Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2018

ERNST TOPITSCH-ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΓΝΩΣΤΙΚΙΣΜΟΣ(5)

Συνέχεια από : Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2018

Το πώς είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν κατά βούληση αυτοί οι κενοί τύποι-η διαλεκτική εν προκειμένω-μάς το δείχνει με κλασσικό πια τρόπο, η κριτική ενασχόληση του νεαρού Μαρξ με τον Hegel. Τον ωριμάζοντα στοχαστή, όπως και τους υπόλοιπους νεαρούς εγελιανούς, στρίμωχνε το ερώτημα: “ποιο λοιπόν θα είναι το νέο(επερχόμενο) περιεχόμενο τής παγκόσμιας ιστορίας, όταν πια το πνεύμα του κόσμου, μέσα στα πλαίσια τής φιλοσοφίας τού Hegel, θα έχει πια επιτύχει τον στόχο του, δηλ θα έχει φτάσει στην γνώση τού εαυτού του”74. Γι' αυτόν μάλιστα αποτελούσε πρόβλημα το πώς “είναι δυνατόν να ζουν ακόμα άνθρωποι, βάσει μιας απόλυτης φιλοσοφίας.”75.Με την βοήθεια όμως της διαλεκτικής βρήκε μια (αναμενόμενη) διέξοδο. Χονδρικά μιλώντας, μετέφερε την φιλοσοφία τού Hegel από την τρίτη, στην δεύτερη, δηλ την “αρνητική” φάση τού σχεδίου τής απολυτρώσεως.76 Όντας μακριά από το να είναι κατάληξη ή κορωνίδα συμφιλιώσεως, η διδασκαλία τού Hegel, είναι μάλλον έκφραση ενός ακραίου ρήγματος τής πραγματικότητας, και η οποία(διδασκαλία) απαιτεί την διαλεκτική άρση τού ρήγματος. Ο Μαρξ γράφει στην διδακτορική του διατριβή(1840), με μια πλήρως εγελιανή ορολογία: “Με το κλείσιμο τής φιλοσοφίας σε ένα τελειωμένο, ολοκληρωμένο κόσμο, ο προσδιορισμός αυτής τής ολοκλήρωσης εξαρτάται από την ανάπτυξή της(φιλοσοφίας), με τον ίδιο τρόπο που(η φιλοσοφία) είναι προϋπόθεση τής μορφής, την οποία λαμβάνει η κίνηση της προς μια πρακτική σχέση με την πραγματικότητα. Έτσι λοιπόν η ολοκλήρωση του κόσμου είναι διχοτομημένη, και η διχοτόμηση αυτή μάλιστα έχει οδηγηθεί στα άκρα....Ο κόσμος λοιπόν είναι ένας διαρρηγμένος κόσμος, ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με μιά απόλυτη φιλοσοφία.77”. Υπάρχουν όμως στιγμές στην ιστορία, κατά τις οποίες η φιλοσοφία αφήνει την θεωρητική της στάση, και εισέρχεται στο κοσμικό γίγνεσθαι ως πρακτική δύναμη. Η φιλοσοφία του Hegel, η οποία έχει επεκταθεί προς τον κόσμο, πρέπει λοιπόν τώρα να στραφεί ενάντια στον εμφανιζόμενο κόσμο, ώστε να υπερβεί την ίδια της την αποξένωση.78

Η μετατροπή τής διαλεκτικής, στην οποία ο νεαρός Μαρξ προβαίνει, έχει βέβαια μια αξιακή-πρακτική ή (αν μου επιτρέπεται να χρησιμοποιήσω αυτή την κακομεταχειρισμένη λέξη) υπαρξιακή προϋπόθεση και αφορμή. Αυτή είναι η μετάβαση από μια θεωρητική σε μια δραστική-επαναστατική στάση. Ο γηράσκων Hegel κατενόησε την απολύτρωση κυρίως διανοητικά, με την έννοια της γνώσης, ως την επίτευξη δηλαδή της αυτοσυνειδησίας τού πνεύματος μέσα στα πλαίσια τής φιλοσοφίας. Στον Μαρξ από την άλλη, επανεμφανίζεται η ελπίδα για μια επί γης πραγματοποίηση της “Βασιλείας τού Θεού”, την οποία είχε διοχετεύσει στην σκέψη τού νεαρού Hegel η εσχατολογία των “Σουαβών πατέρων”: “Αυτό που ήταν εσωτερικό φως, θα γίνει φωτιά(που κατακαίει) η οποία στρέφεται προς τα έξω. Προκύπτει λοιπόν ως συνέπεια το γεγονός πως, ενώ ο κόσμος γίνεται φιλοσοφικός, η φιλοσοφία γίνεται ταυτόχρονα κοσμική, δηλαδή η πραγμάτωση της είναι ταυτόχρονα και η απώλεια της”79. Η “διχοτόμηση” του κόσμου, η διάσπασή του δηλ σε μια ολοκληρωμένη και με τον εαυτό της ενωμένη φιλοσοφία από την μια, και σε μια πραγματικότητα η οποία αντιτίθεται στην φιλοσοφία αυτή και βρίσκεται και σε αντίθεση με τον εαυτό της, θα πρέπει να αρθεί διαλεκτικά μέσω τής πρακτικής επανένωσης τής διάνοιας με την πραγματικότητα.

Η στροφή από τον στοχασμό στην πράξη, συνδέεται με την στροφή από μια θεολογική-μεταφυσική σκέψη προς μια φαινομενικά αντιμεταφυσική και αντιθρησκευτική ανθρωπολογία, όπως την είχε πραγματοποιήσει ο Feuerbach. Η ανθρωπολογία τού Μαρξ, όπως και του Feuerbach, ενώ έχει την πρόθεση να είναι καθαρά επιστημονική και εκ του κόσμου(να μην είναι δηλ από το επέκεινα), βρίσκεται κάτω από την εξουσία τών γνωστικιστικών-αποκαλυπτικών διδασκαλιών περί απολυτρώσεως.

Αυτό γίνεται σαφές στην μαρξιστική ερμηνεία τού ιστορικού-κοινωνικού γίγνεσθαι, και ιδιαιτέρως στην ερμηνεία τής οικονομικής ανάπτυξης, ως ενός δράματος τής αυτοπραγμάτωσης του ανθρώπου, που συμβαίνει στον δρόμο προς την υπέρβαση τής αυτοαποξένωσής του. Όπως και στην ήδη διαπραγματευθείσα αποστασιοποίηση του από τον Hegel, έτσι και εδώ, ο Μαρξ μεταφέρει τον διαλεκτικό ρυθμό της απολυτρώσεως από την περιοχή του θεωρητικού, στην περιοχή της κοινωνικής πράξης, και τον βάζει στην υπηρεσία δικών του ηθικών και πολιτικών στόχων. Το θεμελιώδες όμως μοντέλο, βάσει του οποίου ο Hegel είχε κατανοήσει την ιστορία ως θεοφάνεια, ως αυτοκένωση του πνεύματος στην χρονικότητα, και ως επιστροφή της κένωσης στο απόλυτο υποκείμενο-αντικείμενο, παραμένει απαράλλακτο. Ενώ όμως για τον Hegel, η κένωση είναι το γεγονός όπου η θεϊκή αρχή γίνεται πεπερασμένη και χρονική, πράγμα αναγκαίο για την σωτηρία, και λαμβάνει χώρα στον αντικειμενικό ιστορικό κόσμο, η κένωση για τον Μαρξ συνίσταται στο ότι ο άνθρωπος καταλήγει να εξαρτάται από τα προϊόντα τής εργασίας του. Η εξάρτηση αυτή κορυφώνεται στον καπιταλισμό, και οδηγεί τον άνθρωπο στην απώλεια τής αληθινής του ουσίας80: “Το αντικείμενο, το οποίο παράγει η εργασία, το προϊόν της, τής αντιπαρατίθεται ως ένα ξένο πλάσμα, ως μια εξουσία ανεξάρτητη από τον παραγωγό της. Το προϊόν της εργασίας είναι η εργασία, η οποία δεσμεύεται σε ένα αντικείμενο, είναι δηλαδή η εργασία που έγινε αντικείμενο. Η πραγματοποίηση τής εργασίας είναι η αντικειμενοποίησή της. Αυτή η πραγματοποίηση τής εργασίας εμφανίζεται στο επίπεδο τής εθνικής οικονομίας ως κατάργηση τού εργάτη, η αντικειμενοποίηση ως απώλεια και δουλεία, η απόκτηση ως αποξένωση, ως κένωση...Όλες αυτές οι συνέπειες βρίσκονται στον προκαθορισμό αυτό, ότι δηλ ο εργάτης φέρεται προς το προϊόν τής εργασίας του ως προς ένα ξένο αντικείμενο.”81 Η συνεχής όμως ενίσχυση τής αποξένωσης στην καπιταλιστική οικονομία, η εξαθλίωση και η απάνθρωπη κατάσταση τής αυξανόμενης μάζας τού προλεταριάτου, οδηγεί ταυτόχρονα, με μια διαλεκτική νομοτέλεια, στην άρση τής αυτοαποξένωσης εντός τής μελλοντικής κομμουνιστικής κοινωνίας.82


Συνεχίζεται

Αμέθυστος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...