Τρίτη, 29 Ιουλίου 2014

Ο ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΚΑΙ Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΣ ΝΕΟΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟΣ (8)


Συνεχίζεται από Παρασκευή, 4 Ιουλίου 2014
 
ΠΕΡΙ  ΕΥΤΥΧΙΑΣ 

Του Werner Beierwaltes

9. Η αθανασία σαν βασικός χαρακτήρας της ευτυχίας με την εσχατολογική της σημασία.
Η φράση «όποιος κατέχει τον Θεό είναι ευτυχής» (Deum qui habet, beatus est), όπως και οι έννοιες της αλήθειας και της σοφίας, μας επιτρέπουν να κατανοήσουμε εκείνη την δομή του ανθρώπου που συμπίπτει με την ποιότητα της ζωής που είναι το αντικείμενο της έρευνας, (τον τρόπο της ζωής). Εάν κάποιος «έχει Θεό», κατέχει την αθανασία. Αυτή η έννοια πρέπει να κατανοηθεί με διπλό τρόπο: αθανασία της ψυχής σαν βασικού χαρακτήρος του ανθρώπου που βρίσκεται μπλεγμένος στην χρονικότητα και στην θνητότητα  και μαζί σαν βασικός χαρακτήρας της μέλλουσας και αιωνίου ζωής η οποία είναι ευτυχής με την πλήρη και αυθεντική της σημασία. Ο Αυγουστίνος σκέπτεται πως η αθανασία είναι συνθήκη της ευτυχούς ζωής και επιπλέον ξεκινώντας από το δεδομένο της αθανασίας της ψυχής και την αθανασία του σώματος, ισχυρίζεται πως είναι δυνατόν να φανταστούμε με ελπίδα μια ευτυχή ζωή η οποία παραμένει μ’ έναν άχρονο τρόπο υπερβαίνοντας την Ιστορία. «Η ευτυχής ζωή δεν είναι ζωή αυτής της θνητότητος και δεν θα υπάρξει εάν δεν υπάρχει και η αθανασία επίσης.. Εάν αυτή η τελευταία δεν θα μπορούσε με κανένα τρόπο να δωθεί στους ανθρώπους, θα επιδιώκαμε ματαίως και την ευτυχία. Διότι χωρίς την αθανασία δεν μπορεί να υπάρξει η ευτυχία». (περί Τριάδος, XIII, 7, 1).
Η λαχτάρα για την ευτυχία συμπίπτει με την θέληση να αποχτήσουμε την αθανασία. «Όλοι οι άνθρωποι θέλουν να είναι ευτυχείς, και εάν το επιθυμούν αληθινά, επιθυμούν ταυτοχρόνως να είναι αθάνατοι. Η επιθυμία για μια ευτυχισμένη ζωή, αθάνατη, που θα διαρκεί άχρονα είναι παρούσα μέσα στην ουσία της ανθρώπινης ψυχής. Αυτή η επιθυμία είναι δεμένη με την απόλυτη αλήθεια που είναι το απόλυτο Ον, η Ιδέα και η σοφία. Η γνωστική διαχρονική κίνηση μπορεί να επιτελέσει την λειτουργία της μόνον επειδή στηρίζεται στο καθαυτό Είναι, το υπεράνω του Χρόνου (αλήθεια, ιδέα, σοφία) και έχει συνείδηση του γεγονότος. Λόγω αυτού του οντολογικού δεσμού με το Είναι, η ψυχή είναι αθάνατος».
Ένα από τα επιχειρήματα που χρησιμοποιεί ο Αυγουστίνος για να αποδείξει την αθανασία τη ψυχής, ξαναχρησιμοποιώντας το εννοιολογικό πλέγμα για το οποίο μιλήσαμε, είναι το παρακάτω: η ψυχή προσλαμβάνει το είναι της από το πρωταρχικό και υπέρτατο Είναι. Καθότι σε καθαρή ουσία και καθαρή υπόσταση, αυτό το Είναι είναι επίσης αλήθεια και σοφία. Υπάρχοντος δε στον υπέρτατο τρόπο, δεν έχει κανένα αντίθετο σε σχέση με τον εαυτό του, δηλαδή καθότι Ουσία, δεν μπορεί παρά να είναι! [Αυτή την δομή ακριβώς έχει και το οντολογικό επιχείρημα: ο Θεός καθότι «καθαυτό Είναι», καθότι Είναι στο οποίο τίποτε δεν μπορεί να είναι ανώτερο, δεν μπορεί παρά να Είναι]. Βάση λοιπόν του επιχειρηματος του Αυγουστίνου είναι  η ενότης του Είναι και του Είναι-αλήθεια, και γι’ αυτό ο Αυγουστίνος προσπαθεί να αποδείξει τον ουσιώδη και άλυτο δεσμό που διατρέχει ανάμεσα στην ψυχή και στο Είναι που την υπερβαίνει: «Εάν η ψυχή έχει από αυτό το υπέρτατο και πρωτογενές Είναι, την ιδιότητα να είναι, … δεν υπάρχει τίποτε που μπορεί να την αναγκάσει να χάσει αυτήν την ιδιότητα, καθότι κανένα πράγμα δεν αντιτίθεται στην ουσία από την οποία αυτή έχει αυτήν την ιδιότητα. Και επομένως αυτή δεν παύει να υπάρχει… δεν μπορεί να πεθάνει» (περί της αθανασίας την ψυχής, XII 19).
Ξεκινώντας από αυτόν τον οντολογικό δεσμό της ψυχής με το Είναι ή με την Ιδέα, είναι δυνατόν να κατανοήσουμε ένα ά λλοεπιχείρημα που χρησιμοποιεί ο Αυγουστίνος για να αποδείξει την αθανασία της ψυχής. Η ψυχή δεν στερείται αυτής της ίδιας και δεν εγκαταλείπει αυτήν την ίδια. Η ψυχή είναι ζωή και η ζωή εξ ορισμού ζει: «η ζωή η οποία εγκαταλείπει αυτό που πεθαίνει δεν εγκαταλείπει τον εαυτό της, διότι αυτή η ίδια είναι ψυχή, (η ψυχή σαν αυτό που ψυχώνει και δίνει ζωή πρέπει να διακριθεί από αυτό που ζωογονεί). Η ψυχή επομένως δεν πεθαίνει».
Αυτή η επιχειρηματολογία είναι πλατωνικού τύπου. Στο Φαίδωνα ο Πλάτων αναπτύσσει την τρίτη απόδειξη της αθανασίας της ψυχής κινούμενος από την έννοια της ζωής! Ο ουσιώδης χαρακτήρας της Ιδέας είναι και της ζωής. Και επειδή είναι ταυτόσημη με τον εαυτό της δεν μπορεί να έχει στον εαυτό της το αντίθετο του εαυτού της. Και για τον Πλωτίνο ένα από τα χαρακτηριστικά της ψυχής είναι πως προσφέρει ζωή σε εκείνο που έρχεται στην κατοχή της. Η ψυχή λοιπόν είναι αιτία της αυτοκινήσεως ενός όντος, το αντίθετο της ζωής είναι ο θάνατος. Εάν η ψυχή είναι κατ’ ουσίαν ζωή, δεν μπορεί να δεχθεί στον εαυτό της το αντίθετό της, τον θάνατο. Έτσι η ψυχή είναι ανώλεθρος και αθάνατος. Εάν η ψυχή χωρίζει από το σώμα, δεν χάνεται και φεύγει από τον θάνατο. Η ζωή της κατανοείται ξεκινώντας από την μετοχή στην Ιδέα, στην νόηση. (Πλάτων, Φαίδων, 105 d).
Για τον Αυγουστίνο η έννοια της αθανασίας είναι πολύ σημαντική διότι από αυτή εξαρτάται η εσχατολογική πλευρά της έννοιας της μακαριότητος, της ευτυχίας (beatitudo). Παρ’ όλα αυτά όμως η διαφορά ανάμεσα στην εννοιολόγηση του Αυγουστίνου και την φιλοσοφική έννοια της μακαρίας ζωής βρίσκεται, όχι τόσο στην προϋπόθεση της αθανασίας της ψυχής, όσο στην σημαντική έννοια, σύμφωνα με την οποία η αυθεντική ευτυχισμένη ζωή έχει την καθοριστική της ολοκλήρωση στο μέλλον, το οποίο όμως γίνεται άχρονο παρόν. Εσχατολογία της ευτυχίας, τελική μακαριότης. (περί της Πολιτείας του Θεού, XIX, 10): «Μια ειρήνη ακόμη ατελής. Όμως ούτε οι μαθητές οι πιο άγιοι και πιστοί του μοναδικού, αληθινού και υπέρτατου Θεού, γλίτωσαν από τα λάθη τους και από τους πολλούς πειρασμούς τους. Σ’ αυτόν εδώ τον τόπο της αδυναμίας, σ’ αυτές τις εποχές της πονηρίας, δεν είναι καθόλου άχρηστο να επιδιώκουμε με φλογερό πάθος εκείνη την σιγουριά στην οποία υπάρχει η πλήρης και βεβαία ειρήνη. Εδώ θα βρίσκονται τα φυσικά δώρα, όλων των ειδών, που δώρισε ο δημιουργός στην φύση μας. Και δεν θα είναι μόνον αγαθά αλλά θα είναι και αιώνια, όχι μόνον στην ψυχή, η οποία θεραπεύεται μέσω της υπομονής, αλλά και στο σώμα, το οποίο ανανεώνεται με την ανάσταση. Εδώ θα είναι οι αρετές, και δεν θα μάχονται πλέον τα πάθη ή τα κακά, αλλά θα διαθέτουν εκείνη την αιώνια ειρήνη που κανένας αντίπαλος δεν θα μπορεί να ενοχλήσει. Εκεί θα είναι η τελική μακαριότης, το τέλος της τελειώσεως, που δεν θα γνωρίζει την καταστροφή του τέλους».
Σ’ ετούτον τον κόσμο ο άνθρωπος είναι δυνατόν να δει τον Θεό «σαν καθρέφτη και εν αινίγματι», ενώ στην άνω Ιερουσαλήμ, πέραν του χρόνου και της ιστορίας της γήινης πολιτείας, ο άνθρωπος μπορεί να δει τον Θεό «πρόσωπο με πρόσωπο», όπως Αυτός είναι. Αναλόγως ο άνθρωπος μπορεί να αποκτήσει την μακαρία ζωή αυθεντικά και πλήρως μόνο πέραν εκείνου του ορίου που αντιπροσωπεύει ο θάνατος του σώματος. «Τώρα» είμαστε ευτυχείς μόνον με την παρηγορούσα ελπίδα;, «μετά» θα είμαστε ευτυχείς πραγματικά: «ακόμη και αν η ευτυχής ζωή δεν είναι ακόμη πραγματικότης, παρ’ όλα αυτά μας παρηγορεί σ’ αυτή τη ζωή η ελπίδα σ’ αυτή».
Αυτή η μορφή της ζωής, καθοριστική και υπερβατική, η «πλήρης ευτυχία, η αιώνιος και βεβαία» πραγματοποιείται σε αντίθεση με την σταθερή επιθυμία, τον πόθο της ανήσυχης καρδιάς και με την αναζήτηση και την εκπλήρωση τα οποία ξαναεμφανίζονται συνεχώς, όπως η σχόλη, η ησυχία και η ειρήνη του ίδιου του Θεού. Ησυχία και ειρήνη δεν σημαίνουν όμως αδράνεια, με την κοινή έννοια του όρου: η έλλειψη των πόθων(;) είναι το μέγιστο βάθος του Είναι του ανθρώπου και το πνεύμα του ανθρώπου μπορεί να το κατακτήσει σε ενότητα με το πνευματοποιημένο σώμα. Συνίσταται στην θεωρία, στην γνώση ή στην θεωρία του Θεού, (visio dei), στην απόλυτη αλήθεια. «Εμείς οι ίδιοι θα είμαστε η έβδομη ημέρα», το πιο μεγάλο Σάββατο που δεν γνωρίζει δύση. 
Εκεί θα αναπαυθούμε και θα θεωρήσουμε, θα δούμε και θα αγαπήσουμε, θα
αγαπήσουμε και θα υμνήσουμε. Νά λοιπόν τί θα υπάρχει στο τέλος χωρίς τέλος.
Αρχής γενομένης από την κριτική της θρησκείας του Φώυερμπαχ μια εννοιολόγηση αυτού του τύπου, η οποία τοποθετεί την ολοκλήρωση της ανθρώπινης ζωής όχι μόνον στο μέλλον, αλλά στο επέκεινα, αποκαθηλώνεται σαν μια ψευδαίσθηση η οποία υπονοεί τον ερχομό του Αγαθού στην θέση του κακού του παρόντος χρόνου. Και όχι μόνον η έννοια του Θεού αλλά και η πλήρης μακαριότης του απολύτου οράματος, που αναφέραμε, κατανοούνται σαν προβολές ή υποστασιοποιήσεις μιας επιθυμίας η οποία υπάρχει μόνον στην συνείδηση. Αυτός ο τρόπος σκέψης όμως είναι εντελώς ξένος στον Αυγουστίνο. Ο Θεός είναι πραγματικά εις εαυτόν και με τον ίδιο τρόπο είναι προκαταρκτικώς παρόν και στην νόησή μας σαν δημιουργός και μεσίτης. [η διαφορά οφείλεται στο ότι ο μοντέρνος άνθρωπος δεν διαθέτει πλέον ΝΟΥ. Και η διαφορά του εξαρτάται από τον αισθητό κόσμο και από την ικανοποίηση της επιθυμίας του για δόξα και ηδονή]. Μια ψυχοαναλυτική ερμηνεία – και αυτού του είδους είναι η κριτική του Φώυερμπαχ – η οποία προσπαθεί να φέρει στο φως το ασυνείδητο διαφεύγει από την αυτοκατανόηση του Αυγουστίνου και από τις προϋποθέσεις του.
Είναι αυτονόητο να σκεφθούμε πως έχει ιδιαίτερη σημασία και χρησιμότητα σε «μια εποχή αγωνίας» να χορηγείται σαν φάρμακο της ψυχής η θρησκεία και το μελλοντικό αγαθό. Την ίδια εποχή όμως, όπως του Αυγουστίνου, η πεποίθηση, βασισμένη με επιχειρήματα, πως αντικείμενο της θρησκείας και της Φιλοσοφίας είναι η υπέρτατη πραγματικότης είναι πολύ πιο δυνατή, από όσο είναι στην νεωτερικότητα, που θα μπορούσαμε να μειώσουμε την θρησκεία στις κατηγορίες της φιλοσοφίας.

Συνεχίζεται
Αμέθυστος

Δεν υπάρχουν σχόλια: