Δευτέρα 24 Μαρτίου 2014

ΚΑΛΛΙΣΤΟΣ ΑΓΓΕΛΙΚΟΥΔΗΣ - Α ΜΕΡΟΣ (ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ 19)

Συνέχεια από Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2014
O Doctor Angelicus συναντά τον Κάλλιστο Αγγελικούδη

Ο Κάλλιστος Αγγελικούδης αναλύει και σχολιάζει 
  το κατά των Ελλήνων βιβλίο του Θωμά Ακινάτη
Περί θείας απλότητος και διαφοράς ουσίας και ενέργειας

371. Έτσι είναι το ψέμμα κι ο ψεύτης που το χρησιμοποιεί, σκοτεινά και μαχόμενα προς αυτά τα ίδια˙ βαδίζοντας σε άνομη οδό, προχωρά σε κάκιστες βλασφημίες και λέει ο ελεεινός αυτός Θωμάς˙ « ηρεμεί με την ευδαιμονία, που είναι έσχατο τέλος, η φυσική έφεση, δεν παύει δε η γνώση της πίστης την έφεση, αλλά τη διεγείρει περισσότερο, γιατί ο καθένας επιθυμεί να δη, αυτό που πιστεύει. Δεν είναι άρα ευδαιμονία η γνώση της πίστης ». Βλέπετε, σε ποιόν γκρεμό κατέπεσε απ’ το να νομίζη πως έχει παυθή η έφεση αυτών που επέτυχαν την ευδαιμονία, που είναι έσχατο τέλος;
372. Δεν συνίσταται, λέει, η έσχατη του ανθρώπου ευδαιμονία στην δια της πίστεως περί του Θεού γνώση. Σε ποιάν αθλιότητα έχει, αλλίμονο, φτάσει! Αν δεν συνίσταται διά πίστεως και της κατ’ αυτήν περί Θεού γνώσης η έσχατη ευδαιμονία του ανθρώπου, είναι μάταιη η πίστη και κενό το κατά Χριστόν κήρυγμα. Αλλ’ έχει πη εκείνος «ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται, ο δε απιστήσας κατακριθήσεται» (Μάρκ. στ΄ 16), η αυτοαλήθεια, ο ποιμένας ο καλός και μη παρερχόμενος ( απαρόδευτος ) διδάσκαλος της Εκκλησίας του, καθόσον είναι ο ενυπόστατος Λόγος του Θεού˙ και λες, προσπερνώντας ανόητα εσύ, τρισάθλιε, την πίστη και τον πιστευόμενο, πως υφίσταται ( υφεστάναι ) στη θεωρία τής εξωτερικής (έξω) σοφίας η ευδαιμονία, και δεν την επιτρέπεις ( συγχωρείς ) κατά κανέναν τρόπο στην διά της πίστεως περί Θεού γνώση, και απονέμεις μεγαλύτερη δύναμη ( ισχύ ) στην ελληνική σοφία απ’ ό,τι ακριβώς στην ιερή πίστη και την κατ’ αυτήν περί Θεού γνώση˙ κι έχεις εξέλθει ολοφάνερα, και μάλλον έγινες και αντίπαλος των θείων ευαγγελίων και του κηρύγματος μέσα σ’ αυτά και του Θεού Λόγου που παρέσχε το κήρυγμα. Γι’ αυτό και πάλι σου απαγγέλλω το αλλίμονο, Θωμά
373. «Δεν παρουσιάζεται ( γίνεται παρόν ) με την εκ πίστεως γνώση τελείως το πιστευόμενο πράγμα στον νου˙ γιατί είναι των απόντων η πίστη (Εβρ. ια΄ 1), κι όχι των παρόντων. Παρουσιάζεται όμως με την πίστη ο Θεός στη διάθεση, όταν προστίθεται εκούσια αυτός που πιστεύειι στον Θεό, όπως λέγεται στο Γ΄ κεφάλαιο της προς Εφεσίους “κατοικείν εν ταις καρδίαις ημών τον Χριστόν διά πίστεως” (Εφεσ. γ΄ 17). Δεν είναι άρα δυνατό να υφίσταται στη γνώση της πίστης η έσχατη ευδαιμονία του ανθρώπου». Όλα ψευδή, όλα αιρετικά, εφ’ όσον είναι ανακόλουθα στις θείες Γραφές.
374. Λέει πως δεν γίνεται με την εκ πίστεως γνώση παρών ο Θεός στον νου, αλλά στη διάθεση ˙ κι αυτό είναι κάποιου που αντιλέγει όχι μόνο στις θείες Γραφές, αλλά και στον ίδιον τον Χριστό, τον και των Γραφών Κύριο. Γιατί δεν λέει εκείνος πως παρίσταται κατά τη διάθεση των πιστών ο Θεός, γιατί είναι ολοφάνερος εμπαιγμός του δαίμονα αυτό. Γιατί είναι συγκατάθεση λογική η διάθεση του νου, και δεν παρίσταται ο Θεός στη διάθεση στους πιστούς ούτε μικροπρεπώς και αφανώς, αλλ’ εμφανίζεται στην καρδιά, αναβλύζοντας πνευματικά τα αείβλυτα και φωτίζοντας υπερκοσμίως αυτόν που μετέχει.
375. Και λάβε τη βεβαίωση κι απ’ τις υποσχέσεις του Σωτήρα και να ντραπής, Θωμά, γιατί λέει˙ «ο πιστεύων εις εμέ – όχι όπως λένε οι αιρέσεις, αλλ’ όπως είπε η Γραφή, ορθόδοξα δηλαδή – ποταμοί εκ της κοιλίας αυτού ρεύσουσιν ύδατος ζώντος» (Παροιμ. ιη΄ 4˙ Ησ. νη΄ 11˙ Ιωάν. ζ΄ 38). Κι ο επιστήθιος˙ «τούτο δε έλεγε περί του Πνεύματος, ου έμελλον λαμβάνειν οι πιστεύοντες εις αυτόν» (Ιωάν. ζ΄ 39). Ακούς κοιλιά και ποταμούς που ρέουν από ’κει και Πνεύμα, και μιλάς εσύ για τη διάθεση, η οποία γίνεται πολλές φορές και στα έθνη και ελεήμων και προσεχτική και ευελπιστεί στον Θεό; Ονειρεύεσαι, μάθε το καλά, και αγνοείς ως δύσπιστος το δώρο των πιστών. Άκου τον ιερό Παύλο που λέει γι’ αυτό˙ «έσωσεν ημάς διά λουτρού παλιγγενεσίας –δηλαδή διά βαπτίσματος του εκ πίστεως – και ανακαινώσεως Πνεύματος Αγίου, ου εξέχεεν εφ’ ημάς πλουσίως» (Τίτ. γ΄ 5-6). Πού ακούς εδώ διάθεση; και λέει αλλού καθαρώτερα, για να μην πλανάσαι σε τέτοιους λογισμούς˙ «εξαπέστειλεν ο Θεός το Πνεύμα του Υιού αυτού εις τας καρδίας ημών» (Γαλ. δ΄ 6) όχι έτσι απλά ούτε στα κρυμμένα, αλλά «κράζον» στις καρδιές μας άρρητα «αββά ο πατήρ» (ο.π.).
376. Κι αν θέλης ν’ ακούς και την ιερά Εκκλησία, θα δης το ιερό δώρο της πίστης, που λέει˙ αυτό είναι το ευαγγέλιο, πρεσβεία του Θεού προς τους ανθρώπους με τον Υιό που σαρκώθηκε και δωρίζει στους πιστούς την αγένητη θέωση˙ και λέω αγένητη θέωση την κατ’ είδος ενυπόστατη έλλαμψη, που δεν έχει γένεση, αλλ’ ανεπινόητη φανέρωση στους άξιους. Αυτό το θαυμαστό και άφραστο δώρο της πίστης, την υπερφυή και υπερουράνια θεία ένωση, μη έχοντας αποχτήσει από δυσπιστία η Εκκλησία των Λατίνων, κι ούτε βέβαια αυτός εδώ ο Θωμάς, προχωρά σε αλλόκοτες έννοιες και λέει αυτά που δεν υπάρχουν στις ιερές Γραφές και πέφτει σε μύριες κακοδοξίες.
377. «Δεν παρίσταται ( γίνεται παρόν ) με την εκ πίστεως γνώση το πιστευόμενο πράγμα, δηλαδή ο Θεός, τελείως στον νου». Αλλ’ ούτε και θα μπορούσε, ούτε με την εκ πίστεως, ούτε και με τίποτε άλλο, ούτε στον τωρινόν αιώνα, ούτε στον μέλλοντα, κι ούτε άνθρωποι, ούτε άγγελοι, φθάνουν σε τέτοια κατάσταση, ώστε να γίνεται το πιστευόμενο πράγμα, δηλαδή ο Θεός, παρόν τελείως στον νου. Γιατί η τελειότητα των κτιστών είναι σύμφωνα με τους αγίους ατέλεστη τελειότητα˙ γιατί δεν θα μπορούσε να περιληφθή καθόλου και κατά κανέναν τρόπο ο απερίληπτος Θεός. Αλλ’ είναι φανερό, ότι αποπνέεις ελληνική παιδεία και θρησκεία και δοξάζεις ( νομίζεις ) ότι παρίσταται τελείως ο Θεός στον νου, δηλαδή κατ’ ουσίαν, αν και όχι στο παρόν, αλλά στο μέλλον. Γι’ αυτό και καταντάς σε τέτοια άτοπα και σ’ άλλα πιο πολλά. Ο δε Θεός παρίσταται ( γίνεται παρών ) στους αγίους και στις χωριστές ουσίες όχι κατ’ ουσίαν, μη γένοιτο, αλλά κατά δύναμιν και ενέργειαν φωτιστικήν και απόρρητον έλλαμψιν, όπως έχεις ακούσει˙ την οποίαν ενέργεια, που είναι άπειρη σύμφωνα και με σένα, θα την έχουν αιώνια αυτοί που μετέχουν, μένει δε σε όλους απολύτως απρόσιτη η ουσία του Θεού.
378. Κατασκευάζεις λοιπόν, ότι « δεν παρίσταται το πιστευόμενο πράγμα, δηλαδή ο Θεός, τελείως στον νου, και δεν συνίσταται η έσχατη ευδαιμονία του ανθρώπου στην δια πίστεως περί Θεού γνώση ». Θέλοντας να αποδείξης εκείνη την πρόταση, λες μετά, ότι « είναι των απόντων η πίστη, κι όχι των παρόντων », και απαγορεύεις γι’ αυτό στους πιστούς και στην εκ πίστεως γνώση την ευδαιμονία και φανερώνεσαι έτσι να αγνοής ολοφάνερα τα διακείμενα της πίστης. Γιατί αν ήταν των παρόντων η πίστη, δεν θα αποκτούσε αυτός που πιστεύει μισθό λόγω της ταπείνωσης και της πεισμονής και της συγκατάθεσης την άφατη δωρεά του Πνεύματος ( Πράξ. β΄ 38 ) σύμφωνα με την υπόσχεση˙ δεν υπάρχει καμμιά εκ φύσεως ( πεφυκότως ) πίστη στα παρόντα, αλλά στα απόντα, γι’ αυτό και σώζεται αυτός που πίστεψε (Μάρκ. ιστ΄ 16), επειδή αφού ταπεινώθηκε συνενώθη ( ταπεινωθείς συνέθετο ).
379. Αλλά λες εσύ αντίθετα, ότι είναι των απόντων η πίστη. Αξιώνεις να μην συνίσταται μ’ αυτήν η έσχατη ευδαιμονία τού ανθρώπου και δεν προτείνεις εδώ καμμιάν υγιή πρόταση. Όλα ολισθηρά ( σφαλερά ) και ελληνικά και πολύ μακριά απ’ την αλήθεια. « Παρίσταται όμως, λες, με την πίστη ο Θεός στη διάθεση». Πότε; Όταν προστίθεται ( πλησιάζει ) εκούσια αυτός που πιστεύει στον Θεό. Πες μου βέβαια, ποιός που πιστεύει δεν πιστεύει εκούσια, αλλ’ ακούσια, και ποιός που πιστεύει δεν προστίθεται ( πλησιάζει ) στον πιστευόμενο; Αν δεν προστίθεται ( πλησιάζει ), ούτε και πιστεύει. Είναι ολισθηρά και σκοτεινά αυτά που λες.
380. Παρίσταται, λες, με την πίστη ο Θεός στη διάθεση˙ και θέλοντας να το επιβεβαιώσης με αποστολικό ρητό, λες αυτό που το καταλύει˙ «όπως λέγεται στο Γ΄ κεφάλαιο της προς Εφεσίους˙ “κατοικείν εν ταις καρδίαις ημών τον Χριστόν διά πίστεως˝ ». Εσύ λες πως παρίσταται με την πίστη ο Θεός στη διάθεση, ο ιερός Παύλος λέει πως κατοικεί ο Χριστός στις καρδιές μας με την πίστη, και δεν ντρέπεσαι ( αισχύνεσαι ) να σέρνης τη ρήση του Παύλου στην κακόδοξή σου διάνοια. 

Συνεχίζεται

Σχόλιο. Οι τρομερές αντιφάσεις τού Ακινάτη οφείλονται στήν κακοδοξία ότι ο Κύριος δέν πήρε μόνον τά αμετάβλητα πάθη μέ τήν ενσάρκωσή Του, αλλά καί τά μεταβλητά. Εγινε ένας απλός άνθρωπος παθητικός σάν εμάς. Αυτή τήν κακοδοξία επαναλαμβάνει ο Οικουμενισμός. Διότι δέν πιστεύουν στήν Θεοτόκο καί στούς Αγίους. Δέν μπορούν νά κατανοήσουν ότι ο Αγιος είναι επέκεινα τού φιλοσόφου.
Αμέθυστος

Δεν υπάρχουν σχόλια: