν τοῖς πᾶσι τό ἐν ταύτῃ δύσληπτον, ὅ αὐτοῖς καί τήν πλάνην ὡς ἐπίπαν ἀπειργάσατο˙ εἴθε δ᾿ ἧν καί αὐτούς καθάραντας, ἐξελέσθαι τῆς ἀπάτης. Ἀλλά συντείνατε παρακαλῶ τόν νοῦν οἱ νῦν τε καί αὖθις ἐντευξόμενοι. Πάντα μέν γάρ τ᾿ ἀνδρός τουτουί τά ρήματα βαθείας ἔχεται φρενός, τά δέ περί Θεοῦ ὡς μάλιστα καί τούτων μᾶλλον τό νῦν προτεθησόμενον ἡμῖν˙ γράφων γάρ Πρός Ἀβλάβιον, διά τι, μίαν θεότητα ἐπί Πατρός καί Υἱοῦ καί Πνεύματος  ἁγίου λέγοντες, τρεῖς θεούς λέγειν ἀπαγορεύομεν, τό παντάπασιν ἑνιαῖον παραστήσας τῆς θείας φύσεως, «εἰ δέ τις», φησί, «συκοφαντοίη τόν Λόγον ὡς ἐκ τοῦ μή δέχεσθαι τήν κατά φύσιν διαφοράν μίξίν τινα τῶν ὑποστάσεων καί ἀνακύκλησιν κατασκευάζοντα, τοῦτο περί τῆς τοιαύτης ἀπολογησόμεθα μέμψεως˙ ὅτι τό ἀπαράλλακτον τῆς θείας φύσεως ὁμολογοῦντες τήν κατά τό αἴτιον καί αἰτιατόν διαφοράν οὐκ ἀρνούμεθα, ἐν ᾧ μόνῳ διακρίνεσθαι τό ἕτερον τοῦ ἑτέρου καταλαμβάνομεν, τῷ μέν αἴτιον πιστεύειν εἶναι, τό δέ ἐκ τοῦ αἰτίου. Καί τοῦ ἐξ αἰτίας ὄντος πάλιν ἄλλην διαφοράν ἐννοοῦμεν. Τό μέν γάρ προσεχῶς ἐκ τοῦ πρώτου, τό δέ διά τοῦ προσεχῶς ἐκ τοῦ πρώτου˙ ὥστε καί τό μονογενές ἀναμφίβολον ἐπί τοῦ Υἱοῦ μένειν καί τό ἐκ τοῦ Πατρός εἶναι τό Πνεῦμα μή ἀμφιβάλλειν, τῆς τοῦ Υἱοῦ μεσιτείας καί ἑαυτῷ τό μονογενές φυλαττούσης καί τό Πνεῦμα τῆς φυσικῆς πρός τόν Πατέρα σχέσεως μή ἀπειργούσης».
Τοῦτο δή πρῶτον ἐνταῦθα λεκτέον ἄν εἴη πρός Λατίνους˙ ἐπειδήπερ ὑμεῖς οὐ τό ἐξ αἰτίας μόνον, ἀλλά καί τό αἴτιον ἐν δυσίν οἴεσθε προσώποις (ἐν γάρ δυσί προσώποις τίθεσθε τήν αἰτίαν τοῦ θείου Πνεύματος καί ἐν ἑκατέρῳ τούτων διαφόρως), εἴπερ ἐφρόνει καθ᾿ ὑμᾶς ὁ τῆς Νύσσης οὗτος φανότατος φωστήρ, διεῖλεν ἄν πρό τοῦ αἰτιατοῦ τό αἴτιον. Τοῦτο δέ ποιήσας οὐδαμῶς δῆλός ἐστι μηδ᾿ εἰς νοῦν λαβών, ὅπερ ὑμεῖς ἐκ τῶν ἐκείνου συνάγειν πειρᾶσθε λόγων, ἀφ᾿ ὧν τῷ καλῶς σκοπουμένῳ καί τἀναντία τῶν ὑμετέρων ἀναφαίνεται δογμάτων. Τοῦτο γάρ ἐστιν ὅ φησιν, ὡς ὁ Υἱός οὐκ ἀπείργει τήν ἄμεσον τοῦ Πνεύματος πρός τόν Πατέρα σχέσιν, εἰ καί μόνος αὐτός ἐστιν Υἱός. Ἔπειτα μηδέ τοῦτο παραλειπτέον συνιδεῖν, ὡς μετά τό εἰπεῖν ὅτι «τήν κατά τό αἴτιον καί αἰτιατόν διαφοράν οὐκ ἀρνούμεθα», αἰτιατόν ὁμοῦ μετά τοῦ Πνεύματος καί τόν Υἱόν εἰπών, ἐπήνεγκεν, «ἐν ᾧ μόνῳ διακρίνεσθαι τό ἕτερον τοῦ ἑτέρου καταλαμβάνομεν», φανερῶς ἀπαγορεύων, τήν λατινικήν καινοτομίαν, ὡς οὐ μόνον αἰτιατός, ἀλλά καί αἴτιός ἐστιν ὁ Υἱός, καί πάσας τούτων ἐν βραχεῖ τάς ἐπινενοημένας διαφοράς ἀποσειόμενος, ὅτι πρῶτον μέν ὁ Πατήρ αἴτιόν ἐστιν ἐπί τοῦ Πνεύματος, δεύτερον δέ ὁ Υἱός, καί ὅσα τούτοις παραπλήσια˙ ἐν μόνῳ γάρ, φησί, τῷ αἰτίῳ καί τῷ αἰτιατῷ τήν θείαν φύσιν κατανοοῦμεν, καί τό μέν αἴτιον οὐκ ἐν δυσί προσώποις θεωροῦμεν, τοῦ δέ αἰτιατοῦ μόνου ταύτην τήν ἐν δυσί προσώποις διαφοράν ἐννοοῦμεν, ἥτις ἐστίν οὐχ ὅτι τό μέν τούτων καί αἴτιόν ἐστι, τό δέ μόνον αἰτιατόν, ὡς Ἰταλοί φρονοῦσι, μᾶλλον δέ παραφρονοῦσιν, ἀλλ᾿ ὅτι τό μέν Υἱός ἐστι, τό δέ οὐχ Υἱός. Καί οὐκ ἀπείργεται τοῦτο παρά τῆς τοῦ Υἱοῦ πρός τόν Πατέρα κατά φύσιν ἑνώσεως. Εἰπών γάρ ἀνωτέρω τοῦ λόγου, τί ἐστι τά τρία ταῦτα, ὁ Πατήρ, ὁ Υἱός καί τό Πνεῦμα τό ἅγιον, ὅτι μία ὑπερούσιος οὐσία, δεικνύς ἔπειτα πῶς ἐστι τά τρία ταῦτα, ἆρα αἰτιατῶς ὡς ἔχοντά τι καί αἴτιον, ἤ ἀναιτίως πάντῃ, φησίν ὅτι τό μέν αὐτῶν ἐστιν αἴτιον, τό δέ αἰτιατῶς ἔχει τό εἶναι, αἰτιατῶς δέ φησιν ἔχει τό εἶναι ὁ Υἱός τε καί τό Πνεῦμα τό ἅγιον.
Ἆρ᾿ οὐκ ἐντεῦθεν ἔδειξεν ἐνταῦθα, ἕν εἶναι μόνον αἴτιον τό ληφθέν ἐκ τῶν τριῶν, δηλονότι τόν Πατέρα μόνον; Εἶτα θέλων δεῖξαι πῶς τῶν δύο τούτων προσώπων ἑκάτερον αἰτιατῶς ἐστιν, ἵνα μή τις νομίσῃ, καθάπερ οἱ Λατῖνοι, πάλιν ἐκείνην τήν τοῦ αἰτίου καί αἰτιατοῦ διαφοράν καί ἐπί Υἱοῦ καί Πνεύματος εἰσάγειν, φησί σαφῶς, ὅτι ἐπί τούτων ἄλλην διαφοράν ἐννοῦμεν. Λατῖνοι δέ ἀντιθεϊκῶς τούτῳ φασίν οὐκ ἄλλην, ἀλλά τήν αὐτήν˙ καί τοῦ ἁγίου πάλιν, πῶς αἰτιατῶς ἔχει τό εἶναι ὁ Υἱός φάναι προθεμένου, αὐτοί πῶς αἴτιός ἐστι φάναι συκοφαντοῦσιν αὐτόν. Τό μέν γάρ εἶναι τόν Υἱόν ὁπωσοῦν αἴτιον, οὐδαμῇ δείκνυται λέγων ἤ φρονῶν ὁ θεοφόρος οὗτος, καί μάλιστα ἐν τοῖς ἀρτίως προκειμένοις ρήμασιν αὐτοῦ. Ἀλλά τό αἰτιατῶς μέν καί τοῦτον ὑπάρχειν, καθάπερ καί τό πνεῦμα τό ἅγιον, αἰτιατῶς μέντοι γεννητῶς, αἰτιατῶς δέ καί τό Πνεῦμα τό ἅγιον ὑπάρχειν, οὐ γεννητῶς δέ.
Ἀμφοτέρων γάρ λεγομένων, τοῦ Πατρός καί ἐκ Πατρός, Υἱοῦ δηλονότι καί Πνεύματος, τῷ Πατρί προσεχές ὁ μεγαλόνους εἶπε τόν Υἱόν, διά μέσου δέ αὐτοῦ, προσεχοῦς ὄντος τῷ πατρί, ἐκ Πατρός εἴρηκε τό Πνεῦμα νοούμενον, ἀλλ᾿ οὐκ ἐκπορευόμενον διά μέσου τοῦ Υἱοῦ, πάλιν οἷον ἐκεῖνο λέγων, ὅτι τοῦ αἰτίου καί πρώτου ὡς αἰτίου Πατρός φώτων ὄντος τε καί λεγομένου, τουτέστιν Υἱοῦ καί Πνεύματος (ἄμφω γάρ, ἀλλ᾿ οὐχ ὁ Υἱός μόνος δευτερεύει τοῦ Πατρός, ὡς καί Γρηγόριος ὁ θεολόγος ἐν τοῖς Ἔπεσι φησι) τοῦ γοῦν πρώτου πρός ἀμφότερα ταῦτα Πατρός τῶν φώτων λεγομένου (ἐκ γάρ τῶν λογίων οὐκ ἄν εὕροις ἑτέραν αὐτοῦ ἐπωνυμίαν) τῶν ἐξ αἰτίου τούτου ὄντων, τό γεννητῶς ἐκ φωτός προερχόμενον φῶς προσεχῶς τῷ Πατρί νοεῖται πάραυτα, καθάπερ καί αὐτός ὁ Νύσσης ἐν τῷ δευτέρῳ τῶν Πρός Εὐνόμιον διατείνεται γράφων, «ὡς οὐκ ἄν Πατήρ κεχωρισμένος ἀφ᾿ ἑαυτοῦ νοηθείη μή υἱοῦ συνημμένου διά τῆς τοῦ Πατρός ἐκφωνήσεως», καί πάλιν, «εἰς τόν Πατέρα τήν πίστιν ἔχοντες, ὁμοῦ τῷ ἀκοῦσαι τόν Πατέρα συμπαραδεξόμεθα τῇ διανοίᾳ καί τόν Υἱόν».
Ὁ μέν οὖν Υἱός ἐκ τοῦ Πατρός καί ἔστι καί νοεῖται, τό δέ Πνεῦμα τό ἅγιον δι᾿ ἑαυτό μέν ἐκ προβολέως εἴη ἄν καί νοηθείη, ἀλλ᾿ οὐκ ἐκ Πατρός, διά δέ τοῦ προσεχῶς νοουμένου ἐκ Πατρός Υἱοῦ, καί ἐκ Πατρός εἴη ἄν τό Πνεῦμα, ἐκπορεύοντος μέν αὐτό τό Πνεῦμα, γεννῶντος δέ τόν Υἱόν. Ἐκ γοῦν τοῦ γεννῶντος τό μή γεννητόν Πνεῦμα πῶς ἄν ρηθείη; Οὐ διά τόν Υἱόν μονογενῆ τε ὄντα καί διά τοῦτο προσεχῶς εὐθύς τῷ γεννῶντι συνοούμενον καί τό γεννητόν ἑαυτοῦ ποιοῦντα μόνον ἴδιον καί συντηροῦντα, τό δέ Πνεῦμα δεικνύντα οὐ γεννητῶς ὄν ἐκ τοῦ Πατρός; Διά τοῦ Υἱοῦ ἄρ᾿ ἔχει τό εἶναι καί νοεῖσθαι ἐκ Πατρός τό Πνεῦμα˙ δι᾿ ἑαυτοῦ ἐκ προβολέως ἀμέσως καί αὐτό προβαλλομένου. Διό, καθάπερ ἔφημεν, οὐδ᾿ αἴτιον, ἀλλ᾿ αἰτιατόν εἶπε μόνον τόν Υἱόν καί ἐπίσης τῷ Πνεύματι αἰτιατόν˙ καί ὁμοίως κατά τό αἴτιον ταῦτα διέστειλεν ἀπό Πατρός, καίτοι κατά τήν τῶν Λατίων ἐκδοχήν οὐχ οὕτως ἔδει φάναι.
Ἀλλά, καθάπερ ἔφημεν, τό αἴτιον πρῶτον διελεῖν διά τοῦ κατ᾿ αὐτούς ἐμμέσου ὑποστάσεσιν ὁρώμενον, εἶτα τῷ λόγῳ προϊών καί ἐκ τοῦ Πατρός εὐθύς νοεῖσθαι τόν Υἱόν εἰπών καί τήν αἰτίαν προστιθείς, ἐχρῆς εἰπεῖν, εἰ κατά Λατίνους ἦν φρονῶν, ἵνα μή μόνον αἰτιατός ὁ Υἱός, ἀλλά καί αἴτιος ἀναφανῇ˙ ὁ δέ, τοῦτο μέν οὐδαμῶς φησιν, ἀλλ᾿ "ἵνα", φησί, "μόνος ὤν γεννητός ἀναφανῇ" ταὐτό δ᾿ εἰπεῖν αἰτιατός τόν τρόπον τοῦτον. Ποῦ τοίνυν ἐνταῦθ᾿ ὁρᾶτε τόν Υἱόν, οὐ μόνον αἰτιατός ὤν ἀνακηρύττεται;

Καί τοῦτο δέ μοι λάβε κατά νοῦν, ὅτι μηδέ συνεργοῦσαν εἴρηκε ὁ μέγας οὗτος τήν μεσιτείαν τοῦ Υἱοῦ, ἀλλά μή ἀπείργουσαν, τουτέστι μή κωλύουσαν ἀμέσως ἐκ τοῦ Πατρός καί τό Πνεῦμα ἐκπορεύεσθαι. Ποιήσωμεν δ᾿ ὡς ἔνι φανεράν καί διά παραδειγμάτων τήν διάνοιαν. Ἐκ τοῦ πυρός ἀμέσως καί τό φῶς καί ὁ ἀτμός προέρχεται˙ οὐ γάρ ἕτερον διά θατέρου. Τό τοίνυν πῦρ ἐπειλημμένον ὕλης ἀτμίζειν ἅμα καί φωτίζειν πέφυκε, τό μέν φῶς οἷα δή γεννῶν, τόν ἀτμόν δέ ἐκπορεῦον, Ἐκ μέν οὖν τοῦ φωτίζοντος τό φῶς προσεχῶς καί ἔστι καί δ᾿ ἑαυτοῦ νοεῖται ἐξ αὐτοῦ˙ ὡσαύτως καί ὁ ἀτμός ἐκ τοῦ ἀτμίζοντος. Εἰ δέ τόν ἀτμόν φαίη τις ἐκ τοῦ φωτίζοντος, διά τό φῶς ἐρεῖ, διά τοῦ φωτός νοήσας τόν ἀτμόν ἐκ τοῦ φωτίζοντος, τῆς μεσιτείας τοῦ φωτός καί ἑαυτῷ τό μονογενές φυλαττούσης καί τόν ἀτμόν μή ἀπειργούσης τῆς πρός τό φωτίζον σχέσεως, τουτέστι μή ἐμποδιζούσης ἀμέσως εἶναι ἐξ αὐτοῦ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...