Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2017

Όροι διαμόρφωσης της Γνωσιολογίας στον βυζαντινό Γεώργιο Παχυμέρη στην Παράφρασή του στην πραγματεία Περί Μυστικῆς Θεολογίας του Διονυσίου Αρεοπαγίτου.(8)

Μεταδιδακτορική έρευνα Ειρήνης Α. Αρτέμη, PhD & MA Θεολογίας Bacs. Θεολογίας & Κλασικής Φιλολογίας

Συνέχεια από Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2017

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄:

1. Πνευματικό περιβάλλον της εποχής του Διονυσίου του Αρεοπαγίτου. (Νεοπλατωνικές πλαισιώσεις: Πρόκλος –Δαμάσκιος)

Σύμφωνα με τον Πρόκλο139, το Εν αποτελεί την ανώτερη υπερβατική Αρχή, η οποία είναι υπεράνω και πέρα από κάθε αίσθηση και νόηση. Η απόλυτη προτεραιότητα του Ενός δημιουργεί μία μονιστική θεωρία, σύμφωνα με την οποία ο κόσμος αποτελεί καταρχάς μία θεοφάνεια. Ο Πρόκλος εξηγεί ότι το Εν εκείνο το οποίο συμπεριλαμβάνει τον αιώνα, υπό την ευρεία έννοιά του ως μίας πομπεριεκτικής πυρηνικής συνθήκης, δεν είναι το άρρητο Εν, αλλά το Εν - Ον, το οποίο τον εμπεριέχει ως δύναμή του στην υπόστασή του140. Από το Εν – Ον εκπορεύονται δια της απορροής και κατά την τριαδική εξέλιξη μια σειρά από υποστάσεις ή οντικές πραγματικότητες -οι υπέρτατοι θεοί-, οι οποίοι επιστρέφουν στην αφετηριακή αρχή τους, δημιουργώντας με τις ανώτερες προς αυτές υποστάσεις πλήρεις μεθεκτικές σχέσεις141.

Στο σημείο, όμως, που ο Πρόκλος εισάγει ένα νέο θεωρητικό σχήμα έναντι των προηγούμενων Νεοπλατωνικών, βρίσκεται στην εισαγωγή της μεταφυσικής των «Ἑνάδων» ή των «Μονάδων»142, οι οποίες χαρακτηρίζονται ως ενδοκοσμικές, νοητές, νοερές, υπερκοσμικές, καθώς και με άλλους κατηγορηματικούς προσδιορισμούς143. Όπως ο Νους αποτελείται, απορροϊκά από Νόες και η Ψυχή από ψυχές, έτσι και το Εν αποτελείται από Ενάδες144. Πρόκειται για επιμέρους οντότητες, προβολές της αρχικής πηγής τους. «Καθώς ανεβαίνουμε από τα σώματα οι θεοί μάς παρουσιάστηκαν ως «ἑνάδες», «ἑνάδες υπερούσιες», οι οποίες γεννούν τις ουσίες, τελειοποιούν, ρυθμίζουν και εξαρτούν από τον εαυτό τους όλες τις πρωταρχικές ουσίες. Επιπλέον, οι υπερβατικοί θεοί είναι αμετάβλητοι, αυτάρκεις, άφθαρτοι, απλοί, υπεράνω κάθε πλήθους, ανώτεροι από κάθε διαίρεση και μερισμό ή σχέση προς τα πάντα και αιωνίως επιβαίνουν σε όλα τα όντα»145. Τα ανωτέρω επίθετα σημειώνουν την καθαυτή κατάσταση μιας οντότητας, δηλαδή ό,τι είναι σε σχέση αποκλειστικά με το υποστατικό ιδιόλεκτό της, το οποίο ορίζει και την λειτουργική παρουσία της. Αναντιλέκτως, λειτουργούν συγκριτικά ή υπερθετικά κατά τη συνεξέταση μιας οντότητας με ορισμένες άλλες, αφού έμμεσα δηλώνουν αντιπαραθέσεις ή διακρίσεις. Πρέπει να επισημανθεί ότι ο Πρόκλος δεν χρησιμοποιεί τα παρατιθέντα επίθετα «αμετάβλητοι, αυτάρκεις, άφθαρτοι, απλοί», κ.ά, μόνον ως αναφερόμενα σε οντότητες, αλλά μέσω αυτών προσεγγίζονται οι οντότητες τόσο στο οντολογικό όσο και στο γνωσιολογικό επίπεδο146.

Ως ειδοποιός διαφορά μεταξύ του Ενός και των Ενάδων θεωρείται κατά την πρόκλεια διδασκαλία ότι το Εν είναι αμέθεκτο, ενώ οι ενάδες μεθεκτές: «Πᾶς Θεός μεθεκτός ἔστι, πλήν τοῦ ἑνός»147. Επιπλέον, ότι αυτές είναι κατώτερες του Ενός, αλλά ανώτερες του Νου καθώς και από οιαδήποτε άλλη οντολογική πραγματικότητα148. Θα μπορούσαμε μάλιστα εδώ να σημειώσουμε ότι ο Πρόκλος δέχεται εξελικτικά την Προσωκρατική φιλοσοφική σκέψη, ειδικότερα δε τις θέσεις του Αναξαγόρα περί του παγκοσμίου Νου, από τον οποίον το σύνολο του υπαρκτού προσδιορίζεται με ελευθερία. Ο Πρόκλος, όπως ο Αναξαγόρας, υποστηρίζει ότι μία από τις αιτίες της δημιουργίας του κόσμου είναι ο Νους149, τον οποίο ο Αναξαγόρας χαρακτηρίζει ως το «λεπτότατον» καί «καθαρώτατον» ον150.
Ο «Νοῦς» για τους δύο φιλοσόφους αποτελούσε την αρχή του φυσικού σύμπαντος -από τον Πρόκλο όμως να εγγράφεται στο πλαίσιο της πολυαιτιότητος-, με την οποία ρυθμίζονταν όλες οι λειτουργίες από τον μεγάκοσμο ως τον μικρόκοσμο151. Ο «Νοῦς» στον Αναξαγόρα είναι μία λεπτότατη, απειροελάχιστη σε βαρύητατη και υλικότητα αιτία, που μοιάζει με τον αέρα. Στον συνθετικά διευρυμένο στοχασμό του νεοπλατωνικού σχολάρχη δεν είναι μόνο μία ορισμένη υπερφυσική, υπερβατική αρχή αλλά είναι και η βάση της ρύθμισης του υλικού κόσμου152.
Υπεράνω του Νου ο Πρόκλος θέτει άλλες πραγματικότητες -όπως είναι η Ζωή και το Είναι-, στην κορυφή των οποίων ευρίσκονται οι Ενάδες. Άξιο υπομνήσεως μάλιστα είναι ότι υπογράμμιζε ότι οι Ενάδες απορρέουν άμεσα με οντολογική συγγένεια από το Εν και ότι έχουν όμοιες ιδιότητες μαζί του: «Ὁ πρώτιστος ἀριθμός (sc. αἱ ἑνάδες) καί τῷ ἑνί συμφυόμενος ἑνοειδής καί ἄρρητος καί ὑπερούσιος καί πάντῃ τῷ αἰτίῳ προσόμοιος»153. Επιπλέον, οι ενάδες είναι συγχρόνως η έκφραση της οριοθετούσας και της εκρηκτικά παραγωγικής ιδιότητας του Ενός, είναι το Εν ως πέρας και άπειρον: «ἑνάδες γάρ εἰσίν (sc. τό πέρας καί τό ἄπειρον) ἀπό τοῦ ἑνός ὑποστᾶσαι καί οἷον ἐκφάνσεις ἀπό τῆς ἀμεθέκτου καί πρωτίστης ἑνώσεως»154.

Εν τέλει, οι Ενάδες θεωρούνται μέσα από τη διδασκαλία του Πρόκλου ως οι αναγκαίες συμπληρωματικές πραγματικότητες, για να καταστεί λογικά και οντολογικά εφικτή η παραγωγική κίνηση του Ενός προς τα επιμέρους μεταφυσικά όντα, ώστε να υπάρχει αμοιβαία μέθεξη ανάμεσα στην Ενολογία και στην Οντολογία155. Ο νεοπλατωνικός σχολάρχης σημειώνει ότι διά της φιλοσοφίας και διά τη συνεχούς ενασχόλησης του ανθρώπου με τις ερωτηματοθεσίες της μπορεί να διατυπώσει ο κατά περίπτωση εμβριθής διανοητής μία ορισμένη άποψη για τη φύση των πραγμάτων. Από την άλλη, η ενασχόλησή του με τη θεολογία θα του εξασφαλίζει τη δυνατότητα να «ενωθεί» με τον θείο παράγοντα156. Αν όλα αυτά τα συνδυάσει κάποιος στη σκέψη του, θα μπορεί να καταστεί μέτοχος της πλατωνικής διαλεκτικής αλλά και της διδασκαλίας του Πυθαγόρα, οπότε εδώ επιλέγεται μία ιδιαίτερη θέση της ιστορίας της φιλοσοφίας, με στοχευμένες θεωρητικές και υπαρξιακές κατευθύνσεις: «Οἱ μὲν οὖν τρόποι τῆς παρὰ τῷ Πλάτωνι θεολογικῆς διδασκαλίας τοιοῖδε τινὲς εἰσὶ δῆλον δὲ ἐκ τῶν εἰρημένων ὅτι καὶ τὸν ἀριθμὸν εἶναι τοσούτους ἀναγκαῖον οἱ μὲν γὰρ δι’ ἐνδείξεως περὶ τῶν θείων λέγοντες ἢ συμβολικῶς καὶ μυθικῶς ἢ δι’ εἰκόνων λέγουσιν, οἱ δὲ ἀπαρακαλύπτως τὰς ἑαυτῶν διανοήσεις ἀπαγγέλλοντες οἱ μὲν κατ’ ἐπιστήμην οἱ δὲ κατὰ τὴν ἐκ θεῶν ἐπίπνοιαν ποιοῦνται τοὺς λόγους... Ὁ δὲ διὰ τῶν εἰκόνων Πυθαγόρειος, ἐπεῖ καὶ τοῖς Πυθαγορείοις τὰ μαθήματα πρὸς τὴν τῶν θείων ἀνάμνησιν ἐξηύρητο καὶ διὰ τούτων ὡς εἰκόνων ἐπ’ ἐκεῖνα διαβαίνειν ἐπεχείρουν καὶ γὰρ τοὺς ἀριθμοὺς ἀνεῖσαν τοῖς θεοῖς καὶ τὰ σχήματα, καθάπερ λέγουσιν οἱ τὰ ἐκείνων ἱστορεῖν σπουδάζοντες. Ὁ δὲ ἐνθεαστικῶς μὲν αὐτὴν καθ’ ἑαυτὴν ἐκφαίνων τὴν περὶ θεῶν ἀλήθειαν παρὰ τοῖς ἀκροτάτοις τῶν τελεστῶν μάλιστα καταφανής οὐ γὰρ ἀξιοῦσιν οὗτοι διὰ δὴ τινῶν παραπετασμάτων τὰς θείας τάξεις ἢ τὰς ἰδιότητας αὐτῶν τοῖς ἑαυτῶν γνωρίμοις ἀποδιδόναι, ἀλλὰ τὰς τὲ δυνάμεις καὶ τοὺς ἀριθμοὺς τοὺς ἐν αὐτοῖς ὑπ' αὐτῶν κινούμενοι τῶν θεῶν
ἑξαγγέλλουσιν»157. Πρόκειται για ένα παράθεμα το οποίο αποτυπώνει την συνθετική οντολογία της πυθαγόρειας και της πλατωνικής παράδοσης.

Με τον συνδυασμό της σκέψεως του Πλάτωνος και του Πυθαγόρα θα μπορέσει ο Πρόκλος να λάβει τα εφόδια και να καταστεί ικανός να μελετήσει τις άυλες, και ξεχωριστές από τις σωματικές οντότητες, δυνάμεις - ενέργειες, «νοήσει μετά λογικῶν συλλογισμῶν», και να γίνει γνώστης της αυθεντικής φύσης των όντων158. Στη συνέχεια, η παρατεταμένη ενασχόλησή του με την ερμηνεία των θείων και μακάριων δογμάτων ενισχύει τον έρωτα στην ψυχή του για την αναζήτηση του θείου και την ένωση με την υπόστασή του159. Άλλωστε, όπως υπογραμμίζει ο Χρ. Τερέζης «ο Πρόκλος στα σχόλιά του στους διαλόγους Τίμαιος και Ἀλκιβιάδης Ι παρουσιάζει έναν σαφώς προσωπικό Θεό, ο οποίος ενεργοποιεί - και μάλιστα μ’ έναν ακραίο ερωτικό τρόπο - τη βούλησή του και αισθητικής τάξης ιδιότητες κατά την επικοινωνία του με τον κόσμο της αισθητής εμπειρίας και ιδιαίτερα με τον άνθρωπο»160.

(Συνεχίζεται)

Σημειώσεις



139. Γενικά για τον Πρόκλο βλ. A. Lesky, Ιστορία της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας, (μτφρ.) Α. Τσοπανάκης, εκδ. Κυριακίδης, Θεσσαλονίκη 1981, σ. 1208.
140. Πρόκλου, Περί τῆς κατά Πλάτωνος Θεολογίας, Γ, 61.23-24: «Καί γάρ ὁ αἰών δύναμις ἦν ἄπειρος ἐν ἑνί μένουσα καί προϊοῦσα σταθερῶς».
141. Πρόκλου, Περί τῆς κατά Πλάτωνος Θεολογίας, Δ, 9,10-21: «Δῆλον δὴ οὖν ὅτι κατὰ τὴν μεσότητα ταύτην ὑποστάντες καὶ συνεχεῖς ὄντες τοῖς νοητοῖς θεοῖς, ἐκείνων μοναδικῶς ἅμα καὶ τριαδικῶς ὑφεστηκότων—αἱ γὰρ νοηταὶ τριάδες ὡς μὲν πρὸς τὴν ἀκροτάτην καὶ τῶν πάντων ἐξῃρημένην ἕνωσιν τριάδες εἰσίν, ὡς δὲ πρὸς τὴν διῃρημένην τῶν τριάδων οὐσίαν μονάδες ἂν εἶεν ἀφ᾽ ἑαυτῶν τὰς ὅλας τριάδας ἐκφαίνουσαι—τῶν γοῦν νοητῶν ἐν τῇ τριαδικῇ προόδῳ τῆς ἑνιαίας ὑπάρξεως οὐκ ἀποστάντων, οἱ νοητοὶ καὶ νοεροὶ θεοὶ τριαδικῶς ὑποστήσονται, τὴν τῶν μονάδων διάκρισιν ἐν ἑαυτοῖς ἐπιδεικνύμενοι καὶ διὰ τῆς ἑτερότητος τῆς θείας εἰς πλῆθος προϊόντες καὶ δυνάμεων καὶ οὐσιῶν ποικιλίαν».
142. Μ. Ασβέστη, Προσεγγίσεις του Νεοπλατωνικού Πρόκλου στην θεωρία περί των Ιδεών στον πλατωνικόν Παρμενίδην, μ.δ., Πάτρα 2014, σ. 25: «Ο Πρόκλος ταύτισε τις ενάδες με τους αρχαιοελληνικούς θεούς, οι οποίοι απετέλεσαν το κατ' εξοχήν παράδειγμα του χρυσού κανόνα της Νεοπλατωνικής μεταφυσικής οντολογίας, σύμφωνα με τον οποίο «πάντα ἐν πᾶσιν, ἀλλ' οἰκείως» (τα πάντα ευρίσκονται στο εσωτερικό των πάντων, αλλά με τον αρμόζοντα τρόπο). Το περιεχόμενο του
εν λόγω κανόνα της Νεοπλατωνικής μεταφυσικής οντολογίας καταδεικνύει με δυό τρόπους ένα δόγμα εσωτερικών συσχετισμών: α) η κάθε ουσία πρέπει να προσδιορίζεται αναφερόμενη σε όλα όσα δεν είναι η ίδια, τα οποία συνεπώς ως νόηση εμπεριέχει, β) ο περιορισμός «αλλ οἰκείως» προκύπτει από την θεωρία ότι μία διαφορά συσχετισμού ή υποκειμένου περιλαμβάνει μία διαφορά σε μία ιδιότητα του υποκειμένου». S. Kl. Wear, The teachings of Syrianus on Plato's Timaeus and Parmenides, publ. Brill, Boston 2011, p. 8, 10. A. C. Lloyd, Οι Ύστεροι Νεοπλατωνικοί, εκδ. Ενάλιος, Αθήνα 2006, σ. 110.
143. Χρ. Τερέζη, Διάμεσα -Αρχέτυπα. Στον Πρόκλο και τον Ψευδο-Διονύσιο Αρεοπαγίτη, δ.δ., Ιωάννινα 1986, σ. 132.
144. Κάθε θεός είναι αυτοτελής ενάδα, και κάθε αυτοτελής ενάδα είναι θεός. Βλ. Πρόκλου, Στοιχείωσις Θεολογική, 114.
145. Πρόκλου, Περί τῆς κατά Πλάτωνος Θεολογίας, Α,91.22-97.5, Α,114.18-22: «Τοῦτο μὲν οὖν τοιαύτην ἂν ἔχοι φύσιν, τὸ αὔταρκες… γὰρ ὥσπερ τῶν σωμάτων ἀσώματα καὶ τῶν κινουμένων ἀκίνητα καὶ τῶν μεριστῶν ἀμέριστα προηγεῖται πάντων αἴτια, τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ τῶν πολυειδῶν μονοειδεῖς καὶ τῶν συμμεμιγμένων ἀμιγεῖς καὶ τῶν ποικίλων ἁπλαῖ προϋφεστήκασιν αἱ πρωτουργοὶ δυνάμεις», «Πάντα γὰρ ἐπὶ τῶν θεῶν, πλὴν τοῦ ἑνός, ὡς ἐξηρτημένα καὶ δεύτερα παραλαμβάνομεν, τὴν οὐσίαν, τὴν ζωήν, τὸν νοῦν· οὐ γὰρ ἐν τούτοις, ἀλλὰ πρὸ τούτων ὑφεστήκασι, καὶ παράγουσι ταῦτα καὶ συνέχουσιν, ἀλλ᾽ οὐκ ἐν αὐτοῖς ἀφορίζονται».
146. Χρ. Τερέζη – Γ. Δελή, «Μεθοδολογικά στον Πρόκλο. Κείμενο Ανάλυσης: Περί της κατά Πλάτωνα Θεολογίας, 1,5. 6-8.15», (109-118), σ. 110. http://olympias.lib.uoi.gr/
Για τις γνωσιολογικές μεθόδους του Πρόκλου, βλ. Πρόκλου, Εἰς τόν Πλάτωνος πρῶτον Ἀλκιβιάδην, 21.8-22.15 καί 140.16-141.4 Εἰς τόν Τίμαιον Πλάτωνος, III, 304.29- 338.3. Σχετικώς βλ. Ρ. Bastid, Proclus et le crepusclue de la pensee grecque, «J. Vrin», Paris 1969, σ. 414-446. Λ. Σιάσιου, Εραστές της Αλήθειας, Θεσσαλονίκη 1984, σ. 31-35.
147. Πρόκλου, Στοιχείωσις θεολογική, 23-24, 26.22 - 28.20, 102.13, 116. Χρ. Τερέζη, Διάμεσα - Αρχέτυπα. Στον Πρόκλο και τον Ψευδο-Διονύσιο Αρεοπαγίτη, δ.δ., Ιωάννινα 1986, σ. 138. Θ. Μανδαλά, Οντολογικές και Γνωσιολογικές Θεμελιώσεις της Πλατωνικής Θεωρίας των Ιδεών στον Νεοπλατωνικό Πρόκλο, Πάτρα 2010, σ. 56.
148. G. Martano, Proclo di Atene, Napoli 1952, p. 132-133.
149. Πρόκλου, Eἰς τόν Πλάτωνος Παρμενίδην, 1177.31-34.
150. Αναξαγόρου, Απόσπασμα 12, 12-13: «ἔστι γὰρ λεπτότατόν τε πάντων χρημάτων καὶ καθαρώτατον, καὶ γνώμην γε περὶ παντὸς πᾶσαν ἴσχει καὶ ἰσχύει μέγιστον».
151. Πλάτωνος, Φαίδων, 97cd: «Ἀναξαγόρου ἀναγιγνώσκοντος, καί λέγοντος ὡς ἄρα νοῦς ἔστιν ὁ διακοσμῶν τε καί πάντων αἴτιος, ταύτῃ δή τῇ αἰτίᾳ ἥσθην τε καί ἔδοξέ μοι τρόπον τινά εὖ ἔχειν τό τόν νοῦν εἶναι πάντων αἴτιον».
152. Σιμπλίκου, Φυσικά, 164.25: «ὅτι δέ οὐδέ γίνεται οὐδέ φθείρεταί τι τῶν ὁμοιομερῶν, ἀλλ̕ ἀεί τά αὐτά εστι, δηλοῖ λέγων· τούτων δὲ οὕτω διακεκριμένων γινώσκειν χρῆ, ὅτι πάντα οὐδὲν ἐλάσσω ἐστὶν οὐδὲ πλείω (οὐ γὰρ ἀνυστὸν πάντων πλείω εἶναι ), ἀλλὰ πάντα ἴσα ἀεί. Ταῦτα μὲν οὒν περὶ τοῦ μίγματος καὶ τῶν ὁμοιομερειῶν. καὶ ἀλλαχοῦ δὲ οὕτως φησί· καὶ ὄτε ἶσαι μοῖραι εἰσι τοῦ τὲ μεγάλου καὶ τοῦ σμικροῦ πλῆθος, καὶ οὕτως ἂν εἴη ἐν παντὶ πάντα· οὐδὲ χωρὶς ἔστιν εἶναι, ἀλλὰ πάντα παντὸς μοίραν μετέχει. Ὄτε τουλάχιστον μὴ ἔστιν εἶναι, οὐκ ἂν δύναιτο χωρισθῆναι, οὐδ’ ἄν ἐφ’ ἑαυτοῦ γενέσθαι, ἀλλ’ ὅπωσπερ ἀρχὴν εἶναι καὶ νῦν πάντα ὁμού. ἐν πάσι δὲ πολλὰ ἔνεστι καὶ τῶν ἀποκρινομένων ἴσα πλῆθος ἐν τοῖς μείζοσι τὲ καὶ ἐλάσσοσι».
153. Πρόκλου, Περί τῆς κατά Πλάτωνα θεολογίας, Γ΄, 3.12.21–3.13.5: «Ὁ δὲ πρώτιστος ἀριθμὸς καὶ τῷ ἐνὶ συμφυόμενος ἐνοειδὴς καὶ ἄρρητος καὶ ὑπερούσιος καὶ πάντη τῷ αἰτίῳ προσόμοιος. Οὔτε γὰρ ἑτερότης ἐν τοῖς πρωτίστοις αἰτίοις παρεμπίπτουσα διΐστησιν ἀπὸ τοῦ γεννῶντος τὰ γεννώμενα καὶ εἰς ἑτέραν μεθίστησι τάξιν οὔτε κίνησις τῆς αἰτίας ὕφεσιν ἀπεργαζομένη τῆς δυνάμεως εἰς ἀνομοιότητα καὶ ἀοριστίαν προάγει τὴν τῶν ὅλων ἀπογέννησιν, ἄλλ' ὑπερέχον ἑνιαίως ἀπὸ πάσης κινήσεως καὶ διαιρέσεως τὸ τῶν πάντων αἴτιον περὶ ἑαυτὸ τὸν θεῖον ἀριθμὸν ἰδρύσατο καὶ τὴ ἑαυτοῦ συνήνωσεν ἁπλότητι. Πρὸ τῶν ὄντων ἄρα τὰς ἐνάδας τῶν ὄντων ὑφίστησι τὸ ἓν».
154. Πρόκλου, Περί τῆς κατά Πλάτωνα θεολογίας, Γ΄, 36.13-15. Χρ. Τερέζη, Διάμεσα - Αρχέτυπα. Στον Πρόκλο και τον Ψευδο-Διονύσιο Αρεοπαγίτη, δ.δ., Ιωάννινα 1986, σ. 162.
155. Επιπλέον, στον Χριστιανισμό η μέθεξη συνδέεται με την Εσχατολογία, στη Φιλοσοφία, όμως, με την τελολογία. Είναι έξις της οποίας το αποτέλεσμα θα αποτυπωθεί στο μέλλον. Χρ. Τερέζη, Διάμεσα-Αρχέτυπα. Στον Πρόκλο και τον Ψευδο-Διονύσιο Αρεοπαγίτη, δ.δ., Ιωάννινα 1986, σ. 145.
156. Πρόκλου, Περί τῆς κατά Πλάτωνα θεολογίας, Γ΄, 36.13-15, Α, 1.5.17. Θ. Πελεγρίνη, Νεοπλατωνισμός - Το λυκόφως της αρχαίας ελληνικής Φιλοσοφίας, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2006, σ. 132: «Η παρουσία των Θεών σε κάθε πτυχή του αισθητού κόσμου επιτρέπει στους θεουργούς να τους επικαλούνται μέσω της χρήσης ορισμένων λίθων και βοτάνων, που έχουν τη θέση απόκρυφων συμβόλων, σε συνδυασμό προς την τέλεση πράξεων μυσταγωγίας, προκειμένου να επιτύχουν την σωτηρία της ψυχής. Εν αντιθέσει προς άλλους εκπροσώπους της διδασκαλίας του Νεοπλατωνισμού, όπως ο Πλωτίνος και σε μεγάλο βαθμό ο Πορφύριος, οι οποίοι θεωρούσαν ότι η φιλοσοφία συνιστά την κορυφαία διανοητική δραστηριότητα και, ότι, συνεπώς η σωτηρία της ψυχής μπορεί να επιτευχθεί μέσω της νοητικής άσκησης της ψυχής, ο Πρόκλος, ευθυγραμμιζόμενος με την θέση του Ιαμβλίχου και του δασκάλου Συριανού, εξέλαβε την ιερατική τέχνη της θεουργίας ως «μία δύναμη υπερκείμενη πάσης ανθρώπινης σοφίας», που, καθώς, «αγκαλιάζει τις ευλογίες της μαντείας και τις καθαιρούσες δυνάμεις της μύησης», είναι ικανή να εξασφαλίσει την ένωση της ψυχής με το Εν και κατ' επέκταση, να επιτύχει την σωτηρία της». Κατ' αντιδιαστολή προς τον Πλωτίνο και τον Πορφύριο, που, σύμφωνα με την παράδοση, πέτυχαν, κατά την διάρκεια της ζωής των, να ενωθούν με το θείο Εν, ο Πρόκλος ήταν ένας απλός χειριστής της τέχνης της θεουργίας, ο οποίος μέσα από τους χαλδαϊκούς καθαρμούς, την χρήση απόκρυφων συμβόλων και άλλες τελετές μυσταγωγίας, μπορούσε να καλέσει τους θεούς, για να αναλάβουν το έργο της σωτηρίας της ψυχής». Συναφώς. Χρ. Τερέζη, Ανιχνεύσεις στην Αρχαία Ελληνική Φιλοσοφία, εκδ. Πανεπιστήμιο Πατρών, Πάτρα 2002, σ. 163-165. Θ. Μανδαλά, Οντολογικές και Γνωσιολογικές Θεμελιώσεις της Πλατωνικής Θεωρίας των Ιδεών στον Νεοπλατωνικό Πρόκλο, Πάτρα 2010, σ. 11.
157. Πρόκλου, Περί τῆς κατά Πλάτωνα θεολογίας, Α΄, 19. 23- 20. 25.
158. Πλάτωνα, Τιμαῖος 28α. Πρόκλου, Περί τῆς κατά Πλάτωνα θεολογίας, Α΄, 1.5.6 – 1.8.22
159. Πλάτωνα, Συμπόσιο, 212b. Πρόκλου, Περί τῆς κατά Πλάτωνα θεολογίας, Α΄, 1.6.1 – 1.6.19.
160. Χρ. Τερέζη, Εισαγωγικά στη Βυζαντινή Φιλολογία, Πάτρα 2013, σ. 68. Χρ. Τερέζη, Σπουδή στον Ύστερο Νεοπλατωνισμό, εκδ. Ηρόδοτος, Αθήνα 2013, σ. 151- 211.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...