Τρίτη, 31 Αυγούστου 2021

Τό ομοούσιον

 Κατά τής Ακαδημίας τού Βόλου τού Δημητριάδος.


Τό ομοούσιον
Πρίν εισέλθει στην θεολογία είχε την ίδια σημασία με το ομογενές, δηλ. με κάτι που ανήκει στο ίδιο γένος. Χρησιμοποιούμενο για τους ανθρώπους και τα πράγματα, ο Μ. Βασίλειος τού αποδίδει την εξής σημασία (Κατα Ευνομίου 2,19): Οι άνθρωποι ξεπερνούν στην ικανότητα τα προιόντα τους, αλλά παρ’όλα αυτά είναι ομοούσιοι με αυτά. Όπως είναι ο κατασκευαστής αμφορέων με την άργιλλο: και οι δύο είναι εξίσου σώματα. Ο Διόδωρος της Ταρσού παρατηρεί πως σύμφωνα με την Φύση του, αυτό που είναι θνητό γεννά πράγματα θνητά, και ένα σώμα παράγει πράγματα ομοούσια μ’αυτό. Σ’αυτή την τάξη των ιδεών η έκφραση "οι ομοούσιοι" χρησιμοποιείται με την έννοια «οι όμοιοί μας, οι άλλοι άνθρωποι». Π.χ. πληγώθηκα βλέποντας τους ομοουσίους μου και ομογενείς να πέφτουν στην άβυσσο της κακίας.
Στην θεολογία αρχίζει να εμφανίζεται με τον Ωριγένη, ο οποίος δέχεται πως ορισμένες αναλογίες αποδεικνύουν ότι υπάρχει μία κοινωνία ουσίας του Υιού με τον Πατέρα. Διότι μία απορροή είναι ομοούσιος, δηλ. μίας μοναδικής ουσίας με το σώμα, του οποίου αποτελεί την απορροή ή τον ατμό. Στον Διονύσιο της Αλεξάνδρειας, παρότι ομολογεί πως δεν βρήκε τον όρο σε καμμία σελίδα της Βίβλου, τα παραδείγματα που χρησιμοποιεί για να δείξη την σχέση Πατρός και Υιού, συμφωνούσαν με την σημασία του όρου. Έτσι ένα φυτό γεννημένο από έναν σπόρο ή από μία ρίζα, είναι διαφορετικό μεν από αυτό απ' το οποίο γεννιέται, αλλά παρ’όλα αυτά, είναι ταυτοχρόνως και τελείως ομοφυές μ’αυτό.

Έτσι λοιπόν και στην αυγή της θεολογίας ο όρος χρησιμοποιείται με την εθνική του σημασία και θέλει να τονίσει πως αυτό που είναι ο Πατήρ, αυτό είναι και ο Υιός. Παρ’όλα αυτά, οι συγγραφείς που τον χρησιμοποιούν δεν αναφέρονται και στην ενότητά τους. Ένα σοβαρό πρόβλημα, που προέκυψε μόνον μέσα από τα έργα του Παύλου του Σαμοσατέως.

Το έργο του Μ.Αθανασίου, περί Συνόδων, γράφτηκε στα 359. Σ’αυτό το κείμενο, στο κεφάλαιο 43, μας πληροφορεί πως η Σύνοδος της Αντιοχείας που καταδίκασε τον Παύλο το 268, μίλησε για τον Υιό σαν να μην ήταν ομοούσιος με τον Πατέρα. Η σύνοδος είχε διευκρινίσει πως ο Υιός είναι Σοφία, Λόγος και Δύναμις του Θεού, και είναι Θεός, όχι λόγω προορισμού, αλλά λόγω ουσίας και υποστάσεως. Αυτό σημαίνει πως αυτός ήταν η Σοφία και ο Λόγος ενυποστάτως και δεν ήταν μία επιρροή ή μία ιδιότητα απρόσωπη του Θεού. Ουσία εδώ σημαίνει, όπως και η υπόσταση, πως Αυτός ήταν ένα όν συγκεκριμένο και πραγματικό.
Η συνοδική επιστολή κατηγορεί τον Παύλο ότι διδάσκει, πως η Σοφία δεν ήταν ενωμένη στην Φυσική Φύση του Κυρίου «ουσιωδώς», αλλά μόνον σαν μία απλή ιδιότης. Σε ένα άλλο χωρίο η Σύνοδος (312) μιλά ξανά για τον Χριστό σαν μία ουσία ουσιωμένη σ’ένα σώμα. Απέδιδε λοιπόν στην ουσία την σημασία της πρώτης ουσίας, εξισώνοντάς την με την υπόσταση. Χρησιμοποιούσε δηλ. την ουσία αντιτιθέμενη στον Παύλο.

Γιατί όμως απέρριψε το ομοούσιος; Ο Μ.Αθανάσιος (στο περί Συνόδων 45) μας δίνει τις εξηγήσεις του. Ο Σαμοσατεύς δίδασκε πως ο Κύριος «από άνθρωπος έγινε Θεός», ήταν δηλ. κατ’αρχάς ένας απλός άνθρωπος, ο οποίος λόγω της απαντήσεώς του στην χάρη υψώθηκε στο επίπεδο της θεότητος. Ισχυρίζετο λοιπόν, πως αν τα πράγματα δεν ήταν έτσι, τότε κατ’ανάγκην θα έπρεπε να σκεφτούμε πως Αυτός ήταν Ομοούσιος του Πατρός, το οποίο θα είχε σαν συνέπεια να προϋποθέσουμε μία ουσία προηγούμενη, κοινή βεβαίως και στον Πατέρα και στον Υιό, και προυπάρχουσα και των δύο. Σκεφτόταν λοιπόν με τον τρόπο των φυσικών ουσιών, για τις οποίες πράγματι η ύπαρξη δύο αντικειμένων, όπως π.χ. δύο νομίσματων χαλκού, προϋποθέτει την ύπαρξη της ουσίας χαλκός. Έτσι λοιπόν ο Μ.Αθανάσιος ξεκαθαρίζει, πως όταν η Σύνοδος της Νίκαιας δέχθηκε τον όρο ομοούσιος, είχε κατανοήσει πως τα πράγματα στον Θεό δέν ισχύουν όπως ισχύουν στην Φύση. Έτσι ισχυρίζεται πως η Σύνοδος της Αντιόχειας απέρριψε τον όρο ομοούσιος με την υλική και Φυσική του σημασία, όπως τον χρησιμοποιούσε ο Παύλος. Ο οποίος είχε προχωρήσει τον συλλογισμό του ακόμη περισσότερο: εάν ο Χριστός προϋπήρχε και ήταν προσωπικώς Θεός (δηλ. μία ουσία), υπήρχαν επομένως δύο ουσίες ομοούσιες, και έτσι έπρεπε σ’αυτή την περίπτωση  να εξασφαλίσουμε την ενότητα του Θεού προϋποθέτοντας μία ενοποιό θεϊκή ουσία, προυπάρχουσα τόσο του Πατρος όσο και του Υιού.
Η αποδοχή τελικώς του όρου ομοούσιος, παρόλες τις αντιρρήσεις του Σαμοσατέως, απαλλάσει την θεολογία και από τον κίνδυνο του Σαβελλιανισμού, διότι το ομοούσιος αναφέρεται σε ένα αντικείμενο το οποίο δέν μπορεί να είναι ομοούσιο με τον εαυτό του, εννοεί μία πολλαπλότητα υποστάσεων. Ο επόμενος κίνδυνος της αιρέσεως αφορούσε στην ενότητα της Αγίας Τριάδος. Διότι ο Παύλος δεχόταν μία μοναδική ουσία, τον Πατέρα, και ο όρος ομοούσιος κατ’αρχάς ταυτίστηκε με την μία ουσία! Ας ξαναθυμηθούμε ότι η διαμάχη ωφείλετο στην υλική εννοιολόγηση του όρου ουσία. Η ουσία ήταν μία ύλη και μ’αυτή την έννοια χρησιμοποιήθηκε από όλους τους αιρετικούς. Ξεκινώντας από τους Μανιχαίους, οι οποίοι δίδασκαν πως η Θεία ουσία ήταν υλική και πως ο Υιός είχε γεννηθεί από τον Πατέρα μέσω μίας διαιρέσεως της Πατρικής ουσίας στα δύο. Οι γνωστικοί, ιδίως οι οπαδοί του Βαλεντίνου, πίστευαν πως η γέννηση ήταν μία διάχυση, μία εκπομπή. [Βλέπουμε καθαρά σ’αυτό το σημείο πως η σύγχρονη Φυσική επιστήμη, η οποία μέσω της ύλης θεωρεί και λύνει όλα τα προβλήματα, επαναλαμβάνει στις εξηγήσεις της όλες τις δυνατές αιρέσεις του παρελθόντος].

Μία πρώτη προσπάθεια συνθέσεως των προβλημάτων δίνεται από τον Ευσέβειο Καισαρείας: ο Υιός είναι ομοούσιος με τον Πατέρα όχι με τον τρόπο των Φυσικών αντικειμένων, ούτε καθ’ομοίωσιν των θνητών όντων, διότι Αυτός δεν είναι Υιός λόγω διαιρέσεως της ουσίας, ούτε λόγω διαχωρισμού, ούτε λόγω κάποιας επιθυμίας ή πάθους ή αλλαγής ή μεταλλάξεως της ουσίας και της δυνάμεως του Πατρός, του οποίου η αγέννητος Φύσις είναι ξένη από όλα αυτά. Η φράση ομοούσιος με τον Πατέρα δείχνει πως ο Υιός του Θεού δεν έχει καμμία ομοιότητα με τα γεννητά κτίσματα, αλλά πως κάτω από όλες τις απόψεις είναι όμοιος μόνον με τον Πατέρα που τον γέννησε και δεν προέρχεται από καμμία υπόσταση ή ουσία, παρά μόνον από τον Πατέρα.
Την συνέχεια αναλαμβάνει ο Μ.Αθανάσιος, ο οποίος είχε κατά νού να διασωθεί επιπλέον η ενότης του Θεού! Γι’αυτό και δηλώνει ξεκάθαρα, πως η πλήρης και απόλυτη θεότης του Χριστού προϋπέθετε ταυτότητα της ουσίας και όχι ομοιότητα μόνον με τον Πατέρα. Ταυτότητα περιεχομένου. Γράφει δε, πως λόγω των συντηρητικών, οι οποίοι έδειχναν συμπάθεια προς τον Αρειανισμό, οι επίσκοποι βάδισαν με τόλμη πέραν της ορολογίας των Γραφών, με τον σκοπό να επαναβεβαιώσουν την ουσία, και υποχρεώθηκαν να πουν πως ο Υιός είναι ομοούσιος με τον Πατέρα, προκειμένου να τονίσουν πως ο Υιός δεν είναι απλώς όμοιος με τον Πατέρα από τον οποίον προοδεύει, αλλά ταυτόσημα όμοιος, και για να επιβεβαιώσουν καθαρά πως η ομοιότης και το αναλλοίωτο του Υιού εμπλέκουν κάτι διαφορετικό από την μίμηση του Θεού που αποδίδεται στους ανθρώπους, και οι οποίοι την αποκτούν μέσω της εξασκήσεως στην αρετή [μία  καθαρή θέση ενάντια στην αναλογία που κυριαρχεί σήμερα στις εκσυγχρονιστικές θεολογίες]. Παρομοίως η γέννηση του Υιού από τον Πατέρα είναι διαφορετική από αυτό που συμβαίνει στο ανθρώπινο επίπεδο, διότι Αυτός δεν είναι μόνον όμοιος αλλά και αχώριστος από την ουσία του Πατρός. Αυτός και ο Πατήρ είναι Ένα, και ο Λόγος είναι αιωνίως στον Πατέρα και ο Πατήρ στον Λόγο, εικονίζονται την σχέση που υπάρχει ανάμεσα στην λάμψη και στο Φως, διότι αυτή είναι η σημασία αυτής της εκφράσεως (ας σημειώσουμε πως η μεταφορά της δόξας, της λάμψης και του Φωτός ήταν η παραδοσιακή έκφραση της ενότητος του Θεού). Έτσι λοιπόν με τον Αθανάσιο η Ορθοδοξία ξεχωρίζει σιγα-σιγά από τον Σαβελλιανισμό, διότι η Ορθοδοξία αναγνώριζε στις υπάρχουσες διακρίσεις στην Αγία Τριάδα έναν χαρακτήρα απόλυτο, μόνιμο και πραγματικό, ενώ οι Σαβελλιανοί μείωναν τις διακρίσεις σε συμβεβηκότα, σε κάτι πρόσκαιρο που αλλάζει και εξελίσσεται και προσαρμόζεται, και σε υποκείμενα. Ο Μ.Αθανάσιος φέρνει την απαραίτητη ισορροπία, καθότι ομοούσιος σημαίνει πλέον «μίας μοναδικής ουσίας», εναντίον του Αρείου, και σημαίνει επίσης «ενός μοναδικού περιεχομένου», εναντίον όσων απαντούσαν από την εποχή του Σαμοσατέως, πως μ’αυτόν τον τρόπο βεβαιωνόταν η ύπαρξη δύο Θεών.

Στο περί Συνόδων (53) πάντοτε, υποστηρίζει πως ομοούσιος ισούται με ομοφυής : ένας άνθρωπος είναι όμοιος μ’έναν άλλον λόγω της εμφανίσεως ή του χαρακτήρος, ποτέ όμως λόγω της ουσίας. Στην ουσία οι άνθρωποι δεν ομοιάζουν απλώς, αλλά είναι ομοφυείς. Η ομοιότης αναφέρεται στην εμφάνιση και στις ποιότητες, όταν όμως ομιλούμε για ουσίες, ομιλούμε για ταυτότητα, και όχι για ομοιότητα. Μ’αυτόν τον τρόπο ο Αθανάσιος ισχυροποιεί την ιδέα πως το ομοούσιος σημαίνει την ενότητα της ουσίας του Θεού, και φανερώνει ταυτόχρονα πως η ομοιότης δεν μπορεί να περιγράψει ακριβώς το είδος της ισότητος που υπάρχει ανάμεσα στον Πατέρα και στον Υιό. Αφήνει έτσι για την ώρα τον όρο ουσία να σημαίνει γενικώς την δευτερεύουσα ουσία, ή το είδος. Ήθελε να αποδείξει το μεγάλο λάθος που γινόταν ονομάζοντας τον Υιό ομοιούσιο, αντί για ομοούσιο.
Αυτό το σημείο έχει μεγάλη σημασία, διότι αφού εξασφαλίστηκε η διάκριση κτιστού και ακτίστου, στην συνέχεια οι Καππαδόκες διαβεβαίωσαν πως το γεγονός ότι οι άνθρωποι ήταν ομοούσιοι οι μεν με τους δε, ήταν ανάλογο της ομοουσιότητος των Θείων προσώπων. Ισχυρίστηκαν δηλαδή, διόλου πειστικά είναι αλήθεια, πως η αλληλεγγύη των ανθρώπων συνιστούσε μία αναλογία της ενότητος του Θεού.

Ο Μ.Αθανάσιος λοιπόν προειδοποιεί, σαν μέγας εξισορροπιστής, να μην αναγκάζουμε τις μεταφορές να λένε πάρα πολλά πράγματα όταν μιλούμε για τον Θεό βασιζόμενοι σε υλικές αναλογίες. Διότι όπως όταν μιλούμε για «γέννηση», και παρότι γνωρίζουμε πως ο Θεός είναι Πατήρ, δεν φτιάχνουμε γι’Αυτόν καμμία ανθρώπινη ιδέα ή υλιστική εικόνα, αλλά ακούγοντας αυτούς τους όρους σχηματίζουμε μία έννοια σε αρμονία με την Θεότητα, έτσι και όταν χρησιμοποιούμε τον όρο ομοούσιος, πρέπει να υπερβούμε οποιαδήποτε σημασία μάς δένει στα Φυσικά πράγματα.
Έτσι λοιπόν, αφού εξασφάλισε με το ομοούσιον ένα διαχωριστικό σημείο ενάντια στο κτίσμα και το γενητόν, προχωρά ακόμη περισσότερο προς την ουσιώδη ταυτότητα του Χριστού με τον Θεό. Καί  βεβαιώνει έτσι, πως εάν ο Λόγος είναι ένα έργο του Θεού, τότε είναι χωρισμένος από τον Θεό και έχει μία διαφορετική φύση από την δική του, και γι’αυτό δεν μπορεί να υπολογιστεί σαν ομοούσιος μ’αυτόν, αλλά μάλλον σαν ομογενής κατά την Φύσιν με τα έργα αυτού, όσο και αν Αυτός τα ξεπερνά απείρως λόγω της Χάριτος. Εάν όμως ομολογούμε πως Αυτός δεν είναι ένα έργο του Θεού, αλλά ένα αληθινό γένος, μία αληθινή γενιά, που έρχεται από την ουσία του Πατρός, αυτό συνεπάγεται πως Αυτός είναι αχώριστος από τον Πατέρα, καθότι μοιράζεται την Φύση, και πρέπει άρα να ονομαστεί ομοούσιος. Επιπλέον, εαν ο Υιός δεν είναι αυτός που είναι επειδή απέκτησε τον χαρακτήρα, αλλά είναι Λόγος κατ’ουσίαν, εάν αυτή η ουσία είναι το γένος της ουσίας του Πατρός, και εαν ο Υιός μάς αποκαλύπτει πως «Εγώ και ο Πατήρ είμαστε ένα» και πως «αυτός που είδε εμένα, είδε τον Πατέρα», πώς θα μπορούσαμε να υπερασπιστούμε την ενότητα του Πατρός και του Υιού; Φυσικά δεν θα το κατορθώναμε αποδίδοντάς τους μία κοινή ηθική στάση, όπως θα ήθελαν οι Αρειανοί, διαφορετικά κάθε κτίσμα  θα μπορούσε να πει και αυτό «Εγώ και ο Πατήρ είμαστε ένα», κάτι που είναι τελείως γελοίο. Αντίθετα προς όλα αυτά, ο Υιός σαν γένος και οικογένεια της ουσίας είναι κατ’ουσίαν ένα, Αυτός και ο Πατήρ που τον γέννησε!

Ο Υιός του Θεού διαθέτει τα θεϊκά χαρακτηριστικά του Δημιουργού, της αιωνιότητος και του αναλλοίωτου. Εάν είχε αποκτήσει αυτά τα χαρακτηριστικά σαν συνέπεια μίας ηθικής προόδου, δεν θα ήταν ΕΝΑ με τον Πατέρα, αλλά απλώς όμοιος του Πατρός, κάτι όμως που θα έκανε τον Θεό ένα σύνθετο ον. Ο Θεός όμως, που συνέθεσε όλα τα πράγματα για να τους δώσει το Είναι, την οντότητα, δεν είναι σύνθετος ο ίδιος. Είναι ουσία απλή, στην οποία δεν τίθεται θέμα διακρίσεως ανάμεσα στις ιδιότητες και στην ίδια την ουσία. Και ο Υιός είναι ίδιος της ουσίας.
«Εμείς δεν διαθέτουμε έναν ΠατρόΥιό όπως οι Σαβελλιανοί και δεν δεχόμαστε τον όρο μονοούσιος αντί για ομοούσιος, καταστρέφοντας με τον όρο μονοούσιος το Είναι του Υιού».

Αμέθυστος

Δεν υπάρχουν σχόλια: