Δευτέρα, 24 Ιουνίου 2019

Η φύση της Τραγωδίας (1)

Η φύση τής Τραγωδίας 
Τής Susan Taubes, 
στο The Review of Metaphysics, Vol. 7 No. 2 (Dec., 1953)

Η τραγωδία διατηρεί την μορφή τού τελετουργικού και το πλαίσιο τού μύθου, και την ίδια στιγμή καταπιάνεται με την σχέση μεταξύ τού ανθρώπινου και τού θείου, τής φύσης και τής ανθρώπινης υπέρβασης τής (ύβρεως, transgression), όπως τα βλέπει η θρησκεία και η φιλοσοφία. Ταυτόχρονα όμως, η τραγωδία παρουσιάζει την ζωή που βρίσκεται πέραν, και σε αντίθεση προς το τελετουργικό, την θρησκεία και την φιλοσοφία,  πού δεν μπορεί να μειωθεί σε ή να ενσωματωθεί στο μυθικό, θρησκευτικό ή ορθολογικό πλαίσιο. Η τραγωδία εστιάζεται στην μεμονωμένη πράξη, η οποία εκπτύσσεται ολοκληρωμένη και εμπερικλείεται στην ίδια την εσωτερική της αιτιότητα. Η τραγωδία απομονώνει μια συγκεκριμένη στιγμή, μέσα από την οποία ολόκληρο το ανθρώπινο σύμπαν πρέπει να περάσει, σαν μέσα από το μάτι της βελόνας.
Επειδή η τραγωδία προσφέρει μια ολοκληρωτική ερμηνεία τής ζωής, η τραγική οπτική μπορεί να θεωρηθεί ως μια εναλλακτική ως προς την μυθική, φιλοσοφική ή θρησκευτική ερμηνεία. Στην Ελλάδα, η τραγωδία είχε παραγκωνίσει το τελετουργικό ως μορφή κοινωνικής έκφρασης τής λατρείας. Ο Πλάτων είχε ορίσει την αρμοδιότητα, αποστολή τού φιλοσόφου ως αντίθετη προς αυτήν του τραγικού ποιητή, και έβλεπε μια εχθρική φιλοσοφία μέσα στην τραγική οπτική. Στην θρησκευτική σκέψη, όπου η τραγική ερμηνεία των θεολογικών διδασκαλιών στιγματίζεται ως αίρεση, είναι σαφής η αντίληψη, πως η τραγική και η ευσεβής (θρησκευτική) στάση είναι ασύμβατες.
Σκοπός της προκείμενης εργασίας είναι η έκθεση κάποιων βασικών προϋποθέσεων τής τραγωδίας σε αντίθεση προς αυτές τών τελετουργικών (ritual) και τής θρησκείας. Μια λεπτομερής συγκριτική ανάλυση τής έννοιας τού ήρωα και τού προβλήματος τής ύβρεως στην τραγωδία, στον μύθο, στο τελετουργικό, στο έπος, στην θρησκεία και την φιλοσοφία, είναι σαφώς εκτός των στόχων ενός άρθρου. Στο παρόν κείμενο επιθυμώ απλώς να καταδείξω την πορεία που θα μπορούσε να ακολουθήσει μια τέτοια έρευνα, και περιορίζομαι στην σύγκριση της τραγωδίας με το τελετουργικό και την θρησκεία.
Η τραγωδία είναι η μορφή μέσα στην οποία μια δεδομένη κοινωνία μπορεί να βρει την τέλεια έκφραση τής συνειδήσεώς της. Και επειδή δεν αντιλαμβάνεται κάθε εποχή τα προβλήματα της με όρους τραγωδίας, ούτε κάθε εποχή αποκτά αυτογνωσία με την χρήση ενός μόνο μέσου, θρησκευτικού ή θεωρητικού ή καλλιτεχνικού, αυτό μας εξηγεί γιατί τραγωδίες δεν δημιουργούνται σε κάθε εποχή και υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις.
Το μπαρόκ θέατρο με χαρακτηριστικό την λογική, η ρομαντική σκηνή με χαρακτηριστικό το πάθος, όπως και τα θεατρικά έργα με τα σύγχρονα κοινωνικά και ψυχολογικά προβλήματα, είτε είναι νατουραλιστικά, είτε πειραματικά, αντιπροσωπεύουν διάφορους τύπους δράματος, που οπωσδήποτε δεν προσλαμβάνουν το μέγεθος της τραγωδίας. Ο Francis Fergusson περιέγραψε πολύ καλά και λεπτομερώς την παρακμή του θεάτρου, μέσα στα στενεύοντα πλαίσια του ορθολογισμού και του νατουραλισμού. «Από την εποχή τής καταστροφής τού μεγάλου ‘καθρέφτη’ τού θεάτρου τής ελισαβέτειας εποχής, έγινε απαραίτητο να ανορθωθεί ή να επινοηθεί το θέατρο. Το μοντέρνο δράμα ήταν η συνέχεια πιο περιορισμένων ειδών (θεάτρου), που βασίζονταν σε ακόμα πιο περιορισμένες δηλώσεις περί ανθρώπινης ζωής, όπως του Racine «πράξη ως λογική» ή του Wagner «πράξη ως πάθος».
Στο δράμα που έχει ως θέμα την κοινωνική κριτική ή την ανάλυση χαρακτήρων, στο δράμα που παρουσιάζει τον μυστικισμό τού πάθους, αλλά ακόμα και στα δράματα τού Racine, που παρουσιάζουν τον θρίαμβο της λογικής επί του ενστίκτου, τα υλικά του θεάτρου χρησιμοποιούνται για εντελώς διαφορετικούς σκοπούς σε σύγκριση με την τραγωδία. Και σε κάθε περίπτωση υπάρχει μια διαφορετική αντίληψη τής διάστασης αυτής τής ανθρώπινης πράξεως, του θεμελίου της και του ορίζοντά της. Η παρούσα εργασία επικεντρώνεται επομένως στο ελληνικό και στο θέατρο τής ελισαβέτειας εποχής, το κάθε ένα με τα δικά του χαρακτηριστικά, την τραγική συνείδηση των αντίστοιχων περιόδων.
Ο ορισμός τής «τραγωδίας» δεν μπορεί να εξαχθεί από καθαρά αισθητικές κατηγορίες, αλλά απαιτεί μια μεταφυσική προσέγγιση. Για τον λόγο αυτό, αν και ένας «τραγικός ρυθμός» μπορεί να διακριθεί μέσα στην τυπολογική σύνθεση ενός έργου όπως τα «Φαντάσματα» τού Ibsen, η τραγική αρχή όμως απορρίπτεται. Γιατί ο Ibsen διαβεβαιώνει στα κοινωνικά του δράματα, πως αν  οι άνθρωποι μπορούσαν να ελευθερωθούν από την παραλυτική και συχνά υποκριτική αίσθηση της ευθύνης, και «γίνουν ο εαυτός τους», μπορούν να ξεφύγουν από την καταστροφή. Η τραγωδία βέβαια παρουσιάζει μια αναπόφευκτη καταστροφή. Η τραγωδία μπορεί πράγματι να καταδείξει την ανάγκη περιορισμού τού ατομικού πάθους και τής διόρθωσης των παραδοσιακών ηθών. Η προειδοποίησή της όμως δεν είναι κριτική των παραδοσιακών ή ατομικών θεμελίων, ούτε βασίζεται σε ορθολογικές ή θεολογικές προϋποθέσεις, αλλά λαμβάνει πάντοτε χώρα στο μεγαλύτερο πλαίσιο ενός σύμπαντος, όπου διάφορες περιοχές απαιτούν εξίσου την πιστότητα τού ανθρώπου. Και όπου το αγαθό που μπορεί να αποκτήσει ο άνθρωπος είναι πάντοτε μια αμφιλεγόμενη ισορροπία αντίθετων δυνάμεων. 
Η τραγική σκηνή είναι μια ζυγαριά, όπου ζυγίζεται η ανθρώπινη πράξη, όπου αναμετριέται η ανθρώπινη θέληση με το έργο των θεών, η σημασία με την ματαιότητα, η τάξη με το χάος. η ζυγαριά ταλαντεύεται γύρω από το σημείο ισορροπίας. Εάν όλο το βάρος πέσει στην μια μόνο πλευρά, θα μείνουμε με ένα κόσμο όπου ο άνθρωπος είναι εντελώς παγιδευμένος σε ένα δίκτυο θείας-δαιμονικής αιτιότητας, ή με ένα κόσμο όπου ο άνθρωπος βρίσκεται μόνος, ως η τελική πηγή τών πράξεων του. Θα μείνουμε λοιπόν, είτε με ένα κόσμο τού οποίου η τάξη και η σημασία είναι αιώνια και αμετάβλητα εγκαθιδρυμένες, είτε με ένα κόσμο χωρίς δεσμούς ή σταθερότητα, κενό νοήματος. Σε ένα κόσμο όπου τα βάσανα και ο θάνατος μετριούνται βάσει ενός αυστηρού σχεδίου δικαιοσύνης ή σε ένα κόσμο όπου επικρατεί ανούσιος κίνδυνος και η ανθρώπινη λογική λυγίζει μπρος στην ανοησία. Σε κάθε έναν από τους κόσμους αυτούς, ο άνθρωπος δε θα αισθάνονταν την κατάστασή του ως τραγική. Γιατί τραγωδία σημαίνει, πως η σχέση τού ανθρώπου προς την νοητή σφαίρα, από την οποία εξαρτάται η επιβίωση και η χαρά του, έχει καταστεί αβέβαιη, συγκρουσιακή, τραβηγμένη μέχρι τα άκρα, και μπορεί να εκφραστεί μόνο με όρους αντίφασης και παραδόξου. Ο άνθρωπος δεν απολαμβάνει την βεβαιότητα και ασφάλεια, ούτε στην θεία εξουσία ούτε στην δική του αυτονομία. Ο άνθρωπος εξαρτάται από τους θεούς, αλλά δεν μπορεί πια να στηριχθεί σε αυτούς.

Συνεχίζεται

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...