Πέμπτη 4 Ιανουαρίου 2024

Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ (3)

 Συνέχεια από: Tετάρτη 27 Δεκεμβρίου 2023

W.WINDELBAND, ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ, Β ΤΟΜΟΣ.

Η ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΗΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ

4. Αυτή η συνειδητή θεμελίωση της φιλοσοφίας σε ανθρωπολογικές βάσεις έχει ως ουσιαστικό επακόλουθο την κεντρική θέση που κατέχει η βούληση στην κοσμοθεωρία του Αυγουστίνου. Χωρίς αμφιβολία αυτό οφείλεται στις προσωπικές εμπειρίες ενός ανθρώπου με έντονες ορμές και ισχυρή θέληση, ο οποίος, καθώς διερευνούσε στοχαστικά τη δική του προσωπικότητα, διαπίστωνε ότι ο εσώτατος πυρήνας της ήταν η βούληση. Γι' αυτό θεωρεί τη βούληση κάτι ουσιαστικό. Πίσω από κάθε κατάσταση, κάθε κίνηση της ψυχής, κρύβεται η βούληση. Πιο σωστά: όλες οι ψυχικές καταστάσεις δεν είναι τίποτε άλλο παρά τρόποι της βούλησης (voluntates).

Στην ψυχολογία και στη γνωσιολογία του Αυγουστίνου αυτό γίνεται φανερό προπαντός από την προσπάθεια να παρουσιαστεί από όλες τις πλευρές η κυριαρχική θέση που κατέχει η βούληση μέσα στη συνολική διαδικασία της παράστασης και της γνώσης. Σε σχέση με την αισθητηριακή αντίληψη ήδη οι νεοπλατωνικοί είχαν διακρίνει αφενός την κατάσταση του (σωματικού) ερεθισμού και αφετέρου τη συνειδητοποίησή του (βλ. τομ. Α΄, σ. 270 κ.ε., § 4). Ο Αυγουστίνος δείχνει με μια λεπτή ανάλυση στην οποία υποβάλλει την όραση ότι η συνειδητοποίηση του ερεθίσματος ουσιαστικά είναι ενέργημα της βούλησης (intentio animi [αναφορά της ψυχής])Και όπως η φυσική προσοχή είναι έργο της βούλησης, έτσι και η δραστηριότητα της εσωτερικής αίσθησης (sensus interior) εξαρτάται με εντελώς ανάλογο τρόπο από τη βούληση. Η συνειδητοποίηση των καταστάσεων και των πράξεών μας εξαρτάται από τον σκόπιμο προσανατολισμό του στοχασμού, ακριβώς όπως συμβαίνει και με την εκούσια επαναφορά αυτού που ανήκει στη μνήμη μας ή με τη συνδυαστική δραστηριότητα της φαντασίας, που και αυτή στρέφεται σκόπιμα προς κάποιον συγκεκριμένο στόχο. Το ίδιο ισχύει και για τη διασκεπτική νόηση (ratiocinatio), αφού οι κρίσεις και οι διαλογισμοί τελικά συντελούνται εξολοκλήρου σύμφωνα με τους σκοπούς της βούλησης. Γιατί η βούληση καθορίζει την κατεύθυνση και το στόχο, σύμφωνα με τα οποία υποτάσσονται στις γενικές αλήθειες της έλλογης γνώσης τα δεδομένα της (εξωτερικής ή εσωτερικής) εμπειρίας.

Κάπως πιο περίπλοκα παρουσιάζονται τα πράγματα σε σχέση με τις ίδιες τις έλλογες γνώσεις. Γιατί το ανθρώπινο πνεύμα δεν έχει τη δυνατότητα να κινείται στο χώρο αυτής της ανώτερης θεϊκής αλήθειας με την ίδια ευχέρεια όπως στις σχέσεις του με τον εξωτερικό κόσμο και τον δικό του εσωτερικό κόσμοΔεν έχει αυτή τη δυνατότητα για φιλοσοφικούς λόγους: σύμφωνα με το βασικό μεταφυσικό σχήμα το γενικότερο, ως ανώτερο και ισχυρότερο είναι, έχει αναγκαστικά τον ενεργητικό ρόλοΑπέναντι στην αλήθεια που βασίζεται στο λόγο το ανθρώπινο πνεύμα συμπεριφέρεται κατά βάση παθητικά, γιατί από μεταφυσική άποψη είναι υποδεέστερο. Για τον Αυγουστίνο η γνώση του νοητού κόσμου είναι ουσιαστικά φώτιση, αποκάλυψη. Γιατί το πνεύμα μπροστά στο δημιουργό του δεν έχει δυνατότητα ούτε για δημιουργική αλλά ούτε και για παθητική πρόσληψη. Ο Ιερός Αυγουστίνος πιστεύει ότι η ενορατική γνώση των νοητών αληθειών δεν είναι καθόλου ένας ανεξάρτητος καρπός που τον παράγει το πεπερασμένο πνεύμα βασισμένο στη δική του μόνο δύναμη. Κατά την άποψή του αυτή η ενορατική γνωστική ικανότητα δεν έχει ούτε καν τον αυθορμητισμό που χαρακτηρίζει την προσοχή, δηλαδή την ιδιότητα της συνείδησης να κατευθύνεται προς τις διάφορες αντικειμενικότητες (intentio) της εξωτερικής και της εσωτερικής εμπειρίας. Ο Αυγουστίνος πιστεύει ότι η φώτιση της ατομικής συνείδησης από τη θεία αλήθεια είναι ένα ενέργημα της χάρης του Θεού (βλ. παρακάτω): Η ατομική συνείδηση απλώς περιμένει και δέχεται. Αυτές οι μεταφυσικές σκέψεις, που θα μπορούσε να είχαν αναπτυχθεί και σε νεοπλατωνικό έδαφος, ενισχύονται πάρα πολύ, καθώς στη θεολογία του Αυγουστίνου το κέντρο βάρους εντοπίζεται στη θεία χάρη. Η γνώση των αληθειών που βασίζονται στο λόγο είναι ένα στοιχείο μακαριότητας και αυτή τη μακαριότητα ο άνθρωπος δεν την οφείλει στη δική του θέληση αλλά στο θέλημα του Θεού.

Ωστόσο ο Αυγουστίνος προσπάθησε, τουλάχιστον αρχικά, να αφήσει κάποια περιθώρια και στην ατομική βούληση. Δεν περιορίζεται να τονίσει ότι ο Θεός αποκαλύπτει την αλήθεια του, μόνο σε όποιον αποδείχνεται άξιος γι' αυτό, με τις προσπάθειες που καταβάλλει και με το ήθος του, δηλαδή με τις ιδιότητες της βούλησης του· διδάσκει ακόμη ότι η προσοικείωση της θείας αλήθειας δεν επιτυγχάνεται μόνο με τη γνώση αλλά, σε μεγαλύτερο βαθμό, με την πίστη. Η πίστη, ως παραστασιακή ενέργεια που σχηματίζεται με τη συγκατάθεση του ατόμου αλλά χωρίς εννοιολογική κάλυψη, προϋποθέτει την παράσταση του αντικειμένου στο οποίο αναφέρεται, περιέχει όμως και μια συγκατάθεση που δεν οφείλεται σε εξαναγκασμό της νόησης αλλά είναι πηγαίο βουλητικό ενέργημα της καταφατικής κρίσης. Ο Αυγουστίνος πιστεύει ότι η σημασία αυτού του γεγονότος είναι μεγάλη, όχι μόνο σε σχέση με τα θεία και αιώνια πράγματα, αλλά ακόμη και για τα γήινα και τα ανθρώπινα, αυτά που εκτυλίσσονται μέσα στο χρόνο. Η συγκατάθεση που προέρχεται άμεσα από τη βούληση δίνει τα πρωταρχικά νοητικά στοιχεία από τα οποία, με την παρέμβαση της διάνοιας που τα συνδυάζει, προκύπτει η εννοιολογική γνώση. Έτσι λοιπόν και στα πιο σημαντικά πράγματα, δηλαδή στα σχετικά με τη λύτρωση του ανθρώπου, η εννοιολογική γνώση του αποκτούμε με το νού πρέπει να ακολουθεί την πίστη στη θεία αποκάλυψη, πίστη που την καθορίζει η αγαθή θέληση, και επίσης η πεποίθηση ότι η αποκάλυψη αυτή κυριαρχεί στην παράδοση της Εκκλησίας. Βέβαια, από αξιολογική άποψη πρώτη είναι η πλήρης έλλογη γνώση· χρονικά όμως προηγείται η πίστη στην αποκάλυψη.

ΣΧΟΛΙΟ:

ΠΙΣΤΕΥΟΥΜΕ ΟΤΙ ΕΧΟΥΜΕ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΜΕ ΤΗΝ ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΕΝΩΣΕ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΦΥΣΗ ΜΑΣ ΣΤΗΝ ΥΠΟΣΤΑΣΗ ΤΟΥ.

8. Πράγματι τί αντιλαμβανόμεθα εκ των κτισμάτων; Ότι δημιουργός τούτων ο Θεός. Εάν δε είναι δημιουργός τοιούτων (πραγμάτων), είναι επίσης αγαθός και σοφός και δυνατός. Ως προς αυτά λοιπόν γνωρίζουμε τον Θεό από τα κτίσματα του και όχι ως προς την ουσία, καθώς και ο Παύλος εδίδαξε εμάς, λέγοντας ότι «τα αόρατα του Θεού από της κτίσεως του κόσμου καθορώνται νοούμενα δια των ποιημάτων, τόσον η αΐδιος δύναμις αυτού όσον και η θειότης»  Τί δε είναι το γνωστόν του Θεού, θα το μάθεις κατά τον εξής τρόπον.  Ερμηνεύοντες τούτο οι θεοφόροι πατέρες λέγουν˙ του θεού μέρος μεν είναι άγνωστον, δηλαδή η ουσία αυτού, μέρος δε γνωστόν, δηλαδή όλα τα γύρω από την ουσία, δηλαδή η αγαθότης, η σοφία, η δύναμις, η θειότης ή μεγαλειότης, τα οποία ο Παύλος χαρακτηρίζει και ως αόρατα, νοούμενα διά των ποιημάτων

Φύσις των Τριών της Αγίας Τριάδος μία, Θεός.

Με μία απίστευτη απλότητα και γι’αυτό δυσνόητα, εκφράζει κάποιες πολύτιμες νύξεις για το θέμα ο Άγιος Γρηγόριος στον 42ο Λόγο του, στην παρ. 15! Η οποία είναι μία διευκρίνηση επίσης της Ομολογίας πίστεως.
«Το άναρχον και η αρχή και το μετά (με την αρχή) της αρχής εις Θεός. Ούτε του ανάρχου είναι το άναρχον φύσις, ή το αγέννητον. Διότι ουδεμία Φύσις είναι κάτι αρνητικό, κάτι που δέν είναι, αλλά μόνον αυτό που είναι! Φύσις είναι η του όντος θέσις, και όχι η αναίρεσις του μή όντος. Ούτε η αρχή είναι χωρισμένη απο το άναρχον, διότι δέν είναι φύσις αυτού η αρχή, όπως δέν είναι ούτε εκείνου το άναρχον. Περί γάρ την Φύσιν ταύτα (γύρω απο την Φύσιν, σχετίζονται με την Φύσιν) αλλά δέν είναι Φύσις! Και εκείνο που είναι μαζί (το μετά του ανάρχου) με το άναρχο και την αρχή δέν είναι άλλο τι, αλλά όπως εκείνα. Το όνομα δέ του ανάρχου Πατήρ, τής δέ αρχής Υιός, αυτού δέ που είναι μαζί με την αρχή (μετά της αρχής ότι έπειτα απο την αρχή) Πνεύμα Άγιον. Φύσις δέ των Τριών μία, Θεός. Ένωσις είναι δέ ο Πατήρ, εξ’ού και πρός όν ανάγονται όσα ακολουθούν (τα εξής): Ούχ ώς συναλείφεσθαι (και όχι σαν να είναι διαλυμένα μεταξύ τους) αλλ’ ώς έχεσθαι (αλλά για να διατηρούνται πάντοτε μαζί), χωρίς να μπορούν να τα χωρίσουν, ούτε ο χρόνος, ούτε η θέληση, ούτε η δύναμη. Διότι αυτά χωρίζουν εμάς στην πολλαπλότητα, διότι κάθε στοιχείο πολεμά εναντίον του άλλου (στασιάζουν το ένα κατά του άλλου). Αλλά αυτά στα οποία μία απλή Φύσις και το Είναι είναι ταυτόν, είναι το ΈΝ Κυρίαρχο, κυριαρχεί η ενότης. 
                                    «Εγώ ειμι ο Ων» 
Ο Ακινάτης ξεπέρασε Φιλοσοφικά τον Αριστοτέλη και γενικώς την Ελληνική φιλοσοφία, με την βοήθεια του Χριστιανικού Πνεύματος και συγκεκριμένα με τον Λόγο Κυρίου! «ΕΓΩ ΕΙΜΙ Ο ΩΝ». Ο Χάϊντεγκερ συνέχισε και ολοκλήρωσε το ψεύδος, όπως θα δούμε, με τον Φιλοσοφικό όρο που επινόησε : οντοθεολογία! Ο όρος “οντοθεολογια” εδημιουργήθη από τον Χάϊντεγκερ για να χαρακτηρίσει την μεταφυσική του Αριστοτέλη και όλες όσες προήλθαν από αυτή, οι οποίες έπεσαν στο βαρύτατο σφάλμα να μειώσουν το Είναι στο Όν, ακόμη δε και αυτό το υπέρτατο Όν, που είναι ο θεός, ξεχνώντας μ’αυτόν τον τρόπο την «οντολογική διαφορά» ανάμεσα στο Είναι και στο Όν, η οποία είναι για τον Χάϊντεγκερ το πιο σημαντικό πράγμα που υπάρχει.
« Αυτός που είναι με απέστειλε σ’ εσάς». « Ιδού ένα μεγάλο ΕΙΝΑΙ», λέει εξηγώντας τον ψαλμό 101 ο άγ. Αυγουστίνος. Τί είναι ο άνθρωπος σε σύγκριση μ’ αυτό ; Τί είναι ο άνθρωπος, τί μπορεί τελικά να είναι συγκρινόμενος μ’ αυτό το τόσο μεγάλο ΕΙΝΑΙ ; Ποιος μπορεί να κατανοήσει αυτό το ΕΙΝΑΙ και ποιος μπορεί να συμμετάσχει σ’ αυτό ; Ποιος μπορεί να το επιθυμήσει και ποιος μπορεί να θεωρήσει ότι βρίσκεται εκεί ; - Μη χάνεις την ελπίδα σου ανθρώπινη αδυναμία ! « Είμαι ο Θεός του Αβραάμ », λέει, « ο Θεός του Ισαάκ, ο Θεός του Ιακώβ. Ακούσατε αυτό που ο ίδιος είμαι· ακούστε τώρα αυτό που είμαι για σας. Είναι αυτή η Αιωνιότητα που σας κάλεσε κι αυτή ανέδειξε απ’ την αιωνιότητα τον Λόγο.»
Και στον ψαλμό 134 : « Γιατί συγκρινόμενα κατ’ αυτόν τον τρόπο τα δημιουργήματα μ’ Αυτόν, δεν υπάρχουν. Υπάρχουν αν δεν τα συγκρίνουμε μ’ Αυτόν, γιατί προέρχονται απ’ Αυτόν. Αλλά συγκρινόμενα μ’ Αυτόν, δεν υπάρχουν. Γιατί υπάρχει αμετάβλητο το πραγματικό Είναι, κι αυτό είναι μόνον Αυτός. »
Και συνεχίζει ως εξής, μερικές σελίδες παρακάτω : « Αυτός που είναι με απέστειλε σ’ εσάς. Επειδή δεν μπορούσαν να αντιληφθούν οι άνθρωποι τί έλεγε, το μετρίασε και το περιόρισε προσθέτοντας : ο Θεός του Αβραάμ, ο Θεός του Ισαάκ, ο Θεός του Ιακώβ. Το « Εγώ ειμί ο Ων » αφορά σ’ εμένα, « ο θεός του Αβραάμ » κλπ.. σ’ εσάς. Αν δεν μπορείτε να αντιληφθείτε λοιπόν αυτό που είμαι για Εμένα τον ίδιο, ας καταλάβετε αυτό που είμαι για σας ».
Κήρυγμα (1) VI 3 : « Αυτός που είναι με απέστειλε σ’ εσάς. ΕΙΝΑΙ, είναι το όνομά μου, γιατί υπάρχω αιώνια ( όπως είμαι), γιατί δεν μπορώ να μεταβληθώ. Γιατί αυτό που μεταβάλλεται, δεν είναι, επειδή δεν παραμένει ( αυτό που είναι) ».
Κήρυγμα VII 7 : Είναι, είναι το όνομα του αμετάβλητου. Γιατί κάθε τι που μεταβάλλεται παύει να είναι αυτό που ήταν και αρχίζει να είναι αυτό που δεν ήταν. Είναι, είναι το όνομα της Αιωνιότητας. Αλλά βλέπει ότι αυτό είναι μακριά απ’ τους ανθρώπους ο Θεός ( multum videt hoc distare ab hominibus). Προσθέτει έτσι από φιλευσπλαχνία : ο Θεός του Αβραάμ, ο Θεός του Ισαάκ, ο Θεός του Ιακώβ. Γιατί δεν επιθυμεί να βρίσκεται, παραμένοντας το ίδιο το Είναι, μακριά απ’ τους ανθρώπους. Και βρίσκεται έτσι κοντά σε καθέναν από εμάς.
Ας ακούσουμε τώρα και τον άγ. Γρηγόριο τον Νανζιανζηνό, στην 4η θεολογική του ομιλία (22). «Στον βαθμό που μπορούμε να το κατανοήσουμε, τα ονόματα ο Ων και ο Θεός είναι αυτά που πλησιάζουν περισσότερο την ουσία Του. Και ιδιαίτερα το ο Ων. Όχι μόνο γιατί αυτό το όνομα έδωσε ο Θεός εντολή στον Μωυσή να μεταφέρει στον λαό του, αλλά και γιατί αυτό το όνομα θεωρούμε το πλέον κατάλληλο. Γιατί το όνομα «Θεός» προέρχεται από το θέειν η αίθειν, απ’ τα οποία το μεν πρώτο σημαίνει το αεικίνητο, ενώ το δεύτερο αυτό που κατακαίει τις κακές έξεις. Γι’ αυτό και ονομάζεται «πύρ καταναλίσκον» ο Θεός. Αυτές οι ονομασίες είναι ωστόσο ακόμη μερικές, δεν έχουν δηλαδή απόλυτη έννοια. Παρόμοια και ως προς το «Κύριος», που θεωρείται κι αυτό όνομα του Θεού. Γιατί λέει: «Εγώ κύριος ο Θεός σου, τούτο εστί το όνομά μου». Εμείς όμως αναζητούμε τη φύση που είναι το Είναι καθ’ εαυτό, και δεν σχετίζεται προς κάτι άλλο· το δε ον είναι πράγματι ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του Θεού και ολόκληρο, μη περατούμενο ή περικοπτόμενο από κάτι πριν ή μετά απ’ αυτόν».
Συνεχίζεται

ΤΗΝ ΑΝΑΛΟΓΙΑ ΜΕΤΑΞΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΚΑΙ ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΕΠΙΝΟΗΣΕ Ο ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΔΑΙΜΟΝΙΩΔΗ ΑΝΑΛΟΓΙΑ ΚΤΙΣΤΟΥ ΚΑΙ ΑΚΤΙΣΤΟΥ, ΤΗΣ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗΣ ΚΤΙΣΤΟΥ ΑΚΤΙΣΤΟΥ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ; ΤΟΥΤΕΣΤΙΝ ΤΗΝ ΑΝΑΛΟΓΙΑ ΔΑΥΙΔ ΚΑΙ ΓΟΛΙΑΘ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: