Τρίτη, 23 Απριλίου 2019

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ (5)

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ 
                           
                              Jacob Burckhard
                                                       ΤΟΜΟΣ 1ος
                       ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ
                        ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΚΑΙ Ο ΜΥΘΟΣ ΤΟΥΣ  (συνέχεια 3η)
      
Κάθε γνώση σε σχέση με το παρελθόν στηρίχθηκε αποκλειστικά στο μύθο και το βασικό εργαλείο του, την εποποιία· η επιστημονική συμφορά έκανε την εμφάνισή της αργότερα με την αποποίηση αυτής της γνώση, ενώ ο Όμηρος θεωρήθηκε το απόλυτο σημείο αναφοράς, ακόμη και σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη αρχαία εθνολογική μαρτυρία, η οποία θα έπρεπε είτε να απαλειφθεί είτε να εναρμονιστεί μαζί του. Ο Στράβων, ένας ομηριστής, που ελάχιστα μας παρέδωσε για την μετα-ομηρική εποχή μέχρι τους μηδικούς πολέμους, προσπαθεί να αναμείξει φύρδιν μύγδιν τα υπόλοιπα εθνογραφικά δεδομένα της αρχαϊκής Θεσσαλίας με το βασίλειο του Αχιλλέα, όπως εμφανίζεται στον Όμηρο· τα λεγόμενα αυτού του συγγραφέα αποδεικνύουν την απόλυτη εμπιστοσύνη που αποδώθηκε στην ακρίβεια του Ομήρου, το βαθμό στον οποίο η κάθε μικρή πόλη φιλοδοξούσε να περιληφθεί το όνομά της στην Ιλιάδα με τον χαρακτηρισμό ευκτίμενον πτολίεθρον (καλοχτισμένη, όμορφη πολιτεία) και πώς διόρθωναν τον ίδιο τον ποιητή για να του αποδώσουν όλα όσα αυτοί επιθυμούσαν. Όποιος από τους αρχαιολόγους εμφανίζονταν απόλυτα πιστός στον Όμηρο, ελάμβανε τον τιμητικό τίτλο του «αληθούς οπαδού του Ομήρου». Τελικά, με εντελώς φυσικό τρόπο, ένα πλήθος από γεγονότα που δεν μπορούσαν να συμπεριληφθούν στους μυθικούς χρόνους προσαρτήθηκαν στην επίσημη ιστορική τους κατάληξη, τους νόστους, δηλαδή τους θρύλους που διηγούνται τις περιπλανήσεις των διαφόρων ηρώων μετά την κατάληψη της Τροίας, οι οποίοι δεν αφορούσαν μόνο στον Οδυσσέα και τον Διομήδη, αλλά και στον Μενέλαο, τον Κάλχα και τους Τρώες Αινεία και Αντήνορα που ταξίδεψαν ανά τον κόσμο, αποδίδοντάς τους με αυτή την ευκαιρία και την ίδρυση αρκετών πόλεων. Είναι αναμφισβήτητο ιστορικό γεγονός ότι ο ελληνικός λαός επεκτάθηκε κατά την αρχαιότητα μέχρι τις ακτές της Ιταλίας και της Ασίας, αλλά δεδομένου ότι ο μύθος ήταν το πνευματικό θεμέλιο της ζωής ολόκληρου του έθνους, το να μην συμμετέχει κανείς σ’ αυτόν θωρούνταν μεγάλη κακοτυχία. Έτσι ο Διομήδης φαίνεται να βασίλεψε στην Αδριατική θάλασσα, όπως ο Αχιλλέας στον Πόντο, και όπου υπήρχαν κενά επικαλούνταν την παρουσία του Ηρακλή, του «πάσης της προς εσπέραν κύριον γενέσθαι». Η λατρεία των ηρώων υπήρξε ιδιαίτερα έντονη σε αυτές τις ξένες χώρες.
     Και παρότι υπήρχε ήδη σημαντική και εξακριβωμένη γεωγραφική γνώση, για τους ποιητές η γεωγραφία παρέμεινε στο χώρο του μύθου. Την εποχή που στον Εύξεινο Πόντο υπάρχει ήδη ένα πλήθος από ελληνικές αποικίες και που δεν βρισκόμαστε πολύ μακριά από τον Ηρόδοτο και την αριστοτεχνική εθνογραφική απεικόνιση της Σικελίας από τον Θουκυδίδη,  ο Αισχύλος στον Προμηθέα προσφέρει την πλέον θαυμαστή ονειρική γεωγραφία, το πιο αυθεντικό παράδειγμα φανταστικού κόσμου που μπορεί να γεννήσει ο μύθος. Η γοητευτική μυθοπλασία που ζωντανεύει με τις μορφές και τις αφηγήσεις της τις οροσειρές, τις κοιλάδες και τις ακτές ολόκληρης της Ελλάδας, είναι η ίδια που γεννά και την εικόνα ξένων λαών, όπως για παράδειγμα οι Αμαζόνες, η Αντιόπη, η Ιππολύτη και η Πενθεσίλεια, που παρεμβαίνουν με θαυμαστό τρόπο στη ζωή των ελλήνων ηρώων. Αυτήν ακριβώς την εξωτερική πτυχή του κόσμου τους, την μεγαλόπρεπη ή τρομακτική, οι Έλληνες επέμειναν να την διατηρήσουν ζωντανή στο απώτερο μέλλον.
     Όσο αβέβαιη κι αν φαντάζει η καθαυτό γνώση της αρχαϊκής εποχής, είναι σίγουρο ότι ο παντοδύναμος μύθος κυριάρχησε στην ελληνική ζωή, ότι κατηύθυνε τις εκδηλώσεις της σαν μια κοντινή και θαυμαστή παρουσία. Φώτιζε ολόκληρο τον παρόντα χρόνο των Ελλήνων παντού, ακόμη και σε μια πολύ μεταγενέστερη εποχή, σαν να μην ήταν ένα πολύ μακρινό παρελθόν, και εξακολουθούσε να αντανακλά κατά βάθος πιστά τις σκέψεις και τις πράξεις του ίδιου του έθνους.
     Υπάρχουν και άλλα έθνη που καλλιέργησαν την ποίησής τους μέσω των θεών και των ηρώων. Έζησαν άραγε οι Ινδοί, οι Πέρσες, οι Γερμανοί το μύθο τους με την ίδια οικειότητα, ή με ακόμη μεγαλύτερη ; Θα μας το πουν οι ειδικοί· ίσως η έντονη ορθοδοξία που επικράτησε στην Ανατολή και την Αίγυπτο, ως συνέπεια μιας ύστερης εξέλιξης, να εξολόθρευσε πληθώρα από θρύλους θεών και ηρώων, να περιόρισε ριζικά την αφηγηματική φαντασία των λαών αυτών· και είναι σαφές ότι οι Έλληνες βρέθηκαν σε μιαν εξαιρετικά προνομιακή θέση. Βρίσκονταν σχεδόν στο πρώτο στάδιο της ιστορίας τους: δεν είχαν ζήσει ακόμη καμιά ολοκληρωτική καταστροφή κάποιου προηγμένου πολιτισμού· καμιά ξένη επιδρομή, διότι οι επιδρομές που γνωρίζουμε συνέβαιναν στο εσωτερικό της επικράτειας· καμία ανάμειξη που να διακόψει την εξέλιξη ενός αρχαιότερου πολιτισμού και να αμαυρώσει τη μνήμη του· καμιά θρησκευτική κρίση που να καταλήξει στη συστηματοποίηση των πεποιθήσεων, σε μιαν ορθοδοξία· και τέλος καμιά υποδούλωση υλικής φύσεως. Και επιπλέον, μια σπάνια ευκαιρία για τον ελληνικό μύθο ήταν το ότι, παρότι γεννήθηκε σε μιαν εποχή εξαιρετικής απλοϊκότητας, κατόρθωσε να παρατείνει την παρουσία του, στην πλουσιότερη και πιο ολοκληρωμένη μορφή του, σε μιαν εποχή πλούσια σε γραπτά κείμενα, και μάλιστα σε εξαιρετικής αξίας λογοτεχνικά έργα, και να εγκατασταθεί με όλη του την αίγλη.
     Στον Τίμαιο του Πλάτωνα ο γέρων ιερέας της Σάις λέγει στον Σόλωνα: «Εσείς οι Έλληνες είστε αιώνια παιδιά, ένας Έλληνας δεν είναι ποτέ γέρων ! Είστε όλοι νέοι όσο είστε στην ψυχή. Διότι σ’ αυτήν δεν υπάρχει καμιά αρχαία γνώμη κάποιας γηραιάς παράδοσης, ούτε καμιά γερασμένη από το χρόνο επιστήμη». Είναι απολύτως ακριβές ότι οι Έλληνες, στερούμενοι μιας αφ’ υψηλού παιδείας και γνώσης, την οποίαν απολάμβαναν π.χ. οι Αιγύπτιοι, έζησαν το παρελθόν τους διαφορετικά από άλλους λαούς. Αργότερα, ασφαλώς, όταν έγιναν κι αυτοί ένα σοφό έθνος, ο μύθος έγινε και γι’ αυτούς αντικείμενο μελέτης και αντιπαράθεσης, και συνέχισε να υπάρχει σαν μια δεύτερη ιστορία· φιλονικούσαν σχετικά με το ερώτημα ποια ήταν η συγγένεια του κάθε ήρωα, ποιος σκότωσε ποιόν στη μάχη, και συνέκριναν τις διάφορες παραλλαγές· ακόμη και οι πλέον όψιμοι σχολιαστές, όπως ο Ευστάθιος και ο Τζέτζης διακρίνουν ανάμεσα σε άριστες και μέτριες αυθεντίες. Οι Ρωμαίοι, που άρπαξαν τον ελληνικό μύθο σαν έναν κόσμο που τους προσφέρθηκε, τον χάραξαν στη μνήμη τους με τον ιδρώτα του προσώπου τους και πλούτισαν μ’ αυτόν την ποίησή τους. Ο αυτοκράτορας Τιβέριος, μεταξύ σοβαρού και αστείου, περιέπαιζε τους γραμματικούς του απασχολώντας τους με κάποια σοφά ερωτήματα όπως: ποιά ήταν η μητέρα της Εκάβης, πώς αποκαλούσαν τον Αχιλλέα οι κοπέλες στη Σκύρο, ποιο ήταν συνήθως το τραγούδι των Σειρήνων. Κατά τα άλλα ο Τιβέριος θα μπορούσε να βρεί έναν σύγχρονό του, ελάχιστα νεώτερο, που δεν θα είχε καμιά δυσκολία να απαντήσει σε όλ’ αυτά: ο Πτολεμαίος Ηφαιστίων ισχυρίζονταν ότι γνώριζε πέντε από τα ονόματα του Αχιλλέα στη Σκύρο, καθώς και τα ονόματα των συμβούλων του Οδυσσέα, του Αχιλλέα, του Πάτροκλου κ.ο.κ. και χιλιάδες άλλες πληροφορίες αυτού του είδους. Πολύ αργότερα, σε μιαν εποχή που τα πρόσωπα του μύθου είχαν αποσυρθεί από τη σκηνή, παρότι δεν ήταν πλέον παρόντα ούτε στη ζωγραφική ή την γλυπτική τέχνη, απετέλεσαν μέρος της λόγιας ποίησης του Νόννου, ενώ από μιαν άλλη σκοπιά η απλοϊκή ρητορική αρνήθηκε την απαλλαγή της από το μυθικό υπόστρωμα. Για παράδειγμα, η φήμη του Οδυσσέα παραλληλίζεται μ’ αυτήν του Νέστωρα, ενώ εγκωμιάζονται ή αποδοκιμάζονται τα κατορθώματά τους· τα μυθικά πρόσωπα εξακολουθούν να συμμετέχουν στην καθημερινή ζωή και συχνά γίνεται επίκληση ακόμη και σε μια παθητική τους παρέμβαση, όταν πρόκειται για αποφασιστικές στιγμές του βίου· έτσι μαθαίνουμε τί θα έλεγε η Κασσάνδρα ατενίζοντας τον Δούρειο ίππο μέσα στην Τροία, ο Αγαμέμνων τη στιγμή που υπέκυπτε στους δολοφόνους του, ο Μενέλαος όταν πληροφορήθηκε τον θάνατο του αδελφού του, κ.τ.λ. Τον βαθμό στον οποίο ο μύθος ήταν σε θέση να αναζωπυρώσει τη λαϊκή φαντασία την εποχή της καισαρικής αυτοκρατορίας μάς αποκαλύπτει μια ιστορία που αφηγείται ο Παυσανίας σαν να συνέβη επί των ημερών του. Στην πόλη Τεμένου Θύραι της βόρειας Λυκίας σφοδρές καταιγίδες παρέσυραν ένα λόφο αποκαλύπτοντας ανθρώπινα οστά, αλλά μεγαλύτερα από το φυσικό μέγεθος· αμέσως κυκλοφόρησε η φήμη ότι επρόκειτο για τον σκελετό του Γηρυόνη, γιού του Χρυσάωρα, ότι ο θρόνος που ήταν σκαλισμένος στην πλαγιά του βουνού τού ανήκε επίσης, και ότι το ποτάμι που κυλούσε στην περιοχή ήταν ο ποταμός Ωκεανός· λεγόταν επίσης ότι κάποιοι οργώνοντας τη γη ανακάλυψαν κέρατα βοών· όπως είναι γνωστό ο Γηρυόνης έτρεφε σπανίου είδους βόδια. Ο Παυσανίας αντέτεινε στους κατοίκους της περιοχής ότι ο Γηρυόνης καταγόταν από τα Γάδειρα, ενώ οι ντόπιοι εξηγητές υποστήριξαν ότι ο νεκρός ήταν ο Ύλλος, γιός της Γαίας, ότι αυτός έδωσε το όνομά του στον ποταμό που ήθελαν προηγουμένως να ονομάσουν Ωκεανό, και ότι ο Ηρακλής σε ανάμνηση της φιλοξενίας του από την Ομφάλη της Λυδίας αποκάλεσε τον γιό του Ύλλο από το όνομα αυτού του ποταμού.
    Ας περιοριστούμε όμως σ’ αυτά τα κάπως παράξενα παραδείγματα που δείχνουν την αντοχή του μύθου στο χρόνο· επιβλήθηκε με όλο του το μεγαλείο ακριβώς την εποχή που οι Έλληνες έφταναν στο ύψιστο σημείο της δόξας τους· και μπορούμε να πούμε ότι αυτή παρατάθηκε ως τη στιγμή που άρχισαν να αποστρέφονται το μύθο. Υπερασπιζόμενοι το μύθο τους, υπερασπίζονταν επίσης τη νεότητά τους.
     Σ’ αυτή τη μακρινή εποχή οι Έλληνας είχαν ένα εξ ορισμού μυθικό πνεύμα· έμοιαζαν μόλις να αναδύονται από το όνειρό του φανταστικού τους κόσμου. Εμείς, όταν πρόκειται για το παρελθόν μας, αναζητούμε πάντοτε την ακρίβεια. Κάτι που για τους Έλληνες δεν είχε καμιά ιδιαίτερη σημασία, αφού τα πράγματα δεν χρειαζόταν να γίνουν γνωστά ως εξωτερικές πραγματικότητες, αλλά μπορούσαν να τα αντιλαμβάνονται θεωρώντας τα και να τα μετατρέπουν μυστηριακά σε δημιούργημα της θεωρίας τους· έτσι προέκυψε και η ελεύθερη ερμηνεία τους, διότι καθένας έβλεπε όσο μακριά τού επέτρεπε το βλέμμα του.
      Η δύναμη επιβολής του μύθου οφείλεται στη δημιουργία της πόλης ως τρόπου ύπαρξης του έθνους, καθώς και στους αοιδούς. Είναι πιθανό στους γερμανικού λαούς που εγκαταστάθηκαν μετά τις επιδρομές, μαζί με την πίστη στους θεούς και τους τοπικούς θρύλους να αναδύθηκε στο πνεύμα τους και ένα είδος ασαφούς ηρωικής παράδοσης, της οποίας αντιπροσωπευτική μορφή υπήρξε ασφαλώς ο Dietrich de Berne. Και είναι επίσης πιθανό να έπαιξαν και εδώ σημαντικό ρόλο οι βάρδοι, οι οποίοι έγιναν αμέσως δεκτοί στα κάστρα της αριστοκρατίας. Αλλά οι αγροτικοί πληθυσμοί, που υπήρχαν κατά πλειοψηφία, δεν μπορούν να  εξασφαλίσουν μια τόσο ευρεία διάδοση όπως οι κάτοικοι των πόλεων· τους αρκεί γενικά να εκφράζουν ελεύθερα τη φαντασία τους, οραματιζόμενοι μεγάλες μορφές και ασυνήθιστες καταστάσεις. Στους Έλληνες αντίθετα, οι ακροατές ανήκουν σε καθαρά αστικούς πληθυσμούς, οι οποίοι πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι έχουν μια σπάνια ικανότητα να δέχονται και να επεξεργάζονται αυτά που ακούν, καθώς και τη δύναμη και τη θέληση να διατηρούν ένα σταθερό ενδιαφέρον, αποτελώντας έτσι ένα κοινό ικανό να προσφέρει στην τέχνη του αοιδού πρόσφορο έδαφος. Γιατί χωρίς τους αοιδούς θα ήταν αδιανόητη η διάδοση των θρύλων σε ολόκληρη την Ελλάδα. Οι ιδιαίτεροι μύθοι της κάθε πόλης, επειδή είχαν την προέλευσή τους σε αρχαίες λατρείες, θα παρέμεναν ζωντανοί από μόνοι τους, αλλά χωρίς τη συμβολή των αοιδών, πώς θα μπορούσαμε να ερμηνεύσουμε το ότι  η Αργοναυτική εκστρατεία, το κυνήγι του Καλυδώνιου κάπρου, η ιστορία του Οιδίποδα, χωρίς καμία ή σχεδόν καμιά ιστορική τεκμηρίωση, αποτέλεσαν για όλους τους Έλληνες ιστορικά γεγονότα με ισχυρότερη και διαρκέστερη αξία από ό,τι πραγματικά ακολούθησε, και ότι μια κοινή σε όλο το έθνος ανάμνηση, όχι και τόσο μακρινή, ο Πόλεμος της Τροίας, συνέστησε το θεμέλιο, την ολοκλήρωση αυτού του κόσμου των μορφών. Το ότι εξ άλλου όλα τα ιστορικά πρόσωπα του έθνους δεν κατέκτησαν ποτέ το ενδιαφέρον ούτε είχαν την απήχηση ενός Θησέα, ενός Μελέαγρου, του Πέλοπα ή των Ατρειδών κ.ο.κ μπορεί να ερμηνευτεί από το γεγονός ότι το ιστορικό πρόσωπο ανήκει σε μια συγκεκριμένη πόλη που όλες οι υπόλοιπες φθονούσαν. Αλλά κατά βάθος το ίδιο ισχύει και για τα περισσότερα μυθικά πρόσωπα, χωρίς να αποτελέσει εμπόδιο στην καθολική τους αναγνώρισή, και τούτο χάρη στην εποποιία.
    Και έτσι, για ολόκληρους αιώνες, σε όλη την περίοδο που καλύπτουν οι λεγόμενοι «κυκλικοί» ποιητές, ό,τι ήδη υπήρχε συμπληρώθηκε και αναδιατυπώθηκε με τρόπο ώστε οπουδήποτε αναδυόταν ένα πραγματικό γεγονός να παραμερίζεται από το θρύλο, τη φαντασία, η οποία επεκτείνονταν διαρκώς καλύπτοντος όλα τα κενά από τα οποία θα μπορούσε να ξεπροβάλλει η πραγματικότητα. Ακόμη και τα γεγονότα που επέβαλε η πραγματικότητα αντιμετωπίζονταν και διαδίδονταν μέσα από ένα μυθικό πνεύμα· παρομοίως και η ιστορία όφειλε να υποταχθεί στις απαιτήσεις μιας παράδοσης, που για μεγάλο διάστημα υπήρξε μόνο προφορική και ποιητική. Μόλις ξεπρόβαλε μια πραγματική γενεαλογία, φρόντιζαν αμέσως να την παραποιήσουν και να τη δυσφημίσουν συνειδητά, μέσα από ένα πλήθος φανταστικών γενεαλογιών, που ήταν συνήθως έργο ύστερων τοπικών αρχαιολόγων· κατά τον ίδιο τρόπο πραγματικές εθνογραφικές πληροφορίες επισκιάστηκαν από εντελώς φανταστικούς πληθυσμούς, όπως οι Κένταυροι και οι Λάπηθες, αποδεικνύοντας ότι μπορούσαν να κάνουν οτιδήποτε για να συντηρήσουν τη φανταστική εκδοχή της γεωγραφίας και εθνογραφίας. Το εντυπωσιακό κατά βάθος δεν είναι το ότι ο μύθος επεκράτησε της ιστορίας, αλλά ότι επεκράτησε του ίδιου του μύθου, δηλαδή ότι οι μύθοι δεν ήταν απαραίτητο να αντικαθίστανται συνεχώς από άλλους μύθους, αλλά κατά μια γενική αποδοχή οι αοιδοί θα μπορούσαν να ξεκινήσουν το έργο τους από το σημείο όπου ένας προηγούμενος είχε αρχίσει, ή είχε σταματήσει.
    (συνεχίζεται)

Δεν υπάρχουν σχόλια: