ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ ΧΡΗΣΤΟΣ
Ο όρος "ορθολογισμός" (rationalismus) χρησιμοποιείται στη φιλοσοφία με διαφοροποιημένες σημασίες. Στην ποικιλία των εκδοχών αντιστοιχούν επιμέρους φιλοσοφικές σχολές και τάσεις.Αντίθετα στην κοινωνιολογία ο όρος ορθολογισμός μοιάζει να επιδέχεται μια κοινά αποδεκτή ερμηνεία. Βάση ή αφετηρία γι' αυτή την κοινή κατανόηση, είναι η σύνδεση του ορθολογισμού με κοινωνικο-ιστορικά δεδομένα της άμεσης εμπειρίας. Συγκεκριμένα ο ορθολογισμός συνδέεται με εκφάνσεις και λειτουργίες που χαρακτηρίζουν τον δυτικο-ευρωπαϊκό αποκλειστικά πολιτισμό.
Την εξάρτηση της κοινωνιολογικής σημασίας του ορθολογισμού από τα κοινωνικο-ιστορικά δεδομένα του δυτικο-ευρωπαϊκού πολιτισμού την οφείλουμε καταρχήν στις μεθοδικές αναλύσεις του Max Weber. [...] (Από την εισαγωγή της έκδοσης)
Το αδιέξοδο του συνεπούς κριτικισμού
Οι προτάσεις του Popper
Η απειλή του σχετικισμού
οι προτάσεις του Popper
Στην προσπάθεια να περισωθεί η κοινωνική λειτουργικότητα του ορθολογισμού και να κατοχυρωθεί η φιλοσοφική αντίσταση στον δογματισμό και τα παράγωγά του, είναι οπωσδήποτε μέγιστη η συμβολή του Popper. Ο Popper δεν είναι μόνο ο φιλόσοφος της «ανοιχτής κοινωνίας», είναι παράλληλα και ο κορυφαίος της θεωρίας της επιστήμης στον αιώνα μας - ο άνθρωπος που σφράγισε με τη σκέψη του τον τομέα της επιστημολογίας. Έτσι ο συνδυασμός στο πρόσωπό του των αυστηρών απαιτήσεων της επιστημονικής μεθοδολογίας και των φιλοσοφικών προϋποθέσεων του κοινωνικού φιλελευθερισμού καταλήγει σε γερά θεμελιωμένες και γόνιμες προτάσεις σχετικά με τον ορθολογισμό και την κοινωνική λειτουργία του.
Θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε τις προτάσεις αυτές του Popper στα ακόλουθα επιγραμματικά παραθέματα:
α) Μεθοδολογικός νομιναλισμός
Εισηγείται ως θεωρητική μέθοδο, τόσο για τις φυσικές όσο και για τις κοινωνικές επιστήμες, τον μεθοδολογικό νομιναλισμό, τον οποίο και αντιπαραθέτει στον μεθοδολογικό ουσιολογισμό: «Ο μεθοδολογικός ουσιολογισμός (Essentialism), η θεωρία δηλαδή σύμφωνα με την οποία σκοπός της επιστήμης είναι η αποκάλυψη των ουσιών και η περιγραφή τους μέσω ορισμών, μπορεί να κατανοηθεί καλύτερα σε αντιπαράθεση προς το αντίθετό της, τον μεθοδολογικό νομιναλισμό. Αντί να αποσκοπεί στο να βρει τι πραγματικά είναι ένα ον και να ορίσει την αληθινή του φύση, ο μεθοδολογικός νομιναλισμός αποβλέπει στο να περιγράψει πως ένα ον συμπεριφέρεται σε ποικίλες περιστάσεις και, ιδιαίτερα, αν υπάρχουν κανονικότητες στη συμπεριφορά του... Βλέπει στη γλώσσα –στις σωστά δομημένες προτάσεις και στους συλλογισμούς– το όργανο της επιστημονικής περιγραφής· θεωρεί τις λέξεις περισσότερο ως βοηθητικά εργαλεία για αυτό το έργο, παρά ως ονόματα ουσιών. Ο μεθοδολογικός νομιναλιστής δεν θα θεωρήσει ποτέ ότι ένα ερώτημα, όπως: τί είναι ενέργεια, η τί είναι κίνηση, η τί είναι ένα άτομο, αποτελεί σημαντικό ερώτημα για τη φυσική. Θα αποδώσει όμως σπουδαιότητα σε ένα ερώτημα του τύπου: πως μπορεί να αποβεί χρήσιμη η ηλιακή ενέργεια, ή πως κινείται ένας πλανήτης, ή κάτω από ποιες συνθήκες ένα άτομο εκπέμπει φωτεινή ακτινοβολία... Το γεγονός ότι τα προβλήματα των κοινωνικών επιστημών αντιμετωπίζονται ακόμα, στο μεγαλύτερο μέρος τους, με ουσιολογικές μεθόδους, είναι ένας από τους κύριους λόγους για την καθυστέρηση αυτών των επιστημών».
β) «Βήμα προς βήμα κοινωνική μηχανική»
Η πρακτική εφαρμογή του μεθοδολογικού νομιναλισμού στον χώρο των κοινωνικών επιστημών είναι μια στάση που χαρακτηρίζεται από τον Popper ως «βήμα προς βήμα κοινωνική μηχανική» (piecemeal social engineering). Η στάση αυτή «δύσκολα θα εκδήλωνε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την προέλευση των κοινωνικών θεσμών η για τις αρχικές προθέσεις των ιδρυτών τους. Θα θέσει μάλλον ως εξής το πρόβλημα: Αν υποθέσουμε ότι οι στόχοι μας είναι τούτοι η εκείνοι, είναι τότε αυτός ο θεσμός καλά σχεδιασμένος και οργανωμένος ώστε να τους υπηρετήσει; Ως παράδειγμα μπορούμε να εξετάσουμε τον θεσμό της ασφάλισης: Ο κοινωνικός μηχανικός η τεχνολόγος δεν θα προβληματιστεί πολύ πάνω στο ερώτημα αν η ασφάλιση ξεκίνησε αρχικά ως κερδοσκοπική επιχείρηση η αν η ιστορική αποστολή της είναι η εξυπηρέτηση της κοινής ευημερίας. Μπορεί όμως να προβάλει μια κριτική ορισμένων ασφαλιστικών θεσμών, δείχνοντας ίσως πως μπορούν να αυξηθούν τα κέρδη τους, η πως μπορούν να αυξηθούν τα οφέλη που αποδίδουν στο κοινό. Και θα εισηγηθεί τρόπους με τους οποίους οι θεσμοί αυτοί θα μπορούσαν να γίνουν πιο αποτελεσματικοί για την εξυπηρέτηση του ενός η του άλλου στόχου... Η βήμα προς βήμα κοινωνική μηχανική ξεκινάει με την επίγνωση ότι δεν υπάρχουν θεσμικά μέσα για να γίνονται ευτυχισμένοι οι άνθρωποι, παρά μόνο για να μην γίνονται δυστυχισμένοι. Κατά συνέπεια η μέθοδος αυτή συνίσταται στην αναζήτηση και καταπολέμηση των πιο σοβαρών και πιο επιτακτικής αντιμετώπισης δεινών της κοινωνίας μάλλον, παρά στην αναζήτηση και μαχητική επιδίωξη του μέγιστου τελικού αγαθού της... Είναι ευκολότερο να καταλήξει κανείς σε μια λογική συμφωνία σχετικά με τα υπάρχοντα δεινά και τα μέσα καταπολέμησής τους, από όσο το να συμφωνήσει για ένα ιδεώδες αγαθό και τα μέσα πραγματοποίησής του... Μόνο με αυτό τον τρόπο μπορούμε να κάνουμε σφάλματα και να διδασκόμαστε από τα σφάλματά μας, χωρίς να διακινδυνεύουμε επιπτώσεις μιας βαρύτητας που θα πρέπει να θέσει σε κίνδυνο τη θέλησή μας για μελλοντικές μεταρρυθμίσεις... Αυτό θα σήμαινε την εισαγωγή της επιστημονικής μεθόδου στην πολιτική, αφού όλο το μυστικό της επιστημονικής μεθόδου συνίσταται στην ετοιμότητά μας να διδασκόμαστε από τα λάθη».
γ) Η αρχή της διαψευσιμότητας
Τόσο ο μεθοδολογικός νομιναλισμός όσο και η βήμα προς βήμα κοινωνική μηχανική διασώζουν την κριτική λειτουργία του ορθολογισμού, γιατί αποτελούν συγκεκριμένες μεθόδους αναίρεσης της αξιωματικής και δογματικής εκδοχής και χρήσης του ορθού λόγου, Αλλά μια τέτοια αναίρεση προϋποθέτει έναν γνωσιοθεωρητικό προσανατολισμό που να αποτρέπει ταυτόχρονα και την προσφυγή στον ανορθολογισμό και τον αυθαίρετο μυστικισμό. Ο γνωσιοθεωρητικός αυτός προσανατολισμός, που εξασφαλίζει την αναζήτηση της αλήθειας από τον κίνδυνο τόσο του δογματισμού όσο και του ανορθολογισμού, εκφράζεται για τον Popper στην αρχή της διαψευσιμότητας (potential falsifiability). Σύμφωνα με αυτή την αρχή η γνώση είναι ορθολογική και επομένως επιστημονική, όταν μπορεί να υποβάλλεται σε διυποκειμενικό και πειραματικό έλεγχο. Η πάντοτε άνοιχτή δυνατότητα κριτικού ελέγχου σημαίνει και το συνεχές ενδεχόμενο διάψευσης - τη δυνατότητα να υποκατασταθεί μια επιστημονική πρόταση από κάποια άλλη πληρέστερη, που κι αυτή με τη σειρά της υπόκειται σε διάψευση. Έτσι η αντικειμενικότητα της επιστημονικής γνώσης έγκειται στο γεγονός ότι μπορεί να ελεγχθεί διυποκειμενικά και να διατηρείται σε καθολική ισχύ εφόσον δεν διαψεύδεται από τον κριτικό έλεγχο. Αυτό σημαίνει ότι η διαψευσιμότητα γίνεται κριτήριο ορθολογικότητας και αντικειμενικότητας - κριτήριο οριοθέτησης της επιστημονικής από κάθε άλλη γνώση. Γι' αυτό και οι επιστημονικές προτάσεις πρέπει να έχουν τον χαρακτήρα μόνο γενικών υποθέσεων. «Οι επιστημονικές μας θεωρίες θα πρέπει για πάντα να παραμένουν υποθέσεις... στην επιστήμη δεν έχουμε ποτέ επαρκείς λόγους για να πιστέψουμε ότι έχουμε κατακτήσει την αλήθεια. Αυτό που συνήθως ονομάζουμε επιστημονική γνώση είναι, κατά κανόνα, πληροφορίες μάλλον που αφορούν τις ποικίλες αντιτιθέμενες υποθέσεις και τον τρόπο με τον οποίο αυτές έχουν αντέξει στις διάφορες διαδικασίες ελέγχου... Στις εμπειρικές επιστήμες, που μόνες αυτές μπορούν να μας εφοδιάσουν με πληροφορίες για τον κόσμο στον οποίο ζούμε, δεν υπάρχουν αποδείξεις - αν με τη λέξη απόδειξη εννοούμε ένα επιχείρημα που εγκαθιδρύει τελεσίδικα την αλήθεια μιάς θεωρίας. Αυτό που μπορεί ωστόσο να υπάρχει, είναι αναιρέσεις των επιστημονικών θεωριών... Στον βαθμό που οι επιστημονικές αποφάσεις αφορούν τον κόσμο της εμπειρίας, πρέπει να είναι είναι αναιρέσιμες· και στον βαθμό που δεν είναι αναιρέσιμες, δεν αφορούν τον κόσμο της εμπειρίας». Μεταφερμένη στις κοινωνικές επιστήμες η αρχή της διαψευσιμότητας αποκλείει «τις ιστορικές προφητείες μεγάλης εμβέλειας», δηλαδή την ερμηνεία των κοινωνικών φαινομένων με βάση κάποιους απαρέγκλιτους νόμους που διέπουν το ιστορικό γίγνεσθαι.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου