Δευτέρα 11 Δεκεμβρίου 2023

Οντολογία ή θεολογία του προσώπου (1)

Ιωάννης Παναγόπουλος

Οντολογία ή θεολογία του προσώπου

Η συμβολή της πατερικής Τριαδολογίας στην κατανόηση του ανθρωπίνου προσώπου

I. 

Η ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΟΝΤΟΛΟΓΙΚΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ

H έννοια του προσώπου βρίσκεται από χρόνια στο επίκεντρο του φιλοσοφικού και θεολογικού προβληματισμού και επηρεάζει αποφασιστικά τη σύγχρονη σκέψη. Ο φιλοσοφικός στοχασμός, με την έμφαση στην απόλυτη ετερότητα του ανθρώπου-υποκειμένου (Εγώ) και συνάμα στη διαλογική, υπαρκτική του αναφορά προς το Εσύ, προσφέρει αναμφισβήτητα μια δελεαστική λύση στο αίνιγμα της ανθρώπινης υπάρξεως, που απαντά όχι μόνο στο θεωρητικό αίτημα μιάς «οντολογίας» του ανθρώπου, αλλά και στην καταλυτική πρόκληση της σύγχρονης τεχνοκρατικής κοινωνίας. Επίσης και η δυτική θεολογική σκέψη (καθολική και προτεσταντική) αναζητεί ως αυθεντική χριστιανική κληρονομιά την απόλυτη προσωπική αξία του ανθρώπου. Ωστόσο η φιλοσοφική σκέψη, ιδιαίτερα από την εποχή του Ουμανισμού και της Διαφωτίσεως, ωδηγήθηκε βαθμιαία στο πλέγμα μιάς «προσωπικής μεταφυσικής», για να περιορισθεί κυρίως σε μια «φιλοσοφία της συνάντησης», ενώ ο δυτικός θεολογικός στοχασμός κατέληξε, με βάση τη θωμιστική αντίληψη περί του Θεού ως απόλυτου υποκειμένου, σε μια «μεταφυσική της σχέσεως». Και στις δύο περιπτώσεις το ερώτημα για το πρόσωπο τίθεται και αντιμετωπίζεται ως οντολογικό αίτημα.

Η σύγχρονη ορθόδοξη θεολογία στράφηκε με έντονο ενδιαφέρον στο θέμα του προσώπου και έδωσε κιόλας γόνιμες συμβολές1. Στην αρχική αυτή φάση της συζητήσεως οι έλληνες ειδικώτερα θεολόγοι επιχειρούν να αποσαφηνίσουν τις βασικές προϋποθέσεις, που καθορίζουν την πατερική κατανόηση του προσώπου. Τις αφορμές αναζητούν, όπως είναι φυσικό, στις τριαδολογικές συζητήσεις των ελλήνων Πατέρων, ιδιαίτερα του 4ου αιώνα, και επιδιώκουν να εφαρμόσουν με συνέπεια τις αρχές του τριαδολογικού δόγματος, ιδιαίτερα όσον αφορά την έννοια της ουσίας και της υποστάσεως ή προσώπου και τη μεταξύ τους σχέση, στο χώρο της ανθρωπολογίας. Δεν είναι βέβαια τυχαίο το γεγονός, ότι οι έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας δεν ασχολήθηκαν ιδιαίτερα με το θέμα του ανθρώπινου προσώπου σε σύγκριση με τη συστηματική συζήτηση των όρων ουσία - υπόστασις ή πρόσωπον στα πλαίσια της τριαδικής θεολογίας. Ωστόσο η ταύτιση του προσώπου με την υπόσταση, αυτή η επαναστατική τομή στην ιστορία της θεολογίας, που καθιέρωσαν στην ανατολική θεολογική σκέψη οι Πατέρες του 4ου αιώνα, προσφέρει κατά την κρίση των δύο ελλήνων θεολόγων τη βάση για τον καθορισμό του περιεχομένου του ανθρώπινου προσώπου. Με την καινοφανή αυτή ταύτιση συνδέθηκε το πρόσωπο με την ουσία του ανθρώπου, δηλ. με μιαν αληθινή οντολογία2. Έτσι το πρόσωπο απέκτησε μια διπλή επαναστατική σημασία: α) Το πρόσωπο είναι αυτή αύτη η υπόσταση του όντος και όχι επίθεμά του (δηλ. προσωπείο, σύμφωνα με την κλασική ελληνική αντίληψη) και β) το πρόσωπο γίνεται το ον καθαυτό και συγχρόνως το συστατικό (η «αρχή» ή η «αιτία») των όντων, αυτό δηλ. συνιστά πλέον το είναι, αυτό κάμει τα όντα να είναι όντα. Η συνέπεια αυτή της ταυτίσεως προσώπου και υποστάσεως τεκμηριώνεται με μία ειδική θεώρηση της σχέσεως θείας ουσίας και τριαδικών προσώπων, που δέχεται ως αφετηριακή αρχή ότι «το ενιαίον του Θεού, ο ένας Θεός, και η οντολογική αρχή ή αιτία της προσωπικής - τριαδικής ζωής του Θεού δεν συνίσταται εις την μίαν ουσίαν του Θεού, αλλά εις την υπόστασιν, δηλ. το πρόσωπον του Πατρός». Η αρχή αυτή αποδεικνύεται με τη φιλοσοφική θέση των Καππαδοκών Πατέρων και ιδιαίτερα του Μ. Βασιλείου, ότι η ουσία δεν υπάρχει ποτέ «γυμνή», δηλ. χωρίς υπόσταση, χωρίς «τρόπον υπάρξεως», αφού το είναι του Θεού, δηλ. οι τρεις τρόποι υπάρξεώς του, οφείλεται όχι στην ουσία, αλλά στο ένα πρόσωπο, τον Πατέρα. Τελικό πόρισμα: «Η προσωπική ύπαρξις του Θεού (ο Πατήρ) συνιστά, κάμει “υποστάσεις” την ουσίαν Του. Το είναι του Θεού ταυτίζεται με το πρόσωπον»3. Με τη βασική αυτή προϋπόθεση αποδίδεται στο πρόσωπο οντολογικό περιεχόμενο. Το πρόσωπο ορίζεται πλέον ως απόλυτη ετερότητα, δηλ. ως η υπαρκτική διαφορά από την ουσία, από τη νοητική σύλληψή της, που πρέπει να θεωρηθεί ως κοινότητα αντικειμενικών γνωρισμάτων. Έτσι το οντολογικό πρόβλημα, δηλ. «το ερώτημα για τον τρόπο με τον οποίο είναι ο,τι είναι, δεν μπορεί να τεθεί παρά μόνο στα όρια της πραγματικότητας του προσώπου, στη βάση της προτεραιότητας του προσώπου έναντι της ουσίας (δική μας υπογράμμιση), της προτεραιότητας, που έχει η ύπαρξη σε σχέση με την κατανόηση των αντι-κειμένων ουσιών»4.

Βέβαια ένας γνώστης της ιστορίας της θεολογίας αναγνωρίζει εδώ μια συνειδητή αντιπαράθεση δύο διαφορετικών ερμηνειών του τριαδολογικού δόγματος, της ανατολικής (προτεραιότητα των τριαδικών προσώπων έναντι της θείας ουσίας) και της δυτικής (έμφαση στην προτεραιότητα της θείας ουσίας). Η ορθόδοξη κατανόηση του προσώπου αφοράται λοιπόν από την ως βέβαιη θεωρούμενη αφετηριακή αυτή θέση της ανατολικής Τριαδολογίας και αναζητά τις δυνατές εφαρμογές της στο χώρο της ανθρωπολογίας. Το πιο σημαντικό γεγονός είναι όμως, ότι η παραδοχή της προτεραιότητας του προσώπου έναντι της ουσίας οδηγεί τους έλληνες θεολόγους στην αναγνώριση οντολογικού περιεχομένου στο πρόσωπο. Με τον τρόπο αυτό τίθεται σε νέα βάση το οντολογικό πρόβλημα καθόλου. Αντιλαμβάνεται λοιπόν κανείς πόσο ουσιαστική είναι η προσπάθεια της σύγχρονης ελληνικής θεολογίας να ανεύρει τις συνεπείς προεκτάσεις της πατερικής Τριαδολογίας ως προς ένα τόσο σοβαρό θέμα, όπως είναι η κατανόηση του προσώπου, όταν μάλιστα τούτο έχει άμεσες επιπτώσεις στη θεώρηση του οντολογικού ζητήματος. Επί πλέον η προσπάθεια αυτή δημιουργεί νέες αφορμές για να αποσαφηνίσουμε τις βασικές αρχές και κατηγορίες της πατερικής ορθόδοξης θεολογίας και να αναγνωρίσουμε τη ζωτικότητά τους μπροστά στα μεγάλα θεωρητικά και υπαρξιακά προβλήματα της σύγχρονης εποχής.

Ωστόσο η θεώρηση του οντολογικού ζητήματος στη συνάφεια της θεολογικής κατανοήσεως των τριαδικών προσώπων μπορεί εύκολα να οδηγήσει σε βιαστικά συμπεράσματα, αν δεν αποσαφηνίσει τεκμηριωμένα ώρισμένες ιστορικές και θεολογικές διεργασίες, που διαδραματίσθηκαν ιδιαίτερα στην εποχή των συζητήσεων των ελλήνων Πατέρων ως προς το τριαδολογικό ζήτημα. Το πρώτο και καίριο θέμα που χρειάζεται σαφή διευκρίνηση είναι η έννοια που αποκτά το οντολογικό ερώτημα στη συνάφεια της θεολογίας των τριαδικών προσώπων. Έχουμε τη γνώμη, ότι οι παραπάνω προτεινόμενες θέσεις ως προς το θέμα τούτο αφήνουν ανοικτά αρκετά ερωτήματα και χρειάζονται συνεπώς περαιτέρω συζήτηση.

Για να γίνουμε απολύτως σαφείς, θεωρούμε απαραίτητο να συζητήσουμε εξ υπαρχής τις βασικές προϋποθέσεις και αρχές, που προσδιορίζουν στο χώρο της ανατολικής θεολογίας το ειδικό περιεχόμενο της έννοιας του προσώπου. Οι αρχές αυτές προκύπτουν με την αποσαφήνιση τριών θεμελιακών ερωτημάτων: 

α) Έχει πράγματι ο όρος υπόσταση, και κατά συνέπεια το πρόσωπο, στις τριαδολογικές συζητήσεις του 4ου αιώνα απόλυτο οντολογικό περιεχόμενο; 

β) Επιλύει στην πραγματικότητα ο όρος πρόσωπο, στα όρια της θεολογικής του κατανοήσεως, το οντολογικό πρόβλημα; 

και γ) με ποιους όρους είναι νοητή και δυνατή η «ουσιαστική» συνάφεια ανάμεσα στο θείο πρόσωπο και το ιστορικό ανθρώπινο πρόσωπο; 

Το πρώτο ερώτημα είναι καθαρά ιστορικό, το δεύτερο και το τρίτο επιβάλλουν μία συνεπή ερμηνεία των βασικών αρχών της πατερικής Τριαδολογίας· και τα τρία ερωτήματα είναι φυσικά αλληλένδετα μεταξύ τους. Σε τελευταία ανάλυση, το καίριο ζήτημα είναι, αν μπορούμε και με ποιους όρους να εφαρμόσουμε τις αρχές του τριαδολογικού δόγματος στη διαμόρφωση μιάς αυθεντικής διδασκαλίας για το ανθρώπινο πρόσωπο. Η ουσιαστική πρόταση της μελέτης αυτής είναι, ότι η θεολογική κατανόηση του ανθρώπινου προσώπου δεν μπορεί να γίνει στη συνάφεια μιάς «θεολογίας των τριαδικών προσώπων», αλλά μόνο του μυστηρίου της ιστορικής τριαδικής οικονομίας.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Οι αντιπροσωπευτικές μελέτες είναι: Βλ. Λόσσκι, Κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν Θεού, κεφ. 6: Η θεολογική έννοια του ανθρωπίνου προσώπου, Θεσ/κη 1974, 103-115 (μετάφρ. Μ.Γ. Μιχαηλίδη), Χρ. Γιανναρά, Το οντολογικόν περιεχόμενον της θεολογικής εννοίας του προσώπου, Αθήναι 1970 και του ιδίου, Το Πρόσωπο και ο Έρως, Αθήνα 1976 (ανάπτυξη και συμπλήρωση της προηγούμενης μελέτης) και Ι. Ζηζιούλα, «Από το προσωπείον εις το πρόσωπον. Η συμβολή της πατερικής θεολογίας εις την έννοιαν του προσώπου», στον τόμο: Χαριστήρια εις τιμήν του Μητροπ. Γέροντος Χαλκηδόνος Μελίτωνος, Θεσ/κη 1977, 287-323. Φιλοσοφική συζήτηση για το νόημα του ανθρώπινου προσώπου, με φανερή επίδραση της ορθόδοξης θεολογικής παραδόσεως, προσφέρει ο Ν. Μπερντιάγιεφ, Πέντε στοχασμοί περί Υπάρξεως, Αθήνα 1983.  

2. Ι. Ζηζιούλας, 288.  

3. Ι. Ζηζιούλας, 299-300.  

4. Χρ. Γιανναράς, Το Πρόσωπο και ο Έρως, 32 εξ. 

Δεν υπάρχουν σχόλια: