Τρίτη, 16 Μαΐου 2017

Το ανθρώπινο πρόσωπο ως εικόνα της Αγίας Τριάδος

Από τον Ιερό Αυγουστίνο στον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά

Διαβάστε μεγάλα αποσπάσματα από την ομιλία που εκφώνησε ο Μητροπολίτης Διοκλείας Κάλλιστος κατά την τελετή αναγόρευσης του σε επίτιμο Διδάκτορα του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Πηγή: amen.gr

Περί «Θεού δε όταν είπω», παρατηρεί ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, «λέγω περί Πατρός και Υιού και Αγίου Πνεύματος»[1]. Για τον Χριστιανό, το δόγμα της Αγίας Τριάδος δεν είναι απλώς ένας πιθανός τρόπος για να σκεφθούμε τον Θεό, αλλά ο μόνος τρόπος. O Θεός δεν μπορεί να γνωσθεί κατά την αλήθεια και πραγματικότητα της υπάρξεώς Του παρά μόνον εν Πατρί, Υιώ και Πνεύματι. Καμία Χριστιανική εμπειρία δεν μπορεί να είναι αυθεντική, παρά μόνον εάν - ρητώς ή εμμέσως - είναι Τριαδική. Η Τριάς είναι η καρδιά της ζωής μας. Αυτό είναι - ή τουλάχιστον πρέπει να είναι - το διακριτικό σημείο των Χριστιανών ότι, αντίθετα με τους Εβραίους και του Μωαμεθανούς, οι Χριστιανοί δεν είναι απλώς μονοθεϊσταί, ούτε όμως πάλι πολυθεϊσταί. Στον Θεό βλέπουμε και απόλυτη ενότητα και γνήσια προσωπική διαφορετικότητα.

Πρακτικά όμως, ποια είναι η ενεργός διαφορά που συντελείται στη ζωή μας, όταν πιστεύουμε σε Τριαδικό Θεό; Σε ποιο βαθμό επηρεάζει τον καθένα μας προσωπικά; Μεταμορφώνει άραγε την όλη προσέγγισή μας στις οικογενειακές σχέσεις, στην κοινωνία, στην πολιτική; Νιώθω άραγε ότι η πίστη στην Αγία Τριάδα με αφορά άμεσα, ότι έχει άμεσες και ζωοποιούς συνέπειας στο τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνομαι τον εαυτό μου; Όταν ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος μιλά για την Αγία Τριάδα, εκφράζει όχι μόνο θάμβος και σεβασμό, αλλά και μίαν έννοιαν στενής συναφείας και αγαπητικής οικειότητος: «φίλην Τριάδα» την αποκαλεί, ακόμη ζωηρότερα δε «εμήν Τριάδα»[2]. Η πίστη στην Αγία Τριάδα ήταν γι' αυτόν αναπόσπαστο μέρος της δικής του προσωπικής ζωής. Πώς μπορούμε εμείς σήμερα να φθάσουμε να νιώθουμε όπως εκείνος; Πώς μπορούμε ακόμη να μάθουμε να λέμε μαζί του, «Τριάς εμή;»

Κατ’ αρχάς, πρέπει να υπογραμμισθεί ότι το δόγμα της Αγίας Τριάδος είναι ένα μυστήριο πέραν πάσης κατανοήσεως. Το δόγμα της Τριάδος δεν αποδεικνύεται δια συλλογισμών και λογικής επιχειρηματολογίας, διότι είναι κάτι δεδομένο εις ημάς διά της θείας αποκαλύψεως. Όπως λέγει ο Ρώσος Ορθόδοξος Θεολόγος Βλαδίμηρος Λόσκυ, «Το δόγμα της Τριάδος είναι σταυρός για τον ανθρώπινο τρόπο σκέψης»[3]. Αν θέλουμε να είμεθα αληθώς Τριαδικοί, η λογική και η διάνοιά μας πρέπει να σταυρωθούν (ωστόσο μια τέτοια σταύρωσις σημαίνει ταυτοχρόνως και ανάστασιν). Η Τριάς δεν είναι μία αφηρημένη έννοια, ούτε κάποια υπόθεσις ή φιλοσοφική θεωρία, αλλά ο Ζωντανός Θεός τον Οποίον μπορούμε να πλησιάσωμεν μόνο διά της λατρείας και της εσωτερικής ησυχίας. «Η γαρ σιωπή τιμάσθω τα άρρητα ή ευσεβώς αριθμείσθω τα άγια», επιμένει ο Μέγας Βασίλειος[4], Όταν θεολογούμε περί Τριάδος, ποτέ ας μην ξεχνούμε την ανάγκη τής αποφατικής συστολής.

Ο άνθρωπος, είπαν, είναι ένα ζώο που δημιουργεί σημεία και σύμβολα. Η συμβολική σκέψη είναι θεμελιώδης για τον άνθρωπο και το γεγονός ότι σήμερα πάρα πολλοί άνθρωποι δεν νιώθουν πια τη δύναμη και την έλξη των συμβόλων έχει ασφαλώς οδηγήσει τη ζωή μας σε μία τραγική πτώχευση, σε μια μη αναγνωρισμένη ωστόσο φλογερή δίψα. Ένα σύμβολο ή μία εικόνα, είτε λεκτική είτε οπτική, συχνά εκφράζει την αλήθεια καλύτερα από ένα λογικό επιχείρημα, με τρόπο απλούστερο, πιο προσιτό και πιο πειστικό. Ίσως, λοιπόν, τα σύμβολα μπορούν να ζωντανέψουν για καθέναν από μας το δόγμα της Τριάδος. Αλλά, βεβαίως, κανένα σύμβολο, ούτε και όλα τα σύμβολα μαζί δεν μπορούν να εξηγήσουν πλήρως το Τριαδικό μυστήριο. Σε κάθε μας αναζήτηση αναφορικά με την φύση της Τριάδος, είμαστε σαν μικρά παιδιά που μαζεύουν κοχύλια στην ακτή ενός απέραντου ωκεανού.

Εις την παράδοσιν της Εκκλησίας τρία είναι τα κύρια είδη συμβόλων ή αναλογιών που έχουν εφαρμοσθεί στον Θεό ως Τριάδα. Το πρώτο βασίζεται στην αίσθηση της όρασης και κυρίως στην έννοια του Θεού ως φωτός (A' Iω. 1:5). Το δεύτερο απορρέει από τον ήχο, αφού ο Χριστός περιγράφεται ως Λόγος του Θεού (Ιω. 1:1). Το τρίτο είδος χρησιμοποιεί την επίγνωση του εαυτού μας ως ανθρωπίνων προσώπων, αφού έχουμε κτισθεί κατά τη θεία εικόνα και ομοίωση (Γέν. 1:26-27)• είμαστε ο καθένας ζώσα εικόνα του ζώντος Θεού.

Σήμερα, ας αφήσουμε στην άκρη τις δύο πρώτες μορφές αναλογίας και ας συγκεντρώσουμε την προσοχή μας στην τρίτη. Η θεία εικόνα εντός μας μπορεί να κατανοηθεί κατ' αρχάς ως η εικόνα του Χριστού του Δημιουργού Λόγου εμείς οι άνθρωποι είμαστε λογικοί, προικισμένοι με πνευματική ενόραση, επειδή ακριβώς είμαστε πλασμένοι κατ' εικόνα του Λόγου. Ταυτοχρόνως η θεία εικόνα μπορεί εξίσου να κατανοηθεί και ως εικόνα του Θεού ο οποίος είναι Τριάς. Κοιτάζοντας ο ένας τον άλλον, κοιτάζοντας και τον εαυτό μας, βρίσκουμε αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί αποτυπώματα ή ίχνη της Τριάδος. Οι Τριαδικές αναλογίες σε κάθε πρόσωπο παίρνουν δύο βασικές μορφές, είναι είτε δια-προσωπικές είτε ενδο-προσωπικές. Μπορούμε, δηλαδή, να παρομοιάσουμε την Τριάδα είτε με τις διαπροσωπικές σχέσεις εντός μιας πληθώρας ή μιας κοινωνίας προσώπων, αλλά μπορούμε να παρομοιάσουμε την Τριάδα και με την αλληλεπίδραση των δυνατοτήτων και ικανοτήτων εντός ενός και μόνον προσώπου.

Η διαπροσωπική προσέγγιση ξεκινά από την διαβεβαίωση ότι «Ο Θεός αγάπη εστί» (Α' Ιω. 4:8). Μεταξύ όλων των ανθρωπίνων εμπειριών που μπορούν να μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε την φύση του Θεού, η επαρκέστερη είναι η αίσθηση του αγαπάν και αγαπάσθαι- μόνο μέσα από την αγάπη και δι' αυτής προσεγγίζουμε εμείς οι άνθρωποι πλησιέστερα την περιοχή του Θεού. Η αγάπη προς τον εαυτό μας, η αγάπη του ενός, η απομονωμένη και εσωστρεφής δεν αποτελεί το πλήρωμα της αγάπης. Η ανθρώπινη αγάπη, για να υπάρξει στην πληρότητά της, απαιτεί την παρουσία του άλλου, απαιτεί ένα «Συ» όπως και ένα «Εγώ». Αγάπη σημαίνει αμοιβαία αυτό-προσφορά. Σημαίνει δωρεά και ανταλλαγή, κοινωνία και σχέση.

Το δόγμα της Τριάδος μάς δεσμεύει να παραδεχθούμε ότι όλα αυτά ισχύουν και αληθεύουν, όχι μόνο για τους ανθρώπους, αλλά -με έναν απείρως υπερβατικό τρόπο- για τον ίδιο τον Θεό. Ο Θεός ως αγάπη δεν είναι μόνον αυτό-αγάπη αλλά αμοιβαία και κοινωνούμενη αγάπη. Εντός της θεότητος, υπάρχει προ πάντων των αιώνων μια τριπλή σχέση ενός Εγώ και ενός Εσύ, μία ατέρμων Τριαδική περιχώρησις. Ο Θεός δεν είναι μόνον μία ενότητα αλλά και μια ένωσις, όχι μόνον προσωπικός αλλά και διαπροσωπικός.

Η θεία απλότης είναι μία σύνθετος απλότης. Τα τρία Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος είναι ενωμένα με τέτοιο τρόπο, ώστε η εσώτατα συναρμοσμένη ενότητά τους να μην καταστρέφει αλλά να ενισχύει τον διακριτό χαρακτήρα εκάστου.
Η διαπροσωπική αυτή προσέγγισις, διά της οποίας παρομοιάζεται η Τριάς με πρόσωπα που ενώνει η αμοιβαία αγάπη, ανευρίσκεται κατά τον τέταρτο και πέμπτο αιώνα τόσο στην Ελληνική Ανατολή όσο και στη Λατινική Δύση. Είναι κατ' αρχάς μία προσέγγιση χαρακτηριστική των Καππαδοκών Πατέρων, οι οποίοι αντιλαμβάνονται την Θεία Τριάδα με όρους κοινωνίας: «Εν τη κοινωνία της θεότητος εστίν η ένωσις»[5].

Η ίδια διαπροσωπική προσέγγισις ανευρίσκεται και στην Λατινική Δύση, μία γενεά αργότερα από τους Καππαδόκες, στο έργο του Ιερού Αυγουστίνου De Trinitate. Είναι αλήθεια ότι τον Αυγουστίνο τον θυμόμαστε κυρίως για το ενδοπροσωπικό πρότυπο, το οποίο θα αναφερθούμε παρακάτω, στο οποίο ο Πατήρ, ο Υιός και το Πνεύμα παρομοιάζονται με τις ποικίλες εγγενείς πτυχές ενός και του αυτού προσώπου. Αλλά, πριν προχωρήσει σ' αυτές τις ενδοπροσωπικές αναλογίες, ο Αυγουστίνος προτείνει μία διαπροσωπική «Τριάδα αγάπης». Ο Θεός είναι αμοιβαία αγάπη: O Πατήρ είναι ο αγαπών (amans), ο Υιός είναι ο Ηγαπημένος (quod amatur) και το Αγιο Πνεύμα είναι ο αγαπητικός σύνδεσμος (vinculum amoris) που ενώνει τον Πατέρα και τον Υιό.[6] Είναι αλήθεια ότι ο Αυγουστίνος αφιερώνει σχετικά λίγες γραμμές στην διαπροσωπική αυτή αναλογία και περνά γρήγορα στις αναλογίες του ενός προσώπου, για τις οποίες έχει πολύ περισσότερα να πει. Ωστόσο, έχει σημασία να πούμε ότι προς το τέλος του έργου του Περί Τριάδος επιστρέφει στην εικόνα αυτή της αμοιβαίας αγάπης και προτείνει ότι, μεταξύ όλων των διαφορετικών παρομοιώσεων της Τριάδος, αυτή είναι ενδεχομένως η λιγότερο ανεπαρκής[7]. Στο σημείο αυτό ας προσέξουμε τον ιδιαίτερο σύνδεσμο που ο Ιερός Αυγουστίνος εδραιώνει μεταξύ του τρίτου Προσώπου της Τριάδος και της αγάπης.

Από την Ορθόδοξη οπτική, ένα μειονέκτημα της Αυγουοτίνειας «τριάδος αγάπης» είναι ότι φαίνεται να οδηγεί στο Filioque. Αν το τρίτο πρόσωπο θεωρείται ως η αγάπη που διαπερνά τον Πατέρα και τον Υιό, συνδέοντάς τους μεταξύ των, μήπως αυτό ισοδυναμεί με επιβεβαίωση της διπλής εκπορεύσεως του Πνεύματος; 0 Αυγουστίνος, όμως, ποτέ δεν ήταν οπαδός του Filioque με την ακραία και αδιαφοροποίητη έννοια. Σύμφωνος κατ’ ουσίαν με τους Καππαδόκες, επιμένει ότι ο Πατήρ είναι η μόνη αρχή εντός της Τριάδος, η μοναδική πηγή υποστατικής προελεύσεως. Το Αγιο Πνεύμα, αναμφίβολα ο Αυγουστίνος επιβεβαιώνει, εκπορεύεται εκ του Πατρός υποστατικώς, κατά βασικό και απόλυτο τρόπο (principaliter)[8]. Εκπορεύεται από τον Υιό μόνον κατά παράγωγο και δευτερεύοντα τρόπο, «διά της δωρεάς του Πατρός»[9], με την έννοια ότι ο ίδιος ο Υιός όσα έχει τα λαμβάνει εκ του Πατρός, άρα και τη δύναμη να εκπορεύει πεμπόμενο το Αγιο Πνεύμα.

Αρα, εν τέλει, η άποψη του Αυγουστίνου περί Πνεύματος δεν διαφέρει και πολύ από εκείνη των Καππαδοκών, και ιδιαιτέρως από την γνώμη του Γρηγορίου Νύσσης. 0 Γρηγόριος θεωρεί ότι το Πνεύμα εκπορεύεται εκ του Πατρός διά του Υιού[10], ο Αυγουστίνος λέγει ότι εκπορεύεται εκ του Πατρός και εκ του Υιού, αλλά κατόπιν το επεξηγεί λέγοντας ότι εκπορεύεται εκ του Πατρός «κατ’ αρχήν» και εκ του Υιού μόνον «κατά δωρεάν του Πατρός». Αν πούμε «κατά δωρεάν του Πατρός» άραγε δεν είναι το ίδιο με το «διά»; Ας μην υπερβάλλουμε ως προς την απόσταση μεταξύ Καππαδοκίας και Βορείου Αφρικής!

Την αναλογία της αμοιβαίας αγάπης, την οποίαν χρησιμοποιεί ο Αυγουστίνος, αναπτύσσουν κάποιοι Λατίνοι συγγραφείς που έζησαν το Μεσαίωνα, κυρίως ο Σκωτσέζος Richard of St Victor, ο οποίος έζησε τον 12ο αιώνα. Η ίδια αναλογία της διαπροσωπικής κοινωνούμενης αγάπης κατέχει εξέχουσα θέση στην Τριαδική θεολογία των Ρώσων θρησκευτικών διανοητών κατά τα τέλη του 19ου και τον 20ο αιώνα, ιδιαιτέρως του Βλαδιμήρου Σολοβιώφ, του πατρός Πάβελ Φλορένσκυ, του πατρός Σεργίου Μπουλγκάκωφ, του Νικολάου Μπερντιάεφ και του Παύλου Ευδοκίμωφ[11]. Η διαπροσωπική Τριαδική αναλογία, όμως, στην Ορθοδοξία, σε καμία περίπτωση δεν περιορίζεται στην Ρωσική παράδοση. Υπάρχει και μεταξύ Ελλήνων θεολόγων, όπως ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας, ο οποίος γράφει:
«Ο θεός είναι ον σχεσιακό. Χωρίς την έννοια της κοινωνίας θα ήταν αδύνατον να μιλήσουμε για τον Θεό»[12]. Υπάρχει επίσης και στα έργα του μεγαλυτέρου Ρουμάνου θεολόγου του 20ου αιώνα, του πατρός Δημητρίου Στανιλοάε, ο οποίος βλέπει την Τριάδα ως την «δομή της υπέρτατης αγάπης» και ο οποίος χρησιμοποιεί την πολύ δυνατή φράση «θεία διυποκειμενικότητα»[13].

Ένα από τα μείζονα πλεονεκτήματα της διαπροσωπικής αναλογίας της αμοιβαίας αγάπης είναι ότι μας βοηθούν να εδραιώσουμε μια άμεση σχέση μεταξύ του δόγματος της Τριάδος, αφ' ενός, και της δικής μας αντίληψης περί ανθρωπίνου προσώπου, κοινωνίας και πολιτικής αφ’ ετέρου[14]. Ο βασικός σύνδεσμος μεταξύ της Τριαδικής πίστεως και της αντίληψης περί ανθρωπίνου προσώπου συγκεφαλαιώνεται με σύντομο αλλά σαφή τρόπο στην Αρχιερατική Προσευχή του Κυρίου μας, κατά τον Μυστικό Δείπνο: « Ίνα πάντες έν ώσι, καθώς σύ, πάτερ, έν έμοι κάγώ έν σοί, ϊνα καί αύτοι έν ήμΐν έν ώσιν... ϊνα ώσιν έν καθώς ήμεΐς έν έσμεν» (Ιω. 17:21-23). Αυτή είναι η κλήση μας ως ανθρώπων: να αναπαράγουμε επί γης την κίνηση της κοινωνούμενης αγάπης η οποία υπάρχει αιωνίως εντός της Αγίας Τριάδος. Η λέξη του Κυρίου «καθώς» είναι ζωτικής σημασίας για τη σωτηρία μας. Δεν χρειάζεται δε να πούμε ότι η ενότης που υφίσταται μεταξύ των τριών Υποστάσεων της Αγίας Τριάδος είναι ασυγκρίτως στενότερη από την ενότητα μεταξύ ανθρώπων• ωστόσο, μεταξύ του θείου και του ανθρωπίνου επιπέδου υπάρχει γνήσια αναλογία. Καλούμεθα να είμεθα ζωντανές εικόνες της Τριάδος.[ χωρίς πρωτότυπο]

Από αυτό προκύπτει ότι κάθε τι που επιβεβαιώθηκε προηγουμένως για τον Θεόν ως Τριάδα ισχύει, στο βαθμό που είναι εφικτό εντός της κτιστής τάξεως, και για μας τους ανθρώπους. 0 Θεός είναι ον σχεσιακό, όν σχεσιακό είναι και ο άνθρωπος. Ως πρόσωπα είμαστε ό,τι είμαστε μόνον εν σχέσει προς άλλα πρόσωπα. Ο Θεός δεν είναι αυτό-αγάπη, αλλά αμοιβαία αγάπη: το ίδιο ισχύει για τον άνθρωπο. Δεν υπάρχει αληθές πρόσωπο παρά μόνον αν υπάρχουν τουλάχιστον δύο πρόσωπα - ή ακόμη καλύτερα τρία - εν κοινωνία μεταξύ τους. Ο Θεός είναι ανταλλαγή, αυτοπροσφορά, αλληλεγγύη• το ίδιο και ο άνθρωπος, που είναι κατ' εικόνα Θεού. Αυτό, λοιπόν, υπονοεί, σε πρακτικό και προσωπικό επίπεδο, το Τριαδικό Δόγμα: Σε χρειάζομαι, για να είμαι ο εαυτός μου.

Αναπτύσσοντας το σημείο αυτό, μπορούμε παρομοίως να επιβεβαιώσουμε ότι η Τριαδική πίστις δεν είναι απλώς θεωρία περί του βάθους της Θείας υπάρξεως αλλά καταφάσκει στις ύψιστες δυνατότητες της ανθρώπινης υποστάσεώς μας. Η Τριάς αποτελεί το ασύγκριτο και υπέρτατο παράδειγμα διαπροσωπικών σχέσεων.

Ο εαυτός μας ή κοινωνεί με τους άλλους ή αλλιώς δεν είναι τίποτε.
Είμαι άνθρωπος σημαίνει ότι βρίσκομαι σε διάλογο με τους ανθρώπους.
Ο αυθεντικός άνθρωπος δεν είναι εγωκεντρικός, αλλά εξωστρεφής.
Αν δεν αγαπώμαι από τους άλλους και αν με τη σειρά μου δεν αγαπώ τους άλλους, παραμένω ακατάληπτος για τον ίδιο μου τον εαυτό. Η ταυτότητά μου ως προσώπου αποστερείται του αληθινού της νοήματος.
Πραγματώνω τον εαυτό μου ως πρόσωπο μάλλον παρά ως άτομο, μόνον όταν επικοινωνώ με τους άλλους, κοιτάζοντάς τους στα μάτια και επιτρέποντάς τους να με κοιτάξουν κι εκείνοι στα μάτια.
Το ένα πρόσωπο μπορεί να υπάρξει μόνον όταν υπάρχει δυνατότητα να υπάρξει κάθε πρόσωπο, μόνον όταν μετέχουν όλοι του κόσμου. Είμαι άνθρωπος σημαίνει μοιράζομαι.
Και αυτό το εκφράζει, με απλά αλλά δυνατά λόγια, ο Μέγας Βασίλειος: «Τις ούκ οίδε ότι ήμερον καί κοινωνικόν ζωον ό άνθρωπος καί ούχί μοναστικόν, ούδέ άγριον; Ούδέν γάρ οϋτως ίδιον τής φύσεως ήμών ώς τό κοινωνείν άλλήλοις καί χρήζειν άλλήλων καί αγαπάν τό όμόφυλον»[15]. Ο λόγος αυτός του Μεγάλου Βασιλείου αληθεύει, ακριβώς επειδή ο Θεός είναι Τριάς.

Πλασμένος κατ' εικόνα της Τριάδος, ο άνθρωπος είναι αυτός που έχει αδελφούς και αδελφές, αυτός που δεν λέει «εγώ» αλλά «εμείς». Είναι ασφαλώς σημαντικό ότι στην Κυριακή Προσευχή όλα είναι στον πληθυντικό και όχι στον ενικό. Λέμε «ημάς» και όχι «εμένα»: Τόν άρτον ήμών τον έπιούσιον δός ήμιν σήμερον και άφες ήμιν τά όφειλήματα ήμών, ώς καί ήμεις άφίεμεν τοΐς όφειλέταις ήμών καί μή είσενέγκης ήμάς εις πειρασμόν, αλλά ρυσαι ήμάς άπό του πονηρού...

Το ίδιο ισχύει, εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων, και στη Θεία Λειτουργία: Η χαρακτηριστική Λειτουργική λέξη είναι το «ημείς», όχι το «εγώ». Ιδιαιτέρως κατά την κορυφαία στιγμή, κατά την Έπίκλησιν, ο λειτουργός -καθώς επικαλείται το Αγιο Πνεύμα, ώστε να κατέλθει και να μεταβάλλει τα Τίμια Δώρα - χρησιμοποιεί εμφατικά τον Πληθυντικό: «προσφέρομεν, παρακαλούμεν, δεόμεθα, ίκετεύομεν: Κατάπεμψον τό Πνεύμα Σου τό Άγιον έφ' ήμάς» καί όχι «επ’ έμέ»...

Στο σημείο αυτό μπορούμε επίσης να επιβεβαιώσουμε ότι η πίστις εις την Αγίαν Τριάδα σχετίζεται απολύτως με την κοινωνική και πολιτική μας ζωή. Όπως διεκήρυττε ο Nikolai Fyodorof, "το κοινωνικό μας πρόγραμμα είναι η Τριάς”. Κάθε συλλογικότητα- η οικογένεια, η ενορία, η μητρόπολη, το σχολείο ή το πανεπιστήμιο -καλείται να γίνει, καθένα με τον δικό του τρόπο, μία ζωντανή εικόνα της Τριάδος. Η πίστις στον Τριαδικό Θεό, στον Θεό των διαπροσωπικών σχέσεων, της κοινωνούμενης αγάπης, μας υποχρεώνει να αγωνιζόμαστε σε κάθε επίπεδο κατά της καταπίεσης, της αδικίας και της εκμετάλλευσης. Στον αγώνα μας για κοινωνική δικαιοσύνη, ενεργούμε με συγκεκριμένο τρόπο: εις το όνομα της Τριάδος.


[1] Λόγος 45:4 Εις το άγιον Πάσχα (PG 36: 628C).
[2] Ποιήματα 2:1:11 (PG 37:1165Α, 1313:Α, 1434Α).
[3] Βλαδ. Λόσκυ, Η Μυστική Θεολογία της Ανατολικής Εκκλησίας, Εκδόσεις Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη, 1973.
[4] Εις το Αγιον Πνεύμα 18:44 (PG: 32 149Α).
[5] Μεγάλου Βασιλείου, Εις το Αγιον Πνεύμα 18:45 ((PG: 32 149C).
[6] DeTrinitate VIII, 14 (χ).
[7] De Trinitate XV, 10 (vi).
[8] De Trinitate XV, 29 (xvii).
[9] De Trinitate XV, 47 (xxvi)
[10] Ad Ablabium: Quod non sint tres dei, ed. W. Jaeger and F. Mueller, Γρηγορίου Νύσσης Έργα III, I (Leiden 1958), σελ. 56, στ. 4-11. Πρβλ Μαξίμου Ομολογητού Προς Μαρίνον (PG 91:136ΑΒ) Ιωάννου Δαμασκηνού, Έκδοσις Ακριβής της Ορθοδόξου πίστεως, 12.
[11] Μ.Α. Meerson, The Trinity of Love in Modern Russian Theology. The Love Paradigm and the Retrieval of Western Mediaeval Love Mysticism in Modern Russian Trinitarian Thought (From Solovyov to Bulgakov) (Quinoy, Illinois 1998)
[12] Being as Communion: Studies in Personhood and the Church (London 1985), σελ. 17.
[13] The Experience of God (Brookline, Mass. 1994) σελ. 245-78.
[14] Καλλίστου Γουέαρ, To ανθρώπινο πρόσωπο ως εικόνα της Αγίας Τριάδος, Εκδόσεις Παρρησία Αθήνα 2013
[15] Όροι κατά πλάτος, iii I (PG 31: 917Α).

ΣΧΟΛΙΟ: Ενας σύγχρονος James Bond πού ροκανίζει τά πατερικά μας θεμέλια. Δέν βρέθηκε ούτε ένας άχρηστος θεολόγος νά τόν ρωτήσει. Αφού είμαστε φορητές εικόνες τής Αγίας Τριάδος γιατί ενανθρώπησε ο Κύριος; Γιά νά μάς τό θυμήσει;  Οσον αφορά τό Φιλιόκβε τό βαθύ του μυστικό είναι ότι στό σκεπτικό τού Αυγουστίνου δέν υφίσταται σάν Υπόσταση τό Αγιο Πνεύμα, είναι ενέργεια. Καί στό χθεσινό απόσπασμα τού Αγίου Γρηγορίου Τού Παλαμά αναιρείται πλήρως η κακοδοξία τού "διά". Μεγάλος πράκτορας τών Ρώσων θεολόγων.

Αμέθυστος 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...