Τρίτη 2 Ιουνίου 2015

PAUL FRIEDLȀNDER ΠΛΑΤΩΝ (14)

Συνέχεια από Πέμπτη,14 Μαΐου 2015
                
  PAUL   FRIEDLȀNDER
                                                       Π Λ Α Τ Ω Ν

        ( 1ος τόμος:  Η αλήθεια της ύπαρξης και η πραγματικότητα της ζωής )
                      ( Τρίτη, αναθεωρημένη και συμπληρωμένη έκδοση -
                                Walterde Gruyteru. Co, Berlin 1964 )
    K E Φ Α Λ Α Ι Ο   IV   /   Α Κ Α Δ Η Μ Ι Α

Ανακάλυψε το βασίλειο των Ιδεών, αναζητώντας την αληθινή Πόλη ο Πλάτων. Και έμειναν αξεδιάλυτα συνδεδεμένα το Είδος (Eidos) και η Πόλη (Polis), η ύψιστη θεωρία και το ύψιστο πρακτικό ‘έργο’ γι’ αυτόν. Και μας το διδάσκει η πιο πιστή, με όλην την ποιητική ελευθερία, απεικόνιση της Ακαδημίας, η κοινότητα των φιλοσόφων τής πλατωνικής «Πολιτείας» αυτό. Οδηγήθηκε ψηλά, στη θέα τών Ιδεών, με την αγωγή αυτός ο εσώτατος κύκλος, που περικλείει, ως το οργανωτικό κέντρο, ολόκληρο το πολιτειακό οικοδόμημα ολόγυρά του. Στη θέα τών Ιδεών κατευθύνεται το μάτι τού φιλοσόφου, που υποχρεώνεται όμως να στραφή κάθε τόσο προς τα κάτω, ώστε να απεικονισθή στην Πόλη αυτό που είδε εκεί. Και παιδαγωγεί με τον ίδιον τρόπο και η Ακαδημία, το εμπειρικό πρότυπο – ή η απεικόνιση, αν το εννοήσουμε πλατωνικά – αυτού τού ιδανικού κύκλου: με τον διαλεκτικό δρόμο· και κατευθύνει προς το ίδιο ‘σημείο’ το βλέμμα: ψηλά στις Ιδέες. Της λείπει όμως μια πραγματική πόλη, που να την περιβάλη. Και δεν μπορεί έτσι παρά να υφίσταται ως ‘πρόθεση’ και ως ‘επιρρέπεια’, και να μην εκπληρώνεται η επιστροφή σε μιαν περιοχή πολιτικής πράξης. Αν έχουμε όμως δη σωστά τη σχέση Ακαδημίας και φρουρών τής πόλης, δεν ήταν τότε από μιαν αρχική θέληση, αλλά από μιαν ανάγκη, που έμεινε μακριά απ’ την αθηναϊκή πολιτική η Ακαδημία, την ίδια μάλιστα ανάγκη, που είχε πείσει τον δάσκαλο ότι ήταν αδύνατο, όπως περιγράφει ο ίδιος, να επιδράση στην πόλη. Όπως «περίμενε όμως πάντοτε τη σωστή στιγμή τής πράξης» ο Πλάτων, μέχρι που είδε τελικά, πως μόνον ένας φιλόσοφος κυβερνήτης θα μπορούσε να φέρη και τη σωτηρία, έτσι πρέπει να συμπεράνουμε πως προτίθονταν πολιτειακά και η Ακαδημία, περιμένοντας τη στιγμή τρόπον τινά, που θα μπορούσε να καταστή το κέντρο μιας πραγματοποιημένης ιδανικής πολιτείας η ίδια. 
Επιβεβαιώνονται δε με μια ματιά στο γραπτό έργο τού Πλάτωνα αυτά που λέμε. Ακόμα κι αν είναι μακρινή η σχέση ανάμεσα σ’ αυτό το ‘έργο’ και στη μορφή τής Ακαδημίας, ακόμα κι αν σκεφθούμε πολύ γενικά αυτή τη σχέση: αν λάβουμε υπ’ όψιν μας, τον χώρο που ‘καταλαμβάνουν’ οι διάλογοι για την πολιτεία, τον πολιτικό άνδρα και τους νόμους στο γραπτό έργο τού Πλάτωνα, θα είναι αδύνατο να σκεφθούμε απομακρυσμένη απ’ την Πολιτεία, όπως (είναι…) π.χ. ο κήπος τού Επίκουρου, την Ακαδημία. Απ’ τη μέρα που είδε μπροστά του το όραμα του φιλοσόφου-βασιλιά, δεν έχασε απ’ τη ματιά του την ιδανική πόλη, που κατευθύνονταν αδιάκοπα προς το Όν, ο Πλάτων. Την οποία και ‘ανοικοδομεί’ στο βασικό του έργο, δείχνοντας πως αποτελούν αποτυχημένες μορφές διαφόρου βαθμού όλες οι άλλες δυνατές πόλεις. ‘Μετακινεί’ δε στον διάλογό του «Πολιτικός» ακόμα περισσότερο στο μεταφυσικό πεδίο αυτόν τον φιλόσοφο-βασιλιά ή βασιλιά-φιλόσοφο, αντιπαραθέτοντάς τον συνολικά ως το μοναδικό αρχέτυπο στα άλλα είδη Πολιτειών, το οποίο και μιμούνται (μιμήματα) με μεγαλύτερη ή ως επί το πλείστον μικρότερη πληρότητα οι εμπειρικές συνταγματικές μορφές. Ενώ τον εμφανίζει τελικά ‘πέρα στον ορίζοντα’, ως κατάλληλο (μόνο…) «για θεούς και υιούς θεών» στους «Νόμους», οικοδομώντας ταυτόχρονα μιαν Πολιτεία δεύτερης τάξης μπροστά στα μάτια μας. Αν ακτινοβολούσε αναπόφευκτα τον πλατωνικό φωτεινό πυρήνα η Ακαδημία, δεν μπορούσε παρά να ‘θεωρή’  (( «Τί με θωρείς ακίνητη, πού τρέχει ο λογισμός σου;»… )) κι αυτή συνεχώς την Πόλη. Κάτι που το επιβεβαιώνει, μιλώντας ως ένα μέλος ακόμα τής Ακαδημίας στην πρωιμότερη ‘μορφή’ τής «Πολιτικής» του, και στοχεύοντας απολύτως στην «άριστη πόλη» κι ο Αριστοτέλης.
Δεν έχασε καμμιάν ευκαιρία, να συγκεντρώση εμπειρίες για την Αθήνα και τις άλλες πόλεις τής εποχής του ο Πλάτων. Κάτι που προκύπτει απ’ την αυτοβιογραφική του περιγραφή στην «7η Επιστολή», και το αποδεικνύουν τα πολιτειακά του κείμενα και προπάντων οι «Νόμοι». Μελέτησε με ακρίβεια, με την περιεκτική βέβαια ματιά τού φιλοσόφου, κι όχι ως πολιτειακό δίκαιο, το κρητικό και το σπαρτιατικό πολίτευμα. Παρατηρώντας, εξίσου με την ζωή τής κοινότητας και τις μορφές εξουσίας, τον ‘χώρο’ τής αγωγής. Σε μιαν ιστορία δε των δωρικών πολιτειών – όπου και αναζητείται το ποιες διατηρήθηκαν, ποιες παρήκμασαν και γιατί – αποδεικνύεται πως συνιστά ένα ‘ευτυχές’, και γι’ αυτό σταθερό μείγμα το πολίτευμα της Σπάρτης (691 D κ.ε.), μια ανάλυση που επηρεάζει και τον Πολύβιο και τον Κικέρωνα. Κι όταν διαβάζουμε σε ένα άλλο σημείο, πως ήταν μεθυσμένη ολόκληρη η πόλη τού Τάραντα στη γιορτή τού Διονύσου (637 Β), ή πως υποτάχθηκαν ωστόσο στις Συρακούσες, αν και είχαν τους καλύτερους στην κάτω Ιταλία νόμους οι Λοκροί (638 Β), αυτά απηχούν τις παρατηρήσεις τού Πλάτωνα κατά το ταξίδι του στην Ιταλία. Ενώ εγκωμιάζεται, λόγω τής απαράλλαχτης μέσα στους αιώνες πλαστικής της τέχνης και της μουσικής της η Αίγυπτος, όπου και μας διδάσκουν σαφώς τα λόγια «αν κοιτάξης προς τα εκεί, τότε θα βρης», πως πρόκειται και ’δώ για τις εμπειρίες ενός ταξιδιώτη (656 DE). Εξηγείται επίσης η πτώση τής περσικής ηγεμονίας (695 Α κ.ε.), ενώ παρατηρούνται περιστασιακά και οι συνήθειες των ‘φυσικών’ λαών: το πώς έπιναν οι Σκύθες, οι Καρχηδόνιοι, οι Κέλτες, οι Ίβηρες κι οι Θράκες (637 DE), κι η θέση τών γυναικών στους Θράκες και τους Σαρμάτες (805 D, 806 B). Ενώ χρησιμεύει ως ‘μάρτυρας’ για τις πρώιμες καταστάσεις ανθρώπινης καλλιέργειας (Kultur – ‘πολιτισμός’…) ο Όμηρος (680 Β, 681 Ε). Κι ας μη μιλήσουμε καθόλου για τη λεπτομερειακή γνώση τής αθηναϊκής νομοθεσίας – μέχρι τις προδιαγραφές για τους κήπους και τη χρήση τών δημοσίων υδάτων - , που οδηγούν όλα μαζί στη δυνατότητα να ‘οικοδομηθή’ η πόλη τών Νόμων. Βλέπουμε λοιπόν, σε τί πλούσια εμπειρία βασίζεται αυτή η κατασκευή. Που δεν είναι βέβαια μια εμπειρία με την έννοια του όψιμου Αριστοτέλη, που συγκεντρώνει όλα τα εφικτά πολιτεύματα σε κείνο το μεγάλο έργο τών «Πολιτειών». Που φανερώνει όμως εξαιρετικά ζωηρή προσοχή και παρατήρηση κι εδώ, κυριαρχημένη βέβαια πάντοτε απ’ τη σκέψη για την «άριστη πόλη». Και δεν μπορούμε βέβαια καθόλου να σκεφθούμε, πως δεν υπήρχε εξίσου ‘προσοχή’ και ‘παρατηρικότητα’ και στην Ακαδημία.
Θα μπορούσαμε να το κατανοήσουμε ακόμα ως «θεωρητικό» αυτό. Δεν μας αφήνει όμως καμμιάν αμφιβολία η παράδοση, ότι ίσχυαν παντελώς ως μια πολιτική δύναμη ο Πλάτων και η Ακαδημία και επιδρούσαν μάλιστα πολιτειακά. Προσκαλούν τον Πλάτωνα ως έναν νομοθέτη οι Κηρυναίοι, εκείνος όμως το απορρίπτει. Και δεν πηγαίνει ούτε στη Μεγαλόπολη ο ίδιος, αλλά αποστέλλει τον Αριστόδημο, όπως αποστέλλει και στους Ελεάτες τον «σύντροφό» του Φορμίωνα, που μετριάζει εκεί το ακραία ολιγαρχικό ‘συμβουλευτικό’ πολίτευμα. Στα μέσα δε της δεκαετίας τού ’60 ζητά ο βασιλιάς Περδίκκας τής Μακεδονίας έναν σύμβουλο απ’ τον Πλάτωνα, ο οποίος και του στέλνει τον Ευφραίο, που προτρέπει την αυλική κοινότητα να «ασκήση τη γεωμετρία και να φιλοσοφήση», ενώ αποφασίζει υπό την επίδρασή του να παραδώση ο Περδίκκας ένα ιδιαίτερο μέρος τής χώρας του να το διοικήση σαν δικό του ο νεαρός Φίλιππος. Οπότε και ‘υπενθυμίζει’ αργότερα στον Φίλιππο ο Σπεύσιππος, ότι οφείλει στον Πλάτωνα την αρχή τής κυριαρχίας του. Μαθαίνουμε δε ακόμα ακριβέστερα για τον Κόρισκο και τον Έραστο, μαθητές τού Πλάτωνα, που μετοικούν στην Άσσο τής μικρασιατικής Αιολίδας και συνδέονται στενά με τον δυνάστη (Dynast) Ερμεία. Διαθέτουμε μάλιστα την επιστολή, όπου εμφανίζεται ως σύμβουλος αυτού τού δεσμού ο Πλάτων, και γνωρίζουμε ότι μετέβαλε παρακινημένος από κείνον και τους μαθητές του σε ηπιότερη και τρόπον τινά νόμιμη μορφή την τυραννία (Tyrannis) του ο Ερμείας. Αναγνωρίζουμε δε εδώ, όπως και στη μεταρρύθμιση του Φορμίωνα, τις ίδιες τις σκέψεις διακυβέρνησης του Πλάτωνα, στον βαθμό που υπεισερχόταν στους τρόπους που διοικούνταν οι πολιτείες τού καιρού του, ενώ μπορεί να μας δείξη η πολιτική επιτυχία τής περίπτωσης του Ερμεία σ’ αυτήν την επίγεια πραγματικότητα, πόσο ‘δίκαιο’ έχουν εκείνοι που κρίνουν με οίκτο «πολιτικά» - με τη σύγχρονη και περιορισμένην έννοια της λέξης – ως έναν «αποξενωμένον απ’ τον κόσμο ιδεολόγο» τον Πλάτωνα.
Ήταν γνωστό πως ανατροπείς τής τυραννίας όπως ο Χίων τής Ηράκλειας κι εκείνοι που δολοφόνησαν τον ηγεμόνα Κότη, ανήκαν στην Ακαδημία. Ενώ κατέστησε απ’ την άλλη μια σύγχρονή του έχθρα προς το πρόσωπό του, υπεύθυνο για κάποιες απολυταρχικές επαναστάσεις σε δημοκρατικές πόλεις, ως δάσκαλο π.χ. του Ευαίου τής Λαμψάκου, του Τιμολάου τής Κυζίκου και του Χαίρωνα της Παλλήνης, τον Πλάτωνα. Η μοχθηρή όμως διαστρέβλωση, πως βιαιοπράγησε «με τη βοήθεια της ωραίας Πολιτείας και των παράνομων νόμων» (ωφεληθείς εκ τής καλής Πολιτείας καί τών παρανόμων νόμων – Αθην. ΧΙ 509 Β) ο Χαίρων, δείχνει καλύτερα από πολλά άλλα, τί θεωρούσε πως μπορούσε (πως επιτρεπόταν…) να αποδώση κανείς στην Ακαδημία. Απ’ την οποία προήλθε (εξάλλου…) και ο Αθηναίος πολιτικός Φωκίων. Κι αν μπορούμε να αμφιβάλλουμε για το αν χρωστάη τη νηφάλιά του στάθμιση των αθηναϊκών μέσων επιβολής και την πίστη του στο αναδυόμενη άστρο τής Μακεδονίας στην Ακαδημία ο Φωκίων, γνωρίζουμε ωστόσο ότι έκρυψε πίσω απ’ την παρεξηγημένη εκ μέρους του διδασκαλία τού Πλάτωνα, ότι είναι προτιμότερο να αδικηθής παρά να αδικήσης, τη μικροψυχία που επέδειξε απέναντι στον Κάσσανδρο.  
Tο πιο σημαντικό όμως βρίσκεται στο τέλος: πολεμώντας ο Δίων τον Διονύσιο, υποστηρίζεται απ’ την Ακαδημία, κι αν διαβάση κανείς την περιγραφή τού Πλούταρχου, δεν έχη καθόλου την εντύπωση πως ‘ξυπνά’ ξαφνικά μια βυθισμένη και μόνο στις σπουδές της μαθητική κοινότητα σε κάτι εντελώς άλλο, αλλά σαν να πραγματοποιείται εδώ νόμιμα όλη η σκέψη και ο σχεδιασμός περί Πολιτείας. Κι αν ξανακοιτάξουμε στον «κήπο» τού Επίκουρου, θα καταστή σαφές το πόσο αδύνατο θα ήταν γι’ αυτούς ένα τέτοιο εγχείρημα.
Παραμένει λοιπόν τελικά το βλέμμα μας στη Σικελία και στο ιδιαίτερο έτσι πρακτικο-πολιτικό έργο τού Πλάτωνα. Και δικαίως: γιατί μόνο μέσα απ’ αυτό το έργο και την αναγκαία του ακτινοβολία θα έπρεπε να θεωρηθή και η Ακαδημία. Το συναρπαστικό δράμα (Drama) – τα πρόσωπα του δράματος είναι εκτός απ’ τον ίδιον τον Πλάτωνα ο Διονύσιος ο νεώτερος, ο προικισμένος αλλά ματαιόδοξος και ασταθής ηγεμόνας· ο Δίων, ο συνδεδεμένος με παθιασμένη φιλία προς τον Πλάτωνα πρίγκιπας, που ήθελε το Ύψιστο, χωρίς να είναι εντελώς ώριμος γι’ αυτό, και καθώς συναναστράφηκε με τη χυδαιότητα αυτού τού κόσμου, περιέπεσε στο έγκλημα και την καταστροφή· ο ‘αντίπαλός’ του, δόλιος λαοπλάνος Ηρακλείδης, άλλοτε υποχωρητικός κι άλλοτε σκληροτράχηλος, ανάλογα με το πώς πήγαιναν τα πράγματα για τον Δίωνα· ο Κάλιππος, ο και Ιούδας τού ‘κύκλου’ τους· και κάποιοι άλλοι, πιο ‘μακρινοί’ και με λιγότερη σαφήνεια περιγραφόμενοι χαρακτήρες – προϋποτίθεται ως γνωστό εδώ αυτό το δράμα, εφ’ όσον γνωρίζουμε επαρκώς απ’ τις ίδιες τις επιστολές τού Πλάτωνα κι απ’ τις περιγραφές τών ιστορικών ανθρώπους και γεγονότα. Η κρίση βέβαια γι’ αυτά τα πράγματα είναι σήμερα σχεδόν ομόφωνη: υπάρχει εδώ το μεγάλο παράδειγμα για την καταστροφική, ή και ένοχη επέμβαση του θεωρητικού ανθρώπου στην περιοχή τής πράξης.
Εμείς όμως γνωρίζουμε: ήταν κάθε τι άλλο παρά ένας θεωρητικός άνθρωπος με την έννοια του Αριστοτέλη ή πολύ περισσότερο με την έννοια της σημερινής γλώσσας ο Πλάτων. Κι όταν συμπράτη στο πολιτικό γίγνεσθαι, δεν παρεμβαίνει σε μιαν εντελώς ξένη περιοχή. Διέβλεψε μάλλον εδώ τελικά την ευκαιρία, την οποία δεν έπαψε ποτέ – όπως λέει κι ο ίδιος σε κείνην την Επιστολή – να ‘αναμένη’. Κι αν κοιτάξουμε το σύνολο της ζωής του, πρέπει να το αναγνωρίσουμε: την επενέργεια δηλ. της πιο πρωταρχικής σ’ αυτόν, και ύψιστα ‘νόμιμης’ σ’ έναν ευπατρίδη (Eupatrides) απ’ τη γενιά τού Σόλωνα ορμής για την πολιτική πράξη.
Και δεν βίωσε καθόλου την τραγική ας πούμε αποτυχία τών πιο τολμηρών του σχεδίων ο Πλάτων. Γιατί ξεκίνησε με ακραία δυσπιστία το δεύτερο, και με ακόμα μεγαλύτερη το τρίτο του ταξίδι για τη Σικελία. Ή μήπως έχουμε κάποια αφορμή, να αμφισβητήσουμε τη ρητή του μαρτυρία; Περιγράφει με ακρίβεια, πόσο τον ‘πολιόρκησε’ για να επανέλθη, μετά την ανάληψη της εξουσίας απ’ τον νεώτερο Διονύσιο, ο Δίων· θα μπορούσαν εύκολα να ‘κερδηθούν’ για το πλατωνικό ιδανικό ο νεαρός ηγεμόνας κι οι νεαροί επίσης συγγενείς του· και θα εκπληρώνονταν τώρα η ελπίδα, να συνδεθούν σ’ ένα πρόσωπο φιλοσοφία και ‘εξουσία’   (( Φεύγοντας τελικά απ’ τη Σικελία, πουλήθηκε ως σκλάβος ο Πλάτων, και διασώθηκε μόνον επειδή τον εξαγόρασαν οι φίλοι του απ’ την Αθήνα… )) . «Εγώ αισθανόμουν όμως φόβο», συνεχίζει στην «7η Επιστολή» ο Πλάτων (328 Β), «στη σκέψη τών νέων ανθρώπων, πώς θα εξελίσσονταν τα πράγματα μαζί τους. Γιατί αλλάζουν γρήγορα και συχνά οι ‘ορμές’ τέτοιων ανθρώπων. Η φύση τού Δίωνα διέθετε αντίθετα, και το γνώριζα, μια φυσική ‘βαρύτητα’, και βρίσκονταν και σε πιο ώριμη ηλικία. Κι όπως συλλογιζόμουν ‘πέρα-δώθε’, αν έπρεπε να ταξιδέψω ή όχι, συνέβη τότε να πάρω παρ’ όλ’ αυτά την απόφαση: Αν ήθελε γενικώς να επιχειρήση κανείς μια φορά, να μεταφέρη στην πραγματικότητα αυτά που είχε σκεφθή για τους νόμους και το πολίτευμα μιας πόλης, έπρεπε να το προσπαθήση τώρα. Γιατί έναν μόνον να κέρδιζα, θα δικαιωνόμουν επαρκώς για όλα. Μ’ αυτή τη διάθεση και με το αίσθημα ενός τολμήματος ξεκίνησα απ’ το σπίτι μου, όχι όπως πίστευαν μερικοί, αλλά το σημαντικότερο ήταν η ντροπή τού εαυτού μου, ότι δεν μπορούσα να εμφανιστώ παρά μόνον ως ΄λόγος’, χωρίς να αναλάβω όμως ποτέ εκουσίως ένα πρακτικό έργο. Κι ότι θα βρισκόμουν στην ακροσφαλή θέση, να προδώσω για πρώτη φορά τη φιλοξενία και τον σύνδεσμο με τον Δίωνα, αφού κινδύνευε πράγματι σε καθόλου μικρό βαθμό». Και τώρα που ‘(ανα)κινούνται’  στον πιο ισχυρό βαθμό τα πράγματα, του επιβάλλεται μια μορφή σκέψης και παράστασης, που τη γνωρίζουμε σ’ αυτόν απ’ τον «Κρίτωνα». Η ενδεχόμενη μελλοντική ‘στιγμή’ είναι ολοζώντανη, με όλες της τις λεπτομέρειες, μπροστά του. Βλέπει να τον ‘πλησιάζη’ ο εξόριστος (πια…) Δίων και να του ‘μιλά’ για την προδοσία του, όχι μόνον απέναντι στον ίδιον, αλλά και στη φιλοσοφία: «Όμως η φιλοσοφία, που συνεχώς εξυμνείς, και δεν τιμάται κατά την άποψή σου απ’ τους άλλους ανθρώπους, πώς δεν θα προδίδονταν λοιπόν κι αυτή ταυτόχρονα μαζί με μένα, εφ’ όσον είναι στο χέρι σου το τί θα κάνης;».  Δεν έμενε άρα καμμιά τελικά επιλογή στον Πλάτωνα. Έστω κι αν δεν το έκανε μ’ ανάλαφρη την καρδιά.  «Εγκατέλειψα τις καθημερινές μου ασχολίες, απ’ τις οποίες ‘απολάμβανα’ οπωσδήποτε κάποια τιμή, και βρέθηκα κάτω από μιαν ηγεμονία, που δεν ταίριαζε ολοφάνερα στους λόγους μου και σε μέναν. Καθώς έφτασα όμως εκεί, εκπλήρωσα το χρέος μου απέναντι στον Δία, τον προστάτη τού δίκαιου των φιλοξενουμένων, και έμεινα ακατάκριτος ως προς τη φιλοσοφία, που θα είχε καταστή αντικείμενο ύβρεως και χλευασμού, αν είχα φανή αδρανής και δειλός και είχα συμπεριφερθή με ύψιστη καταισχύνη». Και μιλά έτσι κάποιος, που είχε αρκετή ανθρώπινη γνώση, ώστε να μην παραπλανηθή ως προς τις ελάχιστες πιθανότητες του εγχειρήματός του, είχε όμως και αρκετήν υπευθυνότητα απέναντι στον φίλο του και την ίδια την υπόθεσή του, ώστε να αναλάβη παρ’ όλ’ αυτά το τόλμημα. – Και τί συνέβη κατόπιν με το τρίτο ταξίδι; Αποκρούει κατ’ αρχάς τα πειστικά αιτήματα του Διόνυσου, καθώς και του Δίωνα. Ο ηγεμόνας τον πιέζει όμως ολοένα και περισσότερο. Του στέλνει (μάλιστα…) ένα πολεμικό πλοίο, για να του ‘ελαφρύνη’ τη μετάβαση, καθώς και τους άνδρες εκείνους, με τους οποίους και είχε ο Πλάτων στην προηγούμενη διαμονή του στις Συρακούσες τις καλύτερες σχέσεις. Οι οποίοι και του μεταδίδουν, ότι είχε μεταστραφή ζωηρά προς τη φιλοσοφία ο Διονύσιος. Ένα χειρόγραφο μάλιστα σημείωμα απ’ τον ηγεμόνα, εξαρτά απολύτως τη μοίρα τού Δίωνα απ’ το αν θα δέχονταν ή όχι την πρόσκληση ο Πλάτων. Ενώ κι άλλες επιστολές, απ’ τον Αρχύτα και τον ‘κύκλο’ τών Ταραντίνων, επιβεβαιώνουν τα όσα είχαν μεταφέρει για τις φιλοσοφικές τάσεις τού Διονύσου οι Συρακούσιοι πρέσβεις, προσθέτοντας και την ύψιστη σημασία που θα είχε για τις πολιτικές τους σχέσεις προς τον τύραννο (Tyrann) η άφιξη του Πλάτωνα. Τον πιέζουν όλα λοιπόν πάλι ,να αναλάβη το ταξίδι. «Και επιχείρησα έτσι κι αυτό το ταξίδι, σταθμίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τα πράγματα, και παρ’ όλους τους πολλούς μου φόβους και το ότι δεν μπορούσα τίποτα το καλό να ‘προφητέψω’» (340 Α). Δεν μιλά έτσι κάποιος, που ‘γλυστρά’ εύκολα σε σκληρές πραγματικότητες. Γνώριζε τους ανθρώπους ο Πλάτων, και ταξίδεψε, προχωρημένος πια εξηντάρης, στη θάλασσα, χωρίς να ξεγελιέται σε κάτι, με την πεποίθηση όμως, ότι έτσι έπρεπε.
Στην πολεμική πια εκστρατεία ενάντια στις Συρακούσες, που κατέστη αναπόφευκτη μετά την αποτυχία και του τελευταίου ταξιδιού τού Πλάτωνα, πήρε και η Ακαδημία, στο πλευρό τού Δίωνα, ζωηρά μέρος. Και έμοιαζε μάλιστα να εκπληρώνεται εδώ ο προσανατολισμός της προς την Πόλη, όσο ανώριμη κι αν φάνηκε – ακαθοδήγητη όπως ήταν στην πραγματικότητα – γι’ αυτό το έργο. Γιατί έμεινε πίσω, ως υπερήλικας πλέον, κι επειδή τού ήταν ιερός ως φιλοξενούμενος ο Διόνυσος, ο δάσκαλος. Δεν θα αμφισβητήση βέβαια κανείς το ότι ευχήθηκε επιτυχία στο εγχείρημα, απ’ τη στιγμή που το αποφάσισε ο Δίων.  Αλλά δεν το συμβούλεψε, και άφησε ελεύθερους στην απόφασή τους και τους μαθητές του, χωρίς να τους παροτρύνη. Επιχείρησε κατόπιν να δώση άλλη μια φορά πολιτικές συμβουλές, όταν στράφηκαν, μετά τη δολοφονία τού ηγέτη τους, προς αυτόν, που μετείχε στα σχέδια εκείνου, οι σύντροφοι του Δίωνα. Και μπορούμε να δούμε στις δυό μεγάλες ανοιχτές επιστολές τού Πλάτωνα, ποιες είναι οι πολιτικές του ιδεολογίες που του προσάπτουν. Η αλήθεια είναι (λοιπόν…), πως δεν αναγνώρισε κανείς με μεγαλύτερη οξύτητα, την ισχυρή πολιτική σημασία τών Σικελικών πραγμάτων. Γνωρίζει με ακρίβεια, πως ήταν το κατόρθωμα του πρεσβύτερου Διονύσιου, «να σώση απ’ τους βάρβαρους τους Έλληνες, που έδωσε εν γένει και κατ’ αρχάς τη δυνατότητα, να μιλά κανείς τώρα για ένα πολίτευμα» (VIII 355 D). Και καθιστά, αναφερόμενος ακριβώς στον μεγάλο και απειλητικό κίνδυνο απ’ τους Καρχηδόνιους, επείγουσες τις συμβουλές του (353 Ε). Οι οποίες και αποσκοπούν σε μιαν περιορισμένη από νόμους μοναρχία, που συμφιλιώνει τη σύγκρουση των μνηστήρων και παρέχει τη βεβαιότητα νομίμων καταστάσεων στους ηγευομένους. Θά ’πρεπε άραγες να πη αυτό το οποίο φαίνεται να απαιτούν από κείνον οι πολιτικοί ιστορικοί τής εποχής μας, ότι δηλ. μόνον ένας τύραννος του είδους τού πρώτου Διονύσιου μπορεί να σας σώση; Ήταν όμως αρκετά σοφός και αρκετά ‘πολιτικός’ για να επικαλεσθή έναν ήρωα ο Πλάτων, παρ’ όλο που δωρίζεται βέβαια απ’ τους θεούς κι αυτός ο ήρως. Κι ό,τι συμβουλεύει τώρα τους οπαδούς τού κόμματος του Δίωνα, το είχε επιχειρήσει ήδη με επιτυχία ο Ερμείας στην Ασία, έτσι ώστε δεν μπορούσε να είναι ένα ‘απόκοσμο’ σχέδιο και για τη Δύση. Και τί αποδεικνύει εντέλει ότι είναι ανίσχυρες οι προτάσεις τού Πλάτωνα; Ίσως το ότι διαπράχθηκαν τα αντίθετα απ’ αυτές και απέτυχαν οικτρά; Κανείς όμως δεν γνώριζε καλύτερα κι απ’ τον ίδιον, πόσο πολύ «έμοιαζε με μιαν προσευχή μια τέτοια συμβουλή» (VIII 352 E), κι ότι βρισκόταν στα ‘χέρια’ τών θεών η εκπλήρωσή της.
Δεν μπορεί να προέκυψε λοιπόν από αυταπάτες όλη εκείνη η ‘αποτυχία’, οι οποίες ήταν άλλωστε εντελώς ‘ξένες’ για τον Πλάτωνα. Τον ‘σημάδεψε’ σίγουρα βαθειά ο θάνατος του Δίωνα. Το μαρτυρά το επιτάφιο επίγραμμα (Epigramm) που συνέθεσε γι’ αυτόν, και σιγοτρέμει η συγκίνησή του στο τέλος τής μεγάλης Επιστολής: «Βρίσκεται εκεί πεσμένος, φέρνοντας ατέλειωτον πόνο στη Σικελία» (351 Ε). Και πρέπει να τον συγκλόνισε επίσης, ότι διέπραξε ένα μέλος τής Ακαδημίας τον ‘χυδαίο’ φόνο τού Δίωνα, παρ’ όλο που πρέπει να πιστέψουμε πως γνώριζε καλά και ο ίδιος τα σχετικά με τον Κάλιππο, όταν λέη σχετικά με τον Δίωνα: «Δεν ξεγελάστηκε για το ότι ήταν κακοί εκείνοι που τον έριξαν τελικά· μόνο για το ύψος τής βλακείας τους και γενικά τής κακότητας και της απληστίας τους, γι’ αυτό ναι ξεγελάστηκε». Πώς θα μπορούσαν να μην ‘επισκοτίσουν’, να μην ‘αμαυρώσουν’ όλ’ αυτά και τον Πλάτωνα; Διασύρθηκε εδώ κι εκεί στον πόλεμο των κομμάτων το όνομά του, και αμύνεται απέναντι σ’ αυτές τις επιθέσεις στο μεγάλο επιστολικό του μανιφέστο. Αλλά ό,τι κι αν μπορούμε να διαισθανθούμε γι’ αυτόν, εκείνο που ήταν βαθύτατο, παρέμεινε ανέγγιχτο. Είχε δη αρκετή πράγματι ανθρώπινη κακία απ’ τη νεότητά του, ώστε να μάθη και κάτι καινούργιο γι’ αυτήν. Το ότι ‘απο-πραγματοποιείται’ και συμφύρεται αναγκαστικά με το κακό κάθε Ιδέα στην ύπαρξή μας, αυτό ανήκε στις βασικές αρχές τής διδασκαλίας του. Δεν ζούσε όμως στο βάθος της στον κόσμο όπου συμβαίνουν αυτά τα πράγματα η ψυχή του· η ψυχή, που τα μάτια της παρέμεναν σταθερά προσανατολισμένα στις αιώνιες μορφές και την αληθινή Πόλη.  

( τέλος τού κεφαλαίου «Ακαδημία» - συνεχίζεται με το κεφάλαιο «Το γραπτό έργο» )

Δεν υπάρχουν σχόλια: