Δευτέρα 18 Μαρτίου 2024

HANS URS VON BALTHASAR--ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ (THEO-LOGIK) (102)

Συνέχεια από Κυριακή, 4 Φεβρουαρίου 2024

HANS URS VON BALTHASAR
ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ (THEOLOGIK)
Τρίτος Τόμος

ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ (DER GEIST DER WAHRHEIT)
(Οι δύο προηγούμενοι τόμοι: 1) Αλήθεια τού κόσμου (Wahrheit der Welt), 2) Αλήθεια τού Θεού (Wahrheit Gottes) )
Johannes Verlag, 1987

4. ΓΙΑ ΤΟ ΦΙΛΙΟΚΒΕ
VΙI. «ΕΠΑΝΩ, ΣΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ!»

1. «HEIMKEHR» – ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ


 Ο Παύλος, αλλά και ο ίδιος ο Χριστός, μπορούν να παρομοιάζουν μ’ αυτόν «τον θάνατο και τη γένεση» του σπόρου ένα κεντρικό για την ιστορία τής σωτηρίας γεγονός· όμως ο Σταυρός και η Ανάσταση δεν καθίστανται έτσι μια καταφανής, υψίστη περίπτωση μέσα σε μια φυσική θρησκεία, ούτε κι ένας βασικός νόμος τής ανθρώπινης ιστορίας· ούτε η Μεγάλη Παρασκευή, ούτε το Πάσχα, ούτε η Πεντηκοστή μπορούν να μετατραπούν σε θεωρητικές αρχές. Γιατί εδώ δεν πρόκειται για μιαν ανώτατη βαθμίδα τής μεταφυσικής, αλλά για την «επινοημένη» μόνον απ’ τον Θεό υπέρβαση της αντίθεσης ανάμεσα στη δική του αγάπη και την ανθρώπινη αμαρτία. Και μόνον από εκεί γίνεται τελικά ορατό, τί είναι το Άγιο Πνεύμα: «Λάβετε το Άγιο Πνεύμα;;;, για εκείνους στους οποίους θα αφήσετε τις αμαρτίες…»[ΕΙΝΑΙ ΑΚΡΙΒΩΣ ΤΟ ΦΙΛΙΟΚΒΕ]. Και: «Πόσο περισσότερο θα καθαρίση τη συνείδησή μας το αίμα τού Χριστού, ο οποίος και προσάγαγε μέσω τού αιωνίου Πνεύματος τον εαυτό του (ως…) άσπιλο Θεό». Γι’ αυτό και είναι καλό να αφήσουμε να διαδοθή η κορυφαία δημιουργικότητα του Αγίου Πνεύματος (το “Creator Spiritus”), «επιβαρυμένη» με το «στίγμα» τού Σταυρού και της Ανάστασης, σε όλον τον κόσμο, αναγνωριζόμενη από αυτό πάντοτε το «σημείο».

«Ένα ύδωρ ζόν ψιθυρίζει μέσα μου και μου λέει εσωτερικά: Επάνω, προς τον Πατέρα» (Ιγνάτιος). «Η χαρά τού ξενιτεμού τελείωσε,/ Θέλουμε να γυρίσουμε στο σπίτι, στον Πατέρα» (Novalis). Μήπως δεν επιθυμούσε εξ ολοκλήρου και ο Ιησούς, καθώς εκπλήρωνε το θέλημα του Πατέρα, να επιστρέψη σ’ αυτόν; «ει ηγαπάτε με, εχάρητε αν ότι είπον, πορεύομαι προς τον πατέρα· ότι ο πατήρ μείζων μού εστι» (Ιωάν. 14, 28). Και παραμένοντας στον Πατέρα, δεν θα αναπαυθή, μέχρι να μπορέση να υποταγή, μαζί με όλον τον υποταγμένον σ’ αυτόν κόσμο, στον Πατέρα, «ώστε να είναι ο Θεός τα πάντα εν πάσι»; (Α’ Κορ. 15, 28). Ο Πατήρ, ο οποίος και «επενεργούσε» συνεχώς «με τα δυό του χέρια» όσο διαρκούσε το έργο Του στον κόσμο, όπου και ο Υιός δεν ενεργούσε παρά μόνον «αυτό που έβλεπε να πράττη ο Πατέρας» (Ιωάν. 5, 19 κ.ε.), εργάζεται για να σαββατίση, σ’ ένα Σάββατο στο οποίο όχι μόνον ο άνθρωπος «αναπαύεται από τα έργα του» στον Θεό, «αλλά και ο ίδιος ο Θεός αναπαύεται απ’ τα δικά του έργα» (Εβρ. 4, 10). Το Σάββατο αυτό δεν θα είναι αδρανές, γιατί το έργο τής τριαδικής αγάπης στον ίδιον τον Θεό και στους αγίους δεν θα «αναπαυθή» ποτέ. Ο στεναγμός όμως τής Κτίσεως, που υπετάγη παρά τη θέλησή της στη ματαιότητα και τη φθορά, και ο βαθύτερος στεναγμός τών τέκνων τού Θεού και ο ακόμα πιο βαθύς τού Αγίου Πνεύματος, η «προσδοκία εν υπομονή» (Ρωμ. 8), θα καταπαύση (μόνον…) όταν ο Θεός «θα εξαλείψη κάθε δάκρυ τών οφθαλμών», κι «όταν δεν θα υπάρχη κανένας πια θάνατος, καμμιά θλίψη, κανένας θρήνος και κανένας πόνος· γιατί τα προηγούμενα θα έχουν παρέλθει» (Αποκ. 21, 4) (( Αποκ. 21, 3 κ.ε.: «…ιδού η σκηνή τού Θεού μετά τών ανθρώπων, καί σκηνώσει μετ’ αυτών, καί αυτοί λαός αυτού έσονται, καί αυτός ο Θεός μετ’ αυτών έσται, καί εξαλείψει απ’ αυτών ο Θεός πάν δάκρυον από τών οφαλμών αυτών, καί ο θάνατος ουκ έσται έτι, ούτε πένθος ούτε κραυγή ούτε πόνος ουκ έσται έτι· ότι τά πρώτα απήλθον…» )) . Είναι μια επιστροφή, όχι μόνον τού Υιού και του Πνεύματος προς τον Πατέρα, αλλά μαζί τους και δι’ αυτών και ολόκληρης της Δημιουργίας. Γι’ αυτό και η σφοδρή επιθυμία για την πατρική αρχή δεν αποτελεί καμμιά φυγή απ’ τον κόσμο. Αυτήν την επιστροφή θα πραγματευτούμε λοιπόν στο τέλος αυτής τής μακράς (συγγραφικής…) μας πορείας, που δεν θα μπορούσε να έχη και κανέναν άλλον εξάλλου σκοπό.


Πριν αναφερθούμε εγγύτερα στη σχέση τού Αγίου Πνεύματος προς αυτήν την Επιστροφή, μπορούμε να ρίξουμε μια ματιά στην ορμή που παρατηρείται στον δημιουργημένο άνθρωπο, να αναζητήση την αρχή και την προέλευσή του, την οποία και χαρακτηρίζει συχνά με τη λέξη «πατέρας». Όσο πιο «στοχαστική» είναι μια θρησκεία, τόσο σαφέστερη είναι και η «ιδέα», ότι η πολλαπλότητα των μη ταυτιζομένων αναμεταξύ τους πραγμάτων δεν μπορεί να είναι κάτι το «έσχατο» και «τελικό», ότι πρέπει να οφείλονται κατά κάποιον δηλ. τρόπο σε μια «τελική» «έσχατη» και ενιαία πηγή, κι ότι μπορούν μόνον εκεί να «αναπαυτούν». Οι πολλές απόπειρες που έχουν γίνει, να αναγνωρισθή το Ένα που φέρει όλα τα Πολλά ως η τελευταία και ακατάληπτη πραγματικότητα, δεν πρέπει να απορριφθή στα γρήγορα με την έννοια του «πανθεϊσμού», είτε τα Πολλά θεωρούνται ως ένα ελαττωμένο μέχρι το απλό και μόνο φαίνεσθαι Είναι (Βουδισμός, Παρμενίδης), είτε οι εγκόσμιες αντιφάσεις συμφιλιώνονται σε έναν περιεκτικό Λόγο (Ηράκλειτος), είτε ο κόσμος τών φαινομένων συμπεριλαμβάνεται στις Ιδέες, οι οποίες εξυψώνονται και ενοποιούνται πάλι με το επέκεινα του είναι Αγαθό (Πλάτων), είτε το απόλυτο τελικά Ένα παραμένει στον εαυτό του επέκεινα της ενότητας Είναι και Πνεύματος ως πηγή ταυτόχρονα αυτής τής ενότητας, ανεξάρτητο ωστόσο κι απ’ αυτήν (Πλωτίνος), όσο κι αν φτάνη να πλησιάζη έτσι τελικά το κάθε μεμονωμένο πράγμα, ήδη καθεαυτό ή στην Ιδέα του ή την ανώτερη κατ’ αρχάς αλήθεια του, στην αρχική του προέλευση, καταγωγή και πατρίδα: γιατί όλες αυτές οι «παραλλαγές» δεν αποτελούν τελικά παρά τις αποχρώσεις μιας έσχατης ορμής τού σκεπτόμενου κοσμικού Είναι (( ; )), που δεν μπορεί να αποβλέψη σε κανέναν υψηλότερο σκοπό απ’ την ενότητα της αρχής του – κάτι το οποίο δεν πρέπει κατά κανέναν τρόπο να δηλώνη, ότι ολόκληρη αυτή η «διαδικασία» εξόδου και επανεισόδου (ergressus-regressus) υπήρξε χωρίς (κανένα…) νόημα και αποτέλεσμα. Μπορεί να αποκρούεται, όπως αφηγείται ο Βούδδας, μια απάντηση πάνω στο νόημα της εξόδου (που δεν σημαίνει βέβαια, ότι δεν υπάρχει απάντηση), μπορεί και να αποδέχονται κάποιες απ’ αυτές τις «ιδέες» ή «παραστάσεις» έναν εμπλουτισμό αυτού που εκχέεται απ’ την πηγή, ίσως έναν εμπλουτισμό και της ίδιας ακόμα τής πηγής, όπως π.χ. το ότι αυτή αναπτύσσει η ίδια, μέσα απ’ τον εαυτό της, ολόκληρο τον πλούτο της μέχρι τα σύνορα του Τίποτα (Πλωτίνος), ή το ότι η αρχή, που δεν χρειάζεται κανέναν εμπλουτισμό, «δοξάζεται» (παρ’ όλ’ αυτά…) μέσα απ’ αυτό που την αναγνωρίζει και «επαναρρέει» σ’ αυτήν – όπως το λέει η γλώσσα τής Βίβλου.

Παραμένοντας στο γενικό, πάντα, θρησκευτικό επίπεδο, τίθεται το ερώτημα, αν αυτό που απορρέει απ’ την πηγή τού Ενός, και που απομακρύνεται αναγκαστικά απ’ το Ένα, έχει το ίδιο στον εαυτό του τη δύναμη της επιστροφής του (νεοπλατωνικά: «επιστροφή») – έτσι ώστε να στραφή με μια (δική του…) απόφαση, έναν αγώνα και μιαν άσκηση, και να αναλάβη τον δρόμο τής επιστροφής –, ή αν φέρη εκ των προτέρων, εφ’ όσον κάθε σκέψη είναι ανακλαστική, τη δύναμη της επιστροφής από την ίδια την πηγή στον εαυτό του. Σε κανένα θρησκευτικό σύστημα δεν θα ήταν (ωστόσο…) ανεκτή η σκέψη, ότι η αναπόληση της προέλευσης ή καταγωγής θα μπορούσε να επαφίεται στην ίδιαν τρόπον τινά την απόφαση αυτού που «αναίσθητα» απομακρύνεται απ’ την πηγή, αντί σε μιαν εγκατεστημένην απ’ την ίδιαν την πηγή και «παρορμώσαν», έστω και συνεξαρτημένη και αποκαλυπτομένη τόσο πολύ ακόμα απ’ την (ίδια την…) εμπειρία τής ματαιότητας, ανάμνηση, στην οποίαν και ανταποκρίνεται αυτό που έχει «εξέλθει» ή «εκπορευθεί».

Αυτήν την «παρορμώσαν» ανάμνηση την αναγνωρίζουμε στην ιστορία τής σωτηρίας στην Παλαιά Διαθήκη, στο ότι δεν μπορεί να λησμονήση την πηγή και την προέλευσή του ο λαός τού Ισραήλ. Η ανάμνηση της ώρας που γεννήθηκε στο θαύμα τής Ερυθράς Θαλάσσης είναι πολύ βαθειά, ώστε να μπορούσε, ακόμα και μέσα σ’ όλες τις μετέπειτα απιστίες και αποσκιρτήσεις, εντελώς να λησμονηθή. Κι ακόμα κι αν ήθελε κάποιος να κλείση και να σφραγίση τ’ αυτιά του απέναντι σ’ αυτήν την ανάκληση, ήταν εκεί η φωνή τής Τορά για να εμποδίση, ενισχυόμενη συνεχώς μέσα απ’ την καταγγελτική φωνή τών Προφητών, μιαν απόλυτη λησμονιά. Κι αν η πατρική αναφορά και σχέση προς τον Θεό μένει, λόγω τής μυθικής της, όπως είπαμε, χρήσεως απ’ τους άλλους, γειτονικούς λαούς, σποραδική – ο Θεός ως Πατέρας είναι μεν ο Οικτίρμων, που τον επικαλούνται σε κάθε ανάγκη, και του οφείλουν υπακοή, αλλά τον προσαγορεύουν μόνον οι ελληνιστές, και καθόλου οι «παλαιστίνιοι» Ιουδαίοι ως «Πατέρα τους» – , η σχέση αυτή δεν αποκτά ωστόσο ποτέ μια μυθολογική, γενεαλογική σημασία, αλλά είναι μια πράξη υιοθεσίας μέσα από μιαν ιστορική παρουσία και επενέργεια του Θεού. Κι αν είναι ο υποσχεμένος κατ’ αρχάς τόπος ο ιστορικός σκοπός για τον Ισραήλ, ο Θεός τον ονομάζει ωστόσο η «κατάπαυσή μου» στον Ψαλμό 94, 11, κι αυτή η έκφραση εξηγείται κατόπιν στην προς Εβραίους Επιστολή 3, 11 και 4, 3.5 ως μια εσχατολογική άφιξη του πορευομένου λαού τού Θεού στη θεϊκή κατάπαυση του Θεού, ενώ και οι «δειλές» προφητείες τής Παλαιάς Διαθήκης, ότι όλοι οι λαοί θα συμμετάσχουν στην τελική σωτηρία τού Ισραήλ, επεκτείνονται στην Καινή Διαθήκη σε μια προσκυνηματική πορεία ολόκληρης της ανθρωπότητας προς την κατάπαυση του Θεού.

Μια κατάπαυση που συντελείται κατά παράδοξο τρόπο, με το ότι ο Ιησούς αναλαμβάνει την καθαυτό πατρότητα του Θεού παντελώς ο ίδιος, ως Υιός, και η πατρική προς τον Θεό αναφορά και σχέση τού Ισραήλ ταυτόχρονα εξατομικεύεται και εντείνεται στον απόλυτο βαθμό, ενώ την ίδια στιγμή η μοίρα τού λαού τού Ισραήλ «εκρήγνυται» και γίνεται μοίρα και μεταφυσικός σκοπός ολόκληρης της ανθρωπότητας, συνδεδεμένα ασφαλώς αμφότερα, Ισραήλ και ανθρωπότητα, κατά τέτοιον τρόπο, ώστε όλοι, όσοι πιστεύουν στον Ιησού, να μπορούν να γίνουν υιοί τού Θεού εν τω Υιώ (Εφ. 1, 3-5). Δεν υπάρχει καμμιά επιστροφή τού κόσμου, χωρίς αυτήν την εντελώς ιδιαίτερη επιστροφή. «Εγώ ειμί η Οδός…» και «κανείς δεν έρχεται προς τον Πατέρα παρά μέσω εμού», λέει ο Χριστός (Ιωάν. 14, 6). Ο δρόμος για την επιστροφή τού κόσμου στην «πηγή» (του…) πρέπει κατ’ αρχάς να διανοιχθή απ’ Αυτόν, που βάδισε εν τω πάθει και αρχετυπικά τον κύκλο «εξόδου» και «εισόδου»: «Εγώ εξήλθα εκ του Πατρός και ήρθα στον κόσμο, και τώρα αφήνω πάλι τον κόσμο και πηγαίνω προς τον Πατέρα» (Ιωάν. 16, 28) ((Εδώ διαφαίνεται κι ένας απώτερος «σκοπός» τού συγγραφέα: να πειστούμε όλοι ότι ο Κύριος άφησε «μια για πάντα» αυτόν τον κόσμο, στον οποίον θα «βασιλεύση» από ’δώ και πέρα το Άγιο Πνεύμα… Δεν μας λέει επ’ ουδενί ωστόσο κάτι τέτοιο το Ευαγγέλιο… )) . Ως Οδός είναι ο «πρόδρομος» (Εβρ. 6, 20) και ο «αρχηγός» (Εβρ. 12, 2) και έτσι Αυτός που ετοιμάζει όχι μόνο την Οδό, αλλά και την άφιξη στον Πατέρα: «…εν τή οικία τού πατρός μου μοναί πολλαί εισίν· ει δέ μή, είπον άν υμίν· πορεύομαι ετοιμάσαι τόπον υμίν· καί άν πορευθώ καί ετοιμάσω υμίν τόπον, πάλιν έρχομαι καί παραλήψομαι υμάς πρός εμαυτόν, ίνα όπου ειμί εγώ, και υμείς ήτε» (Ιωάν. 14, 2-4). Είναι όμως για μιαν ακόμη φορά παράδοξη αυτή η μετάβαση, καθώς το ιουδαϊκό «προς τα εμπρός» τής μεσσιανικής ελπίδας μεταβάλλεται στον Ιησού σε μιαν εξίσου προς τα εμπρός υποδεικνύουσα αποστολή σε όλον τον κόσμο και το μέλλον του έτσι, ώστε ο δρόμος και η οδός όσων ακολουθούν τον Χριστό προς τον Πατέρα να είναι ταυτόχρονα κάθετη προς τα επάνω και οριζόντια μέσα στον κόσμο, στην αναγγελία τής σωτηρίας σε όλους τούς λαούς και την αλλαγή τού κόσμου σύμφωνα με τη χριστιανική προσφορά τής αγάπης. Η Β’ Βατικάνειος Σύνοδος προχώρησε όσο το δυνατόν μακρύτερα στην ολοκλήρωση αυτών τών δύο δρόμων, χωρίς να εξισώνη ωστόσο την αναγγελία και προετοιμασία τής εσχατολογικής Βασιλείας τού Θεού με τη διαμόρφωση ενός ανθρωπινότερου κόσμου (( «Η Βασιλεία μου δεν είναι εκ του κόσμου τούτου», λέει ο Χριστός… )). Η παγκοσμιότητα της σωτηρίας που έφερε ο Χριστός στον κόσμο συμπεριλαμβάνει και την ανθρώπινη ιστορία: δεν θα «επιστρέψουν» δηλ. μόνον «κάποιοι», αλλά η παγκόσμια ιστορία στις «μονές» τού Πατρός (( !!! Αντίθετα απ’ ό,τι λέει ο Κύριος: «Πολλοί οι κλητοί, λίγοι οι εκλεκτοί»… Εδώ εισάγεται λοιπόν μια άλλου είδους, εξ ημών, «δική» μας, «ιστορική» σωτηρία, χωρίς μετάνοια, που μόνον ως η εσχάτη πλάνη μπορεί να χαρακτηρισθή … ))
.

( συνεχίζεται )

Ο ΜΠΑΛΤΑΣΑΡ ΠΟΥ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΟΥΜΕ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΣΤΗΝ Β΄ ΒΑΤΙΚΑΝΕΙΟ ΣΥΝΟΔΟ. Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ;; ΤΟΥ ΣΤΗΡΙΖΕΤΑΙ ΣΕ ΕΝΑΝ ΠΡΟΣΑΡΜΟΣΜΕΝΟ ΠΛΩΤΙΝΟ, ΚΑΘΟΤΙ ΠΑΡΑΙΤΗΘΗΚΕ ΧΑΡΙΝ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΚΤΙΣΤΟ ΧΑΡΙ ΠΟΥ ΜΑΣ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ.
Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΣΥΓΧΥΣΗ ΜΙΑΣ ΨΥΧΗΣ Η ΟΠΟΙΑ ΔΙΕΦΘΑΡΗ ΣΤΗΝ SOLA SCRIPTURA ΚΑΙ ΔΕΝ ΚΑΤΟΡΘΩΣΕ ΝΑ ΕΝΝΟΗΣΕΙ ΟΤΙ Ο ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ, Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΜΑΣ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡ ΜΑΣ (ΑΓΙΟΣ ΓΡ. ΠΑΛΑΜΑΣ).
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΑΟΡΙΣΤΟΛΟΓΙΑ ΕΝΟΣ ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΘΕΟΥ(ΒΑΡΛΑΑΜ), ΤΟΝ ΘΕΟ ΠΑΤΕΡΑ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΟΥΔΕΙΣ ΕΩΡΑΚΕ ΠΟΤΕ ΚΑΙ ΕΖΗΣΕ.  ΘΑ ΤΑ ΒΡΟΥΜΕ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: