Πέμπτη, 16 Σεπτεμβρίου 2021

PAUL FRIEDLȀNDER, ΠΛΑΤΩΝ (123)

   Συνέχεια από Τρίτη 24 Αυγούστου 2021         


                                                                                PAUL FRIEDLȀNDER

                                                                                    ΠΛΑΤΩΝ

                                                                             ΤΡΙΤΟΣ ΤΟΜΟΣ


                                                                  ΤΑ ΠΛΑΤΩΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ –


                                                             ΔΕΥΤΕΡΗ ΚΑΙ ΤΡΙΤΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

                                                       ΤΡΙΤΗ ΜΕΣΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ: ΤΟ ΟΨΙΜΟ ΕΡΓΟ


                                                    ΠΡΩΤΗ ΟΜΑΔΑ ΔΙΑΛΟΓΩΝ : Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ


                                                                           23. ΘΕΑΙΤΗΤΟΣ

                                                                                 ( 8η συνέχεια )

 
Ας επιστρέψουμε λοιπόν τώρα σε κείνη την «παρέκβαση», που τίθεται σαν ένα ξένο φαινομενικά σώμα στο μέσον  τής αντιπαράθεσης με τον Πρωταγόρα. Μπροστά στους «λόγους» (
Logoi) που καθίστανται ολοένα και πιο «πιεστικοί» (που «εφορμούν» δριμύτεροι), διαπιστώνει ο Σωκράτης άλλη μια φορά– και δεν θα μπορούσε να το πη κανείς πιο «απότομα» (και αποφασιστικά) -, πως οι άνθρωποι που αφιερώνουν μεγάλο χρονικό διάστημα αγωνιζόμενοι φιλοσοφικά, αποτυγχάνουν γελοιωδώς μπροστά στο δικαστήριο. Η διατύπωση «άλλη μια φορά» θα μείνη ωστόσο ακατανόητη, αν λησμονήσουμε αυτό που μαθαίνουμε στον εισαγωγικό ήδη διάλογο: ότι δηλ. αυτή η συνάντηση με τον Θεόδωρο και τον Θεαίτητο συντελείται λίγο πριν τον θάνατο του Σωκράτη. Ενώ καθίσταται ακόμα πιο συγκεκριμένη η αναφορά στη μοίρα τού Σωκράτη, κοιτάζοντας απ’ το τέλος τού διαλόγου (210 D) προς τα «πίσω», στην αρχή τής παρέκβασης (ή κοιτάζοντας αντίθετα, σε περίπτωση επανειλημμένης ανάγνωσης, προς τα «εμπρός», στο τέλος). Χωρίς να αντιλαμβανόμαστε όμως έτσι παρά μια προσωπική και βιογραφική τρόπον τινά αφορμή, και καθόλου το τί σημαίνει ουσιαστικά η «παρέκβαση» για το σύνολο του διαλόγου. Κάτι το οποίο μπορούμε ωστόσο να «προσεγγίσουμε»,  προσέχοντας τί ακριβώς προηγήθηκε, και τί ακολουθεί αμέσως μετά. Ο διάλογος είχε πράγματι ανέλθει, αναζητώντας (κάποια) αντικειμενικά μέτρα απέναντι στην «αισθησιακή» διάλυση (172 Α), απ’ την εξειδικευμένη στην «πολιτική» γνώση, όπου και αντιλαμβανόμαστε κατά έναν «υψηλότερο» σαφώς τρόπο τις έννοιες «ωραίο», «δίκαιο» και «ευσεβές», που η ύπαρξή τους (το Είναι τους) κινδυνεύει (ωστόσο) να «διαλυθή» μέσα απ’ την «αλήθεια»   (( όλα είναι αληθινά, και το κάθε τι έχει τη δική του αλήθεια… ))  του Πρωταγόρα. Ο Σωκράτης θα κληθή όμως να υποστηρίξη στην Απολογία του με την ίδια του τη ζωή την υποχρεωτική αντικειμενικότητα αυτών τών αρετών. Έτσι και ο κάθε αναγνώστης τού Θεαίτητου δεν επιτρέπεται να ξεχνά, ακόμα και κατά τις πιο λεπτολογικές «γνωσιοθεωρητικές» αναζητήσεις του, το ότι ο Σωκράτης θα εκφέρη πράγματι σε λίγες μέρες αυτόν ακριβώς τον λόγο μπροστά στο δικαστήριο.

     Ακόμα κι έτσι όμως, η «παρέκκλιση» (απ’ τον κυρίως διάλογο) εμφανίζεται εντελώς «ξαφνικά». Σαν να «επιθυμή» δηλ. να επενεργή παράδοξα και να κρατά συνεχώς ανοιχτό το ερώτημα για το νόημά της. Η «γελοία» μάλιστα «αφλογιστία» τού φιλοσόφου (μπροστά σ’ ένα δικαστήριο) είναι τρόπον τινά η «άκρη», απ’ την οποία και κατανοείται το Όλον. Στο Όλον όμως ανήκει και η αντίθεση δύο μορφών ζωής: του φιλοσόφου και του ρήτορα-πολιτικού. Απ’ τη μια, μια «σκλαβωμένη» ζωή, που προσδιορίζεται συνεχώς απ’ έξω, υποκείμενη σε ξένες επιταγές· κι απ’ την άλλη, μια απομακρυσμένη – τουλάχιστον στους γνήσιους αγωνιστές - από την πολιτεία και την (καθημερινή) ζωή, αμέριμνη για κάθε τι αποκλειστικά προσωπικό ύπαρξη, που εμβαθύνει στη μοίρα τής ψυχής (τάς τε γάς υπένερθε), στη γεωμετρία και την αστρονομία, και στην «εξακρίβωση»  του πραγματικά Όντος. Ο φιλόσοφος καθίσταται «γελοίος», όταν πρέπη να ασχοληθή, μπροστά σ’ ένα δικαστήριο ή οπουδήποτε αλλού, με τα πρακτικά θέματα. (Κι εδώ βρίσκουμε πάλι την «άκρη» εκείνη, απ’ την οποία και προσλαμβάνεται  το σύνολο.) Στα μάτια τού φιλοσόφου είναι όμως, αντίθετα, γελοία η μικρόνοια, με την οποία καυχάται κανείς συνήθως για την «ευγένεια» της περιουσίας ή τής καταγωγής του, τη στιγμή που το αληθινό μέτρο για όλα αυτά αποκτάται μόνο μέσα από μιαν πνευματική ευρύτητα. Στην περίπτωση τώρα που ο φιλόσοφος «ανασύρει» εντελώς έναν άνθρωπο του «άλλου είδους» - ας θυμηθούμε την «παραβολή» τού σπηλαίου στην Πολιτεία - απ’ τον κόσμο τών πρακτικών, νομικών αγώνων (αγώνων για το δίκαιο) «επάνω, στην ερευνητική θεώρηση της ίδιας της δικαιοσύνης και της ίδιας της αδικίας»  και «στη θεώρηση της πλήρους ευτυχίας και της δυστυχίας», τότε αντιστρέφεται η σχέση: Είναι ο έχων πρακτική πείρα που αφλογιστεί. Αφού λοιπόν «διέσχισε» τον ανθρώπινο, «πολιτικό» κόσμο αυτή η αντίθεση, ανυψούται τώρα στο έξω- και το υπερ-ανθρώπινο (176 Α), όπου η αντίθεση καλού και κακού εμφανίζεται ως αναγκαία. Το καλό και το κακό έχουν τον κοσμικό τους, τρόπον τινά, τόπο, το κακό σ’ εμάς εδώ τούς θνητούς, το καλό – ή «το δίκαιο», όπως ονομάζεται με έμφαση κατόπιν – εκεί, ως η πραγματική φύση τών θεών. Ο πόθος τού φιλοσόφου αποκτά έτσι την έννοια μιας προσπάθειας «να διαφύγη από εδώ προς τα εκεί», ή μιας προσέγγισης, μιας (προσ)ομοίωσης προς τον Θεό.  Oι δυό παραδειγματικές μορφές ζωής (παραδείγματα) τίθενται τελικά άλλη μια φορά η μια απέναντι στην άλλη, απελευθερωμένες όμως τώρα πια απ’ τη «σύγχυση» της ανθρώπινης κρίσης ή γνώμης, εν όψει τής αιωνιότητας: «εδώ», στην αιωνιότητα, το θεϊκό και μακάριο (στοιχείο ή χαρακτήρας), «εκεί», στο γήινο επίπεδο, το μη θεϊκό και «άθλιο». Για να εμφανισθή έτσι η δυνατότητα να «υπολογισθή» και η ευτυχία, ταυτόχρονα με τις αρετές. Η ίδια η ζωή που διαλέγει κανείς, περιέχει ταυτόχρονα με την αδικία και τη δυστυχία, ήδη από εδώ αλλά και μετά τον θάνατο. Όπως υπήρξε λοιπόν η γελοία «αποτυχία» (η «αφλογιστία» μπροστά στο δικαστήριο) του φιλοσόφου η τυχαία, τρόπον τινά, αρχή για να αντιληφθούμε όλο αυτό το «οικοδόμημα», έτσι συνιστά και η γελοία αποτυχία τού πολιτικού εκεί όπου πρέπει να «λογοδοτήση και να δεχθή λογοδοσία» περί τών Αρχών (μπροστά άρα στη «θεωρία»), το αντίστοιχο τέλος, με το οποίο και αφήνουμε πίσω μας το «οικοδόμημα».

      Πριν αναρωτηθούμε για τη σημασία αυτού τού Όλου μέσα στο μεγαλύτερο Όλον τού Θεαίτητου, πρέπει να πούμε ότι η συνεχώς παρούσα στο πνεύμα τού Πλάτωνα αντίθεση των δύο «αρχών ζωής», είχε μορφοποιηθή ήδη προηγουμένως σε μεγάλη έκταση μέσα στο έργο του. Η αντίθεση αυτή προσδιορίζει π.χ. εντελώς τη συζήτηση με τον Καλλικλή στον Γοργία. Κορυφώνεται δε κι εκεί ο διάλογος με τον υπολογισμό τής ευτυχίας, και τα λιγοστά λόγια που συνοδεύουν στον Θεαίτητο τη μοίρα τής ψυχής πέρα κι απ’ αυτήν την ζωή, ακούγονται σαν ένας απόηχος του μύθου για το Επέκεινα, με τον οποίον ολοκληρώνει εκεί ο Σωκράτης τον διάλογο. Ακόμα κι η αρχή και το τέλος (της «παρέκβασης») είναι συγκρίσιμα, καθώς η κατηγορία που απευθύνεται  στους φιλοσόφους, ότι δεν μπορούν να ανταπεξέλθουν στην πρακτική ζωή, απευθύνεται στον Γοργία με σαφή αναφορά στον Σωκράτη εκ μέρους τού Καλλικλή ευθύς εξαρχής (485 D κ.ε.), ενώ βλέπουμε στο τέλος (εκείνου) του Όλου την αδυναμία τού Καλλικλή να συνεχίση να «λογοδοτή».  Η ίδια δε αντίθεση, που κυριαρχεί στο τελευταίο μέρος τού Γοργία, συγκροτεί σε μεγάλο βαθμό το όλο οικοδόμημα της Πολιτείας, ξεκινώντας απ’ το 2ο ήδη Βιβλίο, όπου τα δυό γνήσια (ανθρώπινα) αρχέτυπα αντιπαρατίθενται όπως δυό ανδριάντες (361 D), περνώντας κατόπιν στο επεισόδιο του σπηλαίου στο 7ο  Βιβλίο, με τον απομακρυσμένο («ξένο») από τα πολιτειακά πράγματα φιλόσοφο, που «γελοιοποιείται»  κατά την ενασχόλησή του με τα πράγματα αυτής τής ζωής (517 D), μέχρι και το 10ο Βιβλίο, όπου επανέρχεται ο υπολογισμός τής ευτυχίας, για να κλείση κι εδώ το Όλον με τον μύθο για το Επέκεινα. Στην Πολιτεία ο Πλάτων φαίνεται να παρατηρή, με μιαν ειρωνική μετατροπή τού λόγου του, περισσότερο την εξωτερική επιτυχία – την πολύ αμφίβολη εξωτερική επιτυχία! – του δικαίου, παρά την ενυπάρχουσα σ’ αυτόν ευδαιμονία τού Θεαίτητου· όμως ο δρόμος αυτού που εξασκεί τις αρετές χαρακτηρίζεται κι εκεί ως μια προσέγγιση, κατά το δυνατόν, στον Θεό (613 Β), όπως ακριβώς και στον Θεαίτητο. Πρόκειται λοιπόν γι’ αυτές τις μεγάλες «μορφές» που επανέρχονται, σε μια σύντομη ανακεφαλαίωση, στην «παρέκβαση» του δικού μας εδώ διαλόγου.

     ( συνεχίζεται )

Δεν υπάρχουν σχόλια: