Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2018

ΠΡΟΣ ΑΚΙΝΔΥΝΟΝ - ΛΟΓΟΣ ΑΝΤΙΡΡΗΤΙΚΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ (2)

ΣΤΟΝ ΑΙΡΕΣΙΩΤΗ ΤΗΣ ΚΑΚΟΔΟΞΙΑΣ ΤΟΥ ΒΑΡΛΑΑΜ ΠΟΥ ΣΥΝΕΓΡΑΨΕ ΥΠΕΡ ΑΥΤΗΣ ΜΕΤΑ ΤΗ ΦΥΓΗ ΚΑΙ ΣΥΝΟΔΙΚΗ ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΕΚΕΙΝΟΥ


Συνέχεια από: Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2018

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Ότι όλος ο αγώνας των λόγων τού Ακίνδυνου είναι να δείξει κτιστή τη λαμπρότητα τής θείας φύσεως, με την οποία άστραψε και τους μαθητές στο Θαβώρ ο Κύριος

7. Αυτό πράγματι το φως, το άδυτο, το αδιάδοχο, το ανέσπερο, το άναρχο, το αΐδιο, την καλλονή του μέλλοντος αιώνος, τη δόξα του Πατρός (διότι πιστεύομε ότι ο Υιός θα έλθει με τη δόξα του Πατρός) , αλλ’ επίσης και του Πνεύματος (διότι μία είναι η δόξα του Πατρός, του Υιού και του Πνεύματος), ατιμάζουν τούτοι οι άνθρωποι πάλι με τα παρουσιαζόμενα εδώ συγγράμματά τους, αλλοίμονο στην πλάνη τους, προσπαθώντας δυσσεβώς να το δείξουν κτιστό και μηχανευόμενοι να πείσουν γι’ αυτό με κάθε τρόπο τους ευσεβείς. «Διότι το μόνο άκτιστον», λέγουν, «φως και η άκτιστος δόξα είναι η φύσις του Θεού· ενώ το φως που έλαμψε στο Θαβώριο όρος δεν είναι ούτε φυσικό σύμβολο, πώς λοιπόν θα είναι άκτιστο;». Κι’ αυτά, μολονότι, όπως όλοι γνωρίζετε, όσοι πιστεύουν αυτά τα πράγματα έχουν μόλις πέρυσι με έγγραφο Συνοδικό Τόμο αφορισθεί και αποκηρυχθεί από την Εκκλησία του Θεού και, αν δεν μετανοήσουν, είναι αποκομμένοι από όλο το χριστιανικό πλήρωμα.

8. Έτσι λοιπόν και μέχρι σήμερα ο στη γνώμη αντίθετος του μεγάλου φωτός δεν ετόλμησε καθόλου να παρουσιάσει με γράμματα την πονηρή δοξασία του στους εδώ ευρισκομένους (δεν σταμάτησε όμως να ενσταλάζει με τη γλώσσα τον ιόν της κακοφροσύνης σ’ όσους μπορούσε), αν και επέτυχε μεγάλη βοήθεια λόγω των εμφυλίων στάσεων που επικρατούν αυτόν τον καιρό. Έστειλε όμως γραπτή τη διδασκαλία του προς τους απομακρυσμένους από εμάς έως την Θεσσαλονίκη και τη Βέροια· από όπου προσφάτως εστάλθηκαν σ’ εμάς τα χειρόγραφα της ασεβείας κατασχεθέντα από τους εκεί διακρινομένους για τη σύνεση και την αρετή.

Περιέχονται λοιπόν σ’ αυτά κακουργίες, όχι τέτοιες που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ένας ευφυής άνδρας που παρεκτράπηκε από το ορθό, αλλά τέτοιες που θα χρησιμοποιούσε κάποιος με πονηρή προαίρεση αλλά και με αδέξια φύση, τέτοιες που έχουν ακμαία και εγγενή μέσα τους τη δολιότητα, τη σκολιότητα, την κακοήθεια, αντλώντας την άφθονα από την πονηρή πηγή, τον Βαρλαάμ, που εξεκίνησε την πλάνη. Αφού βέβαια έχουν εξελεγχθεί πρότερα σε έκταση, δεν υπάρχει τίποτε για έλεγχο τώρα. Είναι όμως αναγκαίο να επιτεθούμε στις πραγματείες αυτές, επειδή νομίζουν ότι κάτι λέγουν για το σπουδαίο αυτό θέμα προς πολλούς αγνοούντες, για πράγματα που αγνοούν, ενώ και οι ίδιοι οι διδάσκαλοι και συγγραφείς τους τα αγνοούν. Και θ’ αρχίσουμε με την πριν από κάθε άλλο προσαπτομένη εναντίον μας από τον Ακίνδυνο και θρυλουμένη διθεΐα.

Λέγει λοιπόν, «δυο θεότητες άκτιστες, συναΐδιες, υπεραιώνιες, την μιά μεν υπερκείμενη την άλλη δε υφειμένη, την μια μεν ενεργούσα την άλλη δε ενεργουμένη, την μια μεν αόρατη την άλλη δε αντιληπτή και με σωματικούς ακόμη οφθαλμούς διά του Πνεύματος, ή μία θεότητα από αυτά, που τώρα ακούομε, ποιός άκουσε ποτέ έως τώρα;».
Άραγε δεν έχει διασκευασθεί και η λεκτική σύνθεσις από αυτόν (τον Ακίνδυνο), για να εκπλήξει τους αναγνώστες; Διότι, γνωρίζοντας πόσο δυσκολοπαράδεκτα είναι τα επόμενα, ταράσσει (θροεί) προκαταλαμβάνοντας (προληπτικώς) τη διάνοια των ακροατών, ώστε, εισδύοντας έτσι με δόλιο τρόπο, καθώς προχωρεί, να φανεί ευκολοπαράδεκτος, όταν μας κατατρέχει (συκοφαντεί) σαν να είμαστε αποκηρυγμένοι. Νομίζω πράγματι ότι ούτε ο νοητός όφις δεν θα είχε κατορθώσει να ελκύσει προς συζήτηση την Εύα, αν με το παράδοξο της λογικής φωνής τού αλόγου όφεως δεν έστρεφε εκείνην προς τον εαυτό του και συγχρόνως δεν προκαλούσε θόρυβο (ταραχή) στη διάνοια αυτής· κι αφού υπέκλεψε έτσι την προσοχή της ενστάλαξε την καταστρεπτική συμβουλή. Αλλά αυτός μεν προετοιμάζει την είσοδο τόσο παραπλήσια με τον αρχέκακο και τοποθετεί κακότεχνα στο αγκίστρι το δέλεαρ (δόλωμα), ότι τάχα κάμει τον αγώνα υπέρ τής μιας θεότητος αυτός που, αλλοίμονο στην τόλμη του, την υποβιβάζει στη θέση της κτίσεως. Εγώ όμως τι να κλαίω πρότερα σ’ αυτόν; Τη γλώσσα που υπηρετεί στο ψεύδος ή τον νου που ανοηταίνει; Τί να ελέγξω πρώτο; Την πανουργία, με την οποία προσπαθεί να μεταφέρει σ’ εμάς τη λαβή που, όπως νομίζει αυτός, προσφέρουν εναντίον των εαυτών τους οι πατέρες, ώστε να κλέψει τους ακούοντες, ή το πλήθος και το μέγεθος των άτοπων, στα οποία εκινδύνευσε να περιπέσει, επειδή άλλες μεν γνώμες των αγίων τις αθετεί εντελώς, άλλες δε τις παρερμηνεύει και τις συμπιέζει και τις σύρει προς την δική του δοξασία, με την οποία δεν συμφωνούν;

Συνεχίζεται
Αμέθυστος

Δεν υπάρχουν σχόλια: