Σάββατο, 21 Μαρτίου 2020

Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΩΑΝΝΗ – Ignace de la Potterie (12)

Συνέχεια από Πέμπτη, 12 Μαρτίου 2020

             IGNACE DE LA POTTERIE, S.J
           Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΩΑΝΝΗ
                               ΤΟΜΟΣ  1ος  
                        Ο Χριστός και η αλήθεια
                        Το Πνεύμα και η αλήθεια
                             ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
                     Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ
 3ο    Κ Ε Φ Α Λ Α Ι Ο :   Χ Ρ Ι Σ Τ Ο Σ  -  Α Λ Η Θ Ε Ι Α

Ι. Ο σαρκωθείς Λόγος πλήρης χάριτος και αληθείας.

Ο πρόλογος του 4ου Ευαγγελίου μας παρουσιάζει δύο φορές το θέμα της αλήθειας: στο 1, 14, ο Ιωάννης γράφει ότι ο σαρκωθείς Λόγος ήτο «πλήρης χάριτος και αληθείας»· και προσθέτει: «ἡ χάρις καὶ ἡ ἀλήθεια διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐγένετο» (1, 17). Σε αυτούς τους δύο στίχους ο Ιωάννης συνοψίζει το ουσιώδες της θεολογίας του περί Ενσαρκώσεως· και στις δύο περιπτώσεις, για να το πετύχει καταφεύγει στην έννοια της αλήθειας.
Δεν θα σταθούμε εδώ στα διαφορετικά και πολυάριθμα προβλήματα που τίθενται στο σύνολο του προλόγου. Θα επικεντρώσουμε την προσοχή μας  στην έκφραση (η) χάρις και (η) αλήθεια των στ. 14 και 17, και στην αντίθεση που εμφανίζεται στον στ. 17 ανάμεσα στις έννοιες ο νόμος και η χάρις και η αλήθεια. Θα πρέπει όμως προηγουμένως να μελετήσουμε τη σχέση αυτών των δύο στίχων με τον υπόλοιπο πρόλογο.
Αφού παρουσιάσουμε το θέμα προκειμένου να προσανατολιστούμε στους δαιδάλους της ερμηνείας του 1, 14.17, στο δεύτερο μέρος θα προσεγγίσουμε την ανάλυση της περικοπής 1, 14-18· θα μελετήσουμε ιδιαίτερα την προϊστορία της αντίθεσης ανάμεσα στις έννοιες του νόμου και της αλήθειας· και στο τρίτο μέρος του κεφαλαίου θα εκθέσουμε την θεολογική ερμηνεία των δύο στίχων.
Α. Παρουσίαση του θέματος.
Η κατάταξη των ερμηνευτών των δύο στίχων (14 και 17) παρουσιάζει ήδη δυσκολίες επειδή πρόκειται για την ανάλυση δύο διαφορετικών στίχων· επί πλέον θα πρέπει να  λάβουμε υπ’ όψη τους τρόπους ερμηνείας των όρων «νόμος», «χάρις» και «αλήθεια» στον στ. 17, δεδομένου ότι ανάλογα με την εξήγηση που δίνουν σε κάθε έναν απ’ αυτούς θα μπορούσαμε να τους κατατάξουμε σε περισσότερες της μιας κατηγορίες. Είναι όμως δυνατόν, σε γενικές γραμμές, να διακρίνουμε πέντε βασικές ομάδες.
1.   Σύμφωνα με μια πρώτη ερμηνεία που υιοθέτησε παλαιότερα ο H. H.Wendt και επανέλαβαν αργότερα οι M.-E. Boismard, M. –F Lacan, L. J. Kuyper και R. E. Brown, η διατύπωση χάρις και αλήθεια του κατά Ιωάννη 1, 14 αποτελεί επαναπρόσληψη μιας συχνής έκφρασης στην Π. Δ. που αναφέρεται για πρώτη φορά στην Έξοδο 34, 6 :«Κύριος ὁ Θεὸς οἰκτίρμων καὶ ἐλεήμων, μακρόθυμος καὶ πολυέλεος καὶ ἀληθινός».
Πολλοί όμως συγγραφείς, μεταξύ των οποίων και ο Bultman, αναφέρουν ότι η εβραϊκή έκφραση χάρις και αλήθεια αποδίδεται ορθότερα στην μετάφρασης των 70ο  από το έλεος και αλήθεια (Ιωσήφ 2,14·2η  Σαμουήλ 2, 6· Ψαλμοί 84, 11 κ.τ.λ.).
Είναι επομένως απαραίτητο να ερευνήσουμε λεπτομερώς τον ιστορικό περίγυρο του στ. 1, 14 προκειμένου να αντιληφθούμε το ακριβές νόημα της διπλής έκφρασης χάρις και αλήθεια. Θα πρέπει να σημειώσουμε επίσης ότι πουθενά στην Έξοδο δεν διακρίνουμε την αντίθεση του Ιωάννη ανάμεσα στις έννοιες «νόμος» και «αλήθεια», γεγονός που μας απομακρύνει από την πιθανότητα να αποδώσουμε την προέλευση του στ. 1, 14 στο βιβλίο της Π. Δ. Η προσέγγιση των εννοιών αυτών από τον Ιωάννη, όπως θα δούμε αργότερα, μας οδηγεί σε μια τελείως διαφορετική κατεύθυνση, προσέγγιση η οποία μας καλεί να διακρίνουμε επίσης στις έννοιες χάρις και αλήθεια μία αντικειμενική πραγματικότητα.
2.   Σύμφωνα με μία τελείως διαφορετική από την προηγούμενη ερμηνεία, αλλά κλασσική στην αρχαία παράδοση, η κατά Ιωάννη αντιπαράθεση ανάμεσα στο Νόμο και την αλήθεια αντιστοιχεί στην αντίθεση ανάμεσα στα προμηνύματα της Π. Δ.  και την χριστιανική πραγματικότητα. Εδώ η λέξη αλήθεια δεν ερμηνεύεται στη βάση της εβραϊκής «ειλικρίνειας» αλλά σύμφωνα με την κλασσική ελληνική έννοια της «πραγματικότητας». Ο πρώτος που την επικαλέσθηκε είναι ο Ωριγένης. Είναι όμως ενδιαφέρον το ότι έδωσε διαφορετική ερμηνεία στους στίχους 14 και 17 του προλόγου: στο 1, 14 ο μονογενής Υιός αποκαλείται «πλήρης χάριτος και αληθείας» διότι αυτός είναι η Αλήθεια, δηλαδή  «η ουσία του Πατρός»· στο 1, 17 το νόημα είναι διαφορετικό διότι λέγεται ότι η αλήθεια εγένετο, κάτι που δεν είναι κατανοητό για την καθ’ εαυτή, την ουσιαστική Αλήθεια. Ο στ. 17 επομένως, κατά τον Ωριγένη θα πρέπει να αφορά στην αλήθεια που μετέχεται, σ’ αυτήν που διακρίνει «τις πνευματικές ψυχές», όπως του Παύλου και των Αποστόλων: αυτή η αλήθεια λοιπόν «εγένετο δια του Ιησού Χριστού». Σε ένα απόσπασμα της ερμηνείας του 1, 14 ο Ωριγένης βεβαιώνει – κάτι που δεν  συμβιβάζεται με την προηγούμενη θεωρία του – ότι ο «πλήρης χάριτος και αλήθειας» Χριστός είναι αυτός που αντιπαρατίθεται στον Νόμο, όπως η πραγματικότητα αντιτίθεται στην σκιά και την εικόνα.
Την άποψη αυτή επαναλαμβάνουν μεταγενέστερες παραδόσεις: η χάρις και η αλήθεια που φέρει ο Ιησούς Χριστός, είναι η χάρις που λαμβάνουμε διά του Χριστού και είναι για μας η «αλήθεια», η πραγματικότητα που αντιτίθεται στις μορφές του παλαιού Νόμου. Η θεωρία αυτή των Πατέρων και του Μεσαίωνα έχει απήχηση και στην σύγχρονη εποχή.
Σύμφωνα με αυτή την παράδοση, το κείμενο του 1, 17 περιγράφει την αντίθεση ανάμεσα σε δύο ιστορικές πραγματικότητες που αντιστοιχούν σε δύο διαφορετικά στάδια της ιστορίας της σωτηρίας: πρόκειται για την αντίθεση ανάμεσα στον μωσαϊκό Νόμο και την χριστιανική αλήθεια. Ο συσχετισμός όμως αυτός, από τους περισσότερους ερευνητές, της έννοιας της αλήθειας με την ελληνική «πραγματικότητα» αποκτά ένα χαρακτήρα τυπολογικό. Εξ άλλου η αλήθεια με την έννοια της πραγματικότητας καθίσταται απροσδιόριστη, αναγκάζοντας ορισμένους συγγραφείς, όπως ο Loisy να αναρωτηθούν για ποια πραγματικότητα πρόκειται· έτσι η λέξη «χάρις», ως προσδιοριστική του νοήματος της αλήθειας αποκτά πρωτεύοντα ρόλο και η όλη έκφραση ερμηνεύεται ως «η πνευματική πραγματικότητα της χάριτος». Επομένως «η χάρις και η αλήθεια» ταυτίζονται με «την χάρι και την πραγματικότητα» και στην συνέχεια αντιστρέφεται η σειρά των όρων εξαρτώντας τον δεύτερο από τον πρώτο και καταλήγοντας στην διατύπωση « η πραγματικότητα της χάριτος». Αυτή η ερμηνεία μας φαίνεται απολύτως αδόκιμη. Μία ακόμη παρατήρηση που ενισχύει την θέση μας είναι ότι η ερμηνεία αυτή εισάγει την χρήση της ελληνικής έννοιας της πραγματικότητας ενώ οι υπόλοιπες έννοιες στον στ. 17 (νόμος, Μωυσής, χάρις) προέρχονται από την εβραϊκή και βιβλική παράδοση· θα πρέπει επομένως να αναζητήσουμε την ερμηνεία της αλήθειας στο ίδιο πλαίσιο. Η ανάλυση που θα ακολουθήσει θα μας οδηγήσει στο ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα: η λέξη που κατέχει το μεγαλύτερο θεολογικό βάρος δεν είναι η «χάρις» αλλά η «αλήθεια»· το ουσιαστικό χάρις σημαίνει απλώς το «προσφερόμενο δώρο» το οποίο χρειάζεται να προσδιοριστεί περαιτέρω, με την έννοια «αλήθεια». Σε αντίθεση με την έννοια «χάρις» ο θεολογικός όρος «αλήθεια» είναι αυτός που κυριαρχεί στην ορολογία του Ιωάννη γεγονός που αποδεικνύει ότι η αλήθεια είναι εδώ η κυρίαρχη έννοια. Επομένως, όπως θα δούμε και στη συνέχεια, δεν πρόκειται για «την πραγματικότητα της χάριτος», αλλά για «το χάρισμα της αλήθειας».
3.   Ένας τρίτος τρόπος ερμηνείας, με περιορισμένη σημασία επίσης έλκει την καταγωγή του από την Μεταρρύθμιση. Η παρουσία των λέξεων νόμος και χάρις στον στ. 1, 17 οδήγησαν πολλούς ερμηνευτές, υπό την επίδραση του Αυγουστίνου, «του διδάκτορος της χάριτος», να πιστέψουν ότι ανακάλυψαν την παύλεια αντίθεση ανάμεσα στον Νόμο και την χάρι (Ρωμ. 4,16· 6,14.15· Γαλ. 5,4). Επειδή απέδωσαν πρωτεύουσα σημασία και αυτοί στον όρο «χάρις», υποβάθμισαν τον νόημα της «αλήθειας» θεωρώντας ότι εμφανίζεται εδώ υπό την επίδραση του στ. 1,14. Επειδή όμως οι δύο έννοιες «χάρις και αλήθεια» επαναλαμβάνονται και στα δύο αποσπάσματα, ενώ στο 1,14 δεν γίνεται λόγος για τον Νόμο, οι ερευνητές αυτοί αναγκάστηκαν – όπως ο Ωριγένης για διαφορετικούς λόγους – να καταφύγουν στην παράδοξη αν όχι λύση απελπισίας και να προτείνουν διαφορετικές ερμηνείες για το καθένα απ’ αυτά. Και για να στηρίξουν το διαφορετικό τους νόημα επικαλέστηκαν διαφορετικές πηγές προέλευσης.
Αντιπροσωπευτικός συγγραφέας είναι εδώ ο Bultmann, για τον οποίο η έκφραση «χάρις και αλήθεια» στο 1,14 περιγράφει το είναι του Θεού που κοινωνείται στους ανθρώπους: η λέξη «χάρις», υπογραμμίζει, είναι θείο δώρο· η «αλήθεια» προσδιορίζει το περιεχόμενο του δώρου: «η αυτοαποκαλυπτόμενη θεία πραγματικότητα».
Οι Αγγλικανοί ερμηνευτές Bernard, Hoskyns και Barrett καταφεύγουν επίσης στο παύλειο δόγμα, καθώς και ο P. Boismard  σε ένα άρθρο του για τον Άγιο Λουκά και την συγγραφή του 4ου Ευαγγελίου.
Μια πρώτη κριτική που θα πρέπει να ασκήσει κανείς σ’ αυτή την ερμηνεία είναι ότι στην απλουστευτική βάση μιας προσέγγισης ανάμεσα στους όρους «Νόμος» και «χάρις» εισάγει στην ιωαννική σκέψη κατηγορίες παύλειας σωτηριολογίας. Αυτή η μέθοδος δεν είναι επαρκής. Για την κατανόηση του κειμένου του Ιωάννη πρέπει κανείς να βασιστεί, κατά κύριο λόγο, στις υποδείξεις που κάνει ο ίδιος. Αλλά κυρίως, σημαντικό είναι να επικεντρωθούμε στην αναζήτηση της κύριας αντίθεσης που εκφράζει το 1, 17. Ο στίχος αυτός περιλαμβάνει, όχι δύο, αλλά τρία ουσιαστικά.: Νόμος, χάρις, αλήθεια. Για τους υποστηρικτές της άποψης που ερευνούμε, η κύρια αντίθεση μοιάζει να εντοπίζεται ανάμεσα στους όρους Νόμος και χάρις, όπως και στον Παύλο. Η πραγματική όμως αντίθεση δεν θα έπρεπε να αναζητηθεί, όπως στην εβραϊκή παράδοση, ανάμεσα στις έννοιες Νόμος και αλήθεια; Αυτό είναι και το σημείο το οποίο θα πρέπει να διευκρινισθεί, πριν καταφύγουμε σε μια ενδεχόμενη παύλεια επίδραση. Όπως όμως θα δούμε στη συνέχεια, ενδείξεις φιλολογικής φύσεως – όπως το λεξιλόγιο, η δομή και το ύφος – συγκλείνουν στο συμπέρασμα ότι «η χάρις και η αλήθεια» αποτελούν μια πραγματική ενότητα που προσδιορίζεται από την δεύτερη έννοια. Άρα η αντίθεση δεν αφορά στις έννοιες Νόμος και χάρις, αλλά τους όρους Νόμος και αλήθεια.
4.   Ας προσεγγίσουμε τώρα μια διαφορετική ερμηνεία της αλήθειας στο 1, 14.17, τόσο από την «εβραϊκή» (αλήθεια=πίστη) όσο και από αυτή των Πατέρων (η αλήθεια = η πραγματικότητα σε αντίθεση με την μορφή). Η ερμηνεία αυτή, ευρέως διαδεδομένη στις μέρες μας, περιλαμβάνει επίσης την αλήθεια με την έννοια της «πραγματικότητας» εννοώντας την όμως ως θεία πραγματικότητα.
Εδώ επεμβαίνει και πάλι ο Bultmann αλλά ως προς την ερμηνεία του 1, 14: η «χάρις» υποδεικνύει το δώρο (προσφορά) του Θεού, διά του Χριστού· το περιεχόμενο αυτού του δώρου είναι η αλήθεια, «η θεία πραγματικότητα που μας αποκαλύφθηκε». Την άποψη υιοθετεί και ο L. Bouyer: «Αυτό είναι η Χάρις: το γεγονός ότι ο Θεός κύπτει επί του χάους του δημιουργήματός του για να του αποκαλύψει την Αλήθεια του είναι του προσφέροντάς την σ’ αυτό». Παρά την φιλοσοφική χροιά αυτών των διατυπώσεων (η αλήθεια ταυτίζεται εδώ με την θεία ουσία, με την αυτοαλήθεια του Ωριγένη), πολλοί ερμηνευτές, παλαιότεροι και νεότεροι, συντάχθηκαν με αυτή την αντίληψη.
Η έννοια του όρου «αλήθεια» που υπονοείται σιωπηρά εδώ μας παραπέμπει στον Πλάτωνα και στον μετέπειτα ελληνιστικό δυαλισμό. Αμέσως όμως αναδύεται μια δυσκολία, την οποία ο ίδιος ο Ωριγένης, με την οξυδέρκεια που τον διακρίνει, είχε διατυπώσει: πως εξηγείται η εφαρμογή στην αλήθεια του ρήματος εγένετο, τόσο στο 1, 17 όσο και στο 1, 14 εάν αυτή προσδιορίζει «την θεία αλήθεια», την ίδια την ουσία του Θεού (η ουσία του πατρός); Πώς να ισχυρισθούμε ότι το υπερβατικό είναι γίγνεται; Η χρήση του ρήματος «γίγνεσθαι» θα ήταν θεμιτή εάν συνοδεύετο όπως στον στ. 14 από ένα κατηγόρημα (κυριολεκτικά «Και ο Λόγος σαρξ εγένετο»). Αλλά μια απόλυτη παρουσία του ρήματος εγένετο (στ. 17) δεν δικαιολογείται εάν υποκείμενο του ρήματος είναι η καθεαυτό «θεία αλήθεια». Απέναντι σ’ αυτή την δυσκολία, την οποία χαρακτήρισε απροσπέλαστη, ο Ωριγένης συνεπέρανε ότι η αλήθεια δεν μπορεί να έχει το ίδιο νόημα στο 1, 14 και στο 1, 17: στον δεύτερο στίχο, κατ’ αυτόν, δεν προσδιορίζει «την ουσιαστική, την καθεαυτό αλήθεια», αλλά την μετεχόμενη, αυτήν που κατοικεί «στις πνευματικές ψυχές». Μια ανάλογη λύση του προβλήματος, αλλά για διαφορετικούς λόγους, υιοθετεί και ο P. Boismard. Όπως όμως είπαμε και προηγουμένως, δεν είναι ορθό δείγμα ερμηνευτικού λόγου να αποδώσουμε διαφορετικό νόημα σε μια ταυτόσημη έννοια που συναντούμε σε δύο τόσο κοντινούς στο κείμενο στίχους. Αλλά ούτε και έτσι λύνεται πραγματικά το πρόβλημα που θέτει σ’ αυτήν την ερμηνευτική περιπέτεια η έννοια «γίγνεσθαι». Σε άλλα σημεία του προλόγου η εμφάνιση του εγένετο αφορά σε δημιουργήματα (1, 3.6.10). Στο 1, 17 η χάρις και η αλήθειας  ε γ έ ν ε τ ο φαίνεται να προσδιορίζει ρητά μια πραγματικότητα στον χώρο της δημιουργίας, μια πραγματικότητα που ανήκει στην ιστορία μας και η οποία μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι «γίγνεται». Θα πρέπει λοιπόν, προκειμένου να ανταποκριθούμε στις προϋποθέσεις του ρήματος «εγένετο» και να αποφύγουμε επίσης την ελάχιστα πειστική προσφυγή σε διπλή ερμηνεία των στ. 1, 14 και 1, 17, να απορρίψουμε τόσο την εβραϊκή όσο και την ελληνική ερμηνεία του όρου αλήθεια. Η επιλογή αυτή στοιχειοθετείται ευκρινέστερα στην επόμενη παράγραφο.
5.   Έτσι φτάνουμε στην πέμπτη ομάδα ερευνητών, την μόνη ικανοποιητική κατά την άποψή μας. Διαθέτει, εκτός των άλλων, το πλεονέκτημα ότι δεν αποδίδει διαφορετικό νόημα στην έκφραση «(η) χάρις και (η) αλήθεια» στους στ. 1, 14 και 1, 17. Κατά την ερμηνεία αυτής της ομάδας, η λέξη αλήθεια, στους δύο στίχους, δεν προσδιορίζει την ουσία ή το είναι του Θεού, αλλά την οριστική αποκάλυψη που έφερε ο Ιησούς Χριστός, ο σαρκωθείς Λόγος, στον κόσμο και είναι παρούσα σ’ Αυτόν. Ορισμένοι παλαιότεροι σχολιαστές είχαν ήδη προτείνει αυτή την εκδοχή, όπως οι άγιος Ιερώνυμος, Tolet και Calmes. Επίσης αρκετοί ερμηνευτές της προηγούμενης κατηγορίας, όπως οι Bultmann, Bouyer και Senft μίλησαν για αποκάλυψη με μια διαφορετική όμως έννοια: γι’ αυτούς η «αλήθεια» στο 1, 14 και 1, 17 σημαίνει την ουσιαστική αλήθεια, το είναι του Θεού που εμφαίνεται και κοινωνείται στους ανθρώπους. Για τους συγγραφείς αυτής της τελευταίας ομάδας, αντίθετα, η αλήθεια, όπως και στην εβραϊκή παράδοση, είναι της τάξεως του λόγου· όπως το υπονοεί άμεσα ο παραλληλισμός ανάμεσα στο Νόμο και την αλήθεια, η αλήθεια στο 1, 17 του κατά Ιωάννη Ευαγγελίου προσδιορίζει την καθεαυτό αποκάλυψη, την αποκάλυψη που άρχεται, που «γίγνεται» δια του Ιησού Χριστού.
Η ερμηνεία αυτή, την οποία παρουσιάσαμε επανειλημμένα στο παρελθόν, έχει υιοθετηθεί από πολλούς σύγχρονους συγγραφείς και θεωρείται η επικρατέστερη.
Στις σελίδες που ακολουθούν θα παρουσιάσουμε μία σειρά από ενδείξεις που συγκλίνουν και μας προσανατολίζουν σ’ αυτή την κατεύθυνση.
(συνεχίζεται)

ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: