Τετάρτη, 14 Αυγούστου 2019

Η ώρα τού κόσμου 8

Συνέχεια από: Τετάρτη 7 Αυγούστου 2019

Η ώρα τού κόσμου 
Του Frank Schirrmacher
Το τραγούδι τού Kaspar Hauser 2

Η σιωπή τού Georg Trakl

Η αντιστοιχία  τού πλέγματος τής ζωής στον κόσμο και τής καλλιτεχνικής ορμής, είναι σχεδόν αδύνατο να διαφωτιστεί στην περίπτωση τού Trakl- σε αντίθεση προς τον George, Rilke ή Benn. Η ζωή είναι βέβαια λεπτομερώς καταγεγραμμένη, αλλά οι σπάνιες προσωπικές αναφορές και η δομή των ποιημάτων του, υποσκάπτουν όλες τις προσπάθειες ανάλυσης των μηχανισμών τής αυταπάτης και αυτό-σκηνοθεσίας. Επειδή μετά τον θάνατο τής Gretl καταστράφηκαν όλες οι επιστολές και η οικογένεια κράτησε μέχρι πρόσφατα απόλυτη σιωπή για το τί έγινε στο Salzburg και το Βερολίνο, δεν μπορεί να διαπιστωθεί κατά πόσον το περί της αδελφής μυθολόγημα είχε συνειδητά διαμορφωθεί σε όχημα τής έμπνευσης. Ο Trakl πάντως αφήνει στις εκφράσεις του να διαφανεί, πως η «ενοχή» για την οποία μίλησε, προηγήθηκε του ποιήματος, και αναζήτησε (το ποίημα) μέσα του μορφή, σχεδόν παρά την θέληση του ποιητή.
Πίστευε τούς μύθους του σαν να ήταν κάτι πραγματικό. Την συναισθηματική πτυχή, την οποία σχημάτισε μέσα του το μοτίβο του Kaspar Hauser, μπορούμε να την ανιχνεύσουμε στα ποιήματα και τις επιστολές του. Βρίσκεται στο ανώτερο στρώμα τής γλώσσας του:
Το βήμα του σιωπηλή βρήκε την πόλη το βράδυ,
Ο σκοτεινός θρήνος του στόματός του:
Θέλω να γίνω ιππότης.
Τον ακολούθησαν όμως οι θάμνοι και τα θηρία,
Σπίτι και βραδινός κήπος λευκών ανθρώπων
Και ο δολοφόνος του τον έψαχνε.
Η πόλη και η άνθρωποι σιωπούν στο «Τραγούδι του Kaspar Hauser». Μόνο το πουλί κελαηδά και ο Θεός μιλά. Η «σιωπή» τού Trakl δεν είναι ποτέ κάτι παροδικό. Δεν είναι παύση, που διακόπτει και δομεί την πράξη και την ομιλία των ανθρώπων, όπως η μέρα και η νύχτα που διαμοιράζουν τον χρόνο. Είναι μια σιωπή που συνοδοιπορεί με τον Kaspar Hauser, που τον προσπερνά και ως ηχώ επιστρέφει από τα μπρος. Ο Trakl αναπαράστησε συντακτικά αυτή την κίνηση σε πολλά από τα κείμενα του:
Κανείς δεν είναι στο σπίτι. Φθινόπωρο στα δωμάτια.
Φεγγαρόλουστη σονάτα
Και το ξύπνημα στην παρυφή σουρουπώνοντος δάσους.
Τρέμει λοιπόν στο σκοτάδι ο ξένος,
Καθώς σιωπηρά σηκώνει τα βλέφαρα πάνω από ένα ανθρώπινο,
Που είναι μακριά. η ασημένια φωνή τού ανέμου στον διάδρομο.
(«Hohenburg»)
Η εικόνα, η οποία φτάνει στο τέλος τής πρότασης («Που είναι μακριά»), σπάει δια μιας φωνής, η οποία όλη την ώρα μιλούσε μέσα στο ποίημα, χωρίς να ακούγεται. Και έτσι φέρνει κυριολεκτικά την «ασημένια φωνή» πίσω στον χρόνο τού ποιήματος, σαν κάτι ξεχασμένο ή κάτι που δεν ακούστηκε, αλλά και σαν κάτι που θα συνεχίσει να μιλά, ακόμα και μετά την τελευταία λέξη του ποιήματος. Η προβεβλημένη μοναξιά ή απομόνωση, με την οποία αρχίζουν πολλά από αυτά τα ποιήματα, δείχνει μόλις στο τέλος, πως στ’ αλήθεια είναι φλύαρη και κατακτητική. Ο άνεμος πρέπει να σιωπήσει μέχρι τον τελευταίο στίχο, και μόνο τότε, σαν ένας θόρυβος που εξαπολύεται στον κόσμο, έχει το δικαίωμα να μιλήσει. Δεν αποκτάται η γλώσσα, αλλά, σε μια αντιστροφή του μοτίβου του Kaspar Hauser, η σιωπή. Γιατί στ’ αλήθεια μιλά, βροντά και αστράφτει αδιάκοπα. Μόνο που το υποκείμενο των ποιημάτων αυτών δεν είναι ένα εγώ, αλλά ένα ουδέτερο, «μια σκιά», «ένα κάτι σε ησυχία», ένα πράγμα ή ένα χρώμα.
Σε τέτοιου είδους εικόνες επιστρέφει η αντίληψη, πως είναι ένα ενδιάμεσο, το οποίο καθιστά τις πράξεις και τα βάσανα του κόσμου των φαινομένων σε τόπο έκφρασης της γλώσσας. Το «αυτό» (Es) στα ποιήματα του Trakl δεν βρίσκεται σε πορεία με σκοπό να γίνει λυρικό υποκείμενο. Δεν είναι το μάτι του υποκειμένου που κοιτάζει τον κόσμο, αλλά ο κόσμος, όπως στην σπηλιά του Πλάτωνα, περνά μπροστά από το μάτι του υποκειμένου υφιστάμενος αμέτρητες μεταμορφώσεις, φορτίζει το μάτι με εικόνες και το αναμορφώνει. Ο Trakl συλλαμβάνει το ουδέτερο ακριβώς την στιγμή, κατά την οποία έχει ακόμα αρκετή μνήμη, ώστε να δει το εγώ του να χάνεται. Σε αυτά τα ποιήματα δεν υπάρχει ούτε μια τελευταία λέξη, ούτε κάποιο πράγμα που να έχει ονομαστεί οριστικά. Οι δομές του κόσμου μεταμορφώνονται εντός ολίγων στίχων. Ο ποιητής δεν αποκτά με τον τρόπο αυτό την κυριαρχία επί των πραγμάτων, αλλά κατακτά αυτό που χάνεται από τα πράγματα.
Ο φιλόσοφος της γλώσσας Ludwig Wittgenstein, ο οποίος, δια της μεσολάβησης του Ludwig von Ficker, στήριξε οικονομικά τον Trakl με είκοσι χιλιάδες κορώνες, δήλωσε μετά τον θάνατο τού ποιητή, πως τα ποιήματά του, «τα θεωρώ ιδιοφυή, χωρίς να τα καταλαβαίνω». Ο φιλόσοφος και ο ποιητής δεν συναντήθηκαν ποτέ, αλλά ακόμα και αυτή η επιφανειακή, δια της δωρεάς του Wittgenstein προκύψασα συνάντηση, δημιουργεί μια «στιγμιαία αποτύπωση της ευρωπαϊκής διανόησης», για την οποία μίλησε ο Walter Benjamin, σε μια άλλη συνάφεια όμως. Κατά κάποιο τρόπο, ο Wittgenstein έγραψε την γραμματική του κόσμου στον οποίο ζούσε ο Kaspar Hauser. Να διαπιστώσεις περί τίνος πρόκειται, ώστε να γνωρίζεις, περί τίνος δεν πρόκειται-αυτό είναι το αντίθετο προς την λυρική ποίηση του Trakl πρόγραμμα, η οποία μόνο μέσω της σκιάς αποκτά μια γεύση φωτός.
Στα ντοκουμέντα που απεικονίζουν την ζωή κατά το πρώτο μισό του 20ου αιώνα, βρίσκονται κάθε τόσο σκηνές ιδιαίτερου ιστορικού πάθους, στιγμές που και μόνο με το κοσμοζωικό περιεχόμενο τους είναι τόσο διεισδυτικές, ώστε να μην είναι δυνατόν να ανυψωθούν πια σ' αυτό το επίπεδο, συμβολικά μέσα στην λογοτεχνία. Μια τέτοια σκηνή διαδραματίζεται στις 5 και 6 Νοεμβρίου 1914 στην Κρακοβία. Ο Wittgenstein ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα του Trakl, ο οποίος βρίσκεται στο ψυχιατρικό τμήμα του στρατιωτικού νοσοκομείου, προς παρακολούθηση της πνευματικής του κατάστασης, και ο οποίος παρακάλεσε τον ευεργέτη του να τον επισκεφθεί.
Το βράδυ της 5ης Νοεμβρίου κατέφτασε στην Κρακοβία ο Wittgenstein. Στο μυστικό του τετράδιο σημειώνει: «Θα συναντήσω τελικά τον Trakl; Το ελπίζω πολύ. Μου λείπει ένας άνθρωπος με τον οποίο μπορώ να μιλήσω κάπως εκτενώς. Και χωρίς ένα τέτοιο θα πρέπει να αντεπεξέλθω. Αλλά θα με δυνάμωνε πολύ. Όλη την μέρα κάπως κουρασμένος και με τάση προς κατάθλιψη. Δεν δούλεψα πολύ. Στην Κρακοβία. Είναι πολύ αργά να επισκεφθώ σήμερα τον Trakl. – Ας μου δώσει δύναμη το πνεύμα.-» Την επομένη ο Wittgenstein επισκέπτεται το νοσοκομείο. «Έμαθα εκεί πως ο Trakl πέθανε πριν λίγες μέρες. Αυτό με συντάραξε. Πόσο λυπηρό, πόσο λυπηρό!!!... Δεν δούλεψα. Ο καημένος ο Trakl. – Γενηθήτω το θέλημά Σου.-» Είναι απλώς μια αξεπέραστη σκηνή, να βλέπουμε τον σε κακή διάθεση Wittgenstein, ο οποίος ελπίζει να βρει στήριξη, να ταξιδεύει προς συνάντηση του νεκρού Trakl. Όχι μόνο η ματαιότητα, η οποία κρύβεται ήδη στην αρχή του ταξιδιού, αλλά και η επιθυμία, να «μιλήσει εκτενώς» στην ψυχιατρική κλινική, μια υπόδειξη για την κρίση που περνά η εργασία του, αποσπάσματα προσευχής, όπου βρίσκεται όλη η αυτοαναφορά των ποιημάτων, τέλος η διαπίστωση, πως ταξίδεψε για μια σκιά- όλα αυτά προσδίδουν στην περίσταση μια μη εκφρασμένη συμβολική, την οποία ο συγγραφέας του Tractatus, σαν να τοποθετεί στο άδικο, εντός του κοσμοζωικού επιπέδου.
Το σκοτεινό και απωθητικό  στοιχείο των εννοιών των εικόνων και μεταφορών του, μεταφέρθηκε σύντομα μετά τον θάνατο του Trakl, από τα ποιήματα στον ποιητή. Το καταστροφικό στοιχείο της βιογραφίας του, η εξάρτηση του εκπαιδευμένου φαρμακοποιού από τα ναρκωτικά, το αλκοόλ και τα φάρμακα, ο κανόνας (λογοτεχνικός) της εσπερίας, που στα κείμενα του διαισθητικά και σαν για τελευταία φορά ανακαλείται, και η αυτοκτονία στην Κρακοβία, δημιουργήσαν για τους μεταγενέστερους την ρομαντικά διαποτισμένη εικόνα του ποιητή που καταρρέει. Στην εικόνα που υπάρχει για τον Trakl, αποκρύπτεται αυτό το οποίο υπέδειξε η φιλολογία στις εκτενείς μελέτες περί αυτού.
Η χρήση των εικόνων και των κειμένων της λογοτεχνίας εκ μέρους του Trakl, είναι πολύ πιο ελεγχόμενη και μελετημένη, απ’ όσο θέλει να παραδεχθεί η περί της διαίσθησης υπόθεση. Στις διάφορες παραλλαγές των ποιημάτων του μπορεί να καταδειχθεί η συνέπεια, με την οποία τοποθετεί φαινομενικώς τυχαία μοτίβα, στην λογική και σχεδόν υπολογισμένη συνάφεια των πραγμάτων. Από τα κείμενα των προτύπων του, Hölderlin, Novalis και Rimbaud,έμαθε, και τα αποτελέσματα της διαδικασίας της ανάγνωσης, τα έβαλε σκόπιμα να μιλήσουν μέσα στα δικά του έργα. Ο Trakl, η μνήμη του οποίου σύμφωνα με την ρομαντική ανάγνωση είχε καταπονηθεί από την χρήση ναρκωτικών, και για τον λόγο αυτό, ακόμα και νηφάλιος αντιμετώπιζε τον κόσμο ως μια περιπλεγμένη και αυθαίρετη ακολουθία γεγονότων, δεν έχασε για χρόνια στιγμή από τα μάτια του τα σημάδια και τις μεταφορές των ποιημάτων του, όπως την εικόνα της αδελφής. Τις εικόνες και τις μεταφορές αυτές τις επεξεργαζόταν, και γίνονταν όλο και πιο σαφείς βελτιωμένες μορφές. Ο ίδιος μιλούσε για το «χάος της κολάσεως», που τον περιβάλλει και το οποίο με τις εικόνες προσπαθεί να αποκλείσει, και φοβάται, «μήπως στο τέλος δω εαυτό μου, μπρος σε αυτό που δεν μπορώ να κατανικήσω, ως ένα γελοίο ατζαμή». Πριν εκμεταλλευτεί κανείς τέτοιες προτάσεις για την προσωπική του ρομαντική διάθεση, πρέπει να δει μέσα σε αυτές τον προγραμματικό πυρήνα. Η τέχνη, σύμφωνα με το  φυλαγμένο μήνυμα από την αρχαιότητα, «κατανικά» το χάος. Οποιος δε θέλει να είναι ατζαμής, πρέπει να διεξάγει αυτή την βίαιη επίθεση κατά του κόσμου. Ο Trakl όμως δεν την διεξάγει άσκοπα, αλλά με υπολογισμό και πρόθεση. Κάπου λέει: «Θα πρέπει να διορθώνω τον εαυτό μου διαρκώς». Αυτές είναι διορθώσεις που σκοπό έχουν να οδηγήσουν στο αποφασιστικό χτύπημα. Το πώς υπολόγισε το χτύπημα μπορούμε να το μελετήσουμε στα πολλαπλά σχεδιάσματα και προστάδια των ποιημάτων του. Εκεί βλέπουμε, όπως έδειξε ο Walter Killy, πως η αναγκαιότητα των λέξεων για τον Trakl αναπτύχθηκε από την απόλυτη συνάφεια του ποιήματος. Φαίνεται πως με τις αμέτρητες παραλλαγές των λέξεων, τις αντικαταστάσεις και τις διαγραφές, ήθελε να διώξει ακόμα και την σκιά, που η πραγματικότητα έριχνε στα κείμενα του. Ο στίχος έρχεται στον κόσμο γεμάτος αδυναμίες και ελλείψεις. Και πρέπει να καταστεί ισάξιος τους αντίπαλος. Οι διορθώσεις θωρακίζουν το ποίημα. Και μόνο τότε, σαν μέσα σε απαστράπτουσα θωράκιση, εμφανίζεται ενώπιον του κόσμου.
Η αυτό-αποδυνάμωση, την οποία αισθανόταν σε όλη του την ζωή, το τραύμα της γέννησης που το υπερύψωσε λογοτεχνικά, και που περιέβαλλε αυτόν και την αδελφή του, ο φόβος για το ότι γεννήθηκε-όλα αυτά ήταν η μελοποίηση της λυρικής του δημιουργίας. Οι παντοτινές του διορθώσεις, βελτιώσεις, αυτές οι διαρκείς ενδυναμώσεις του κόσμου που ο ίδιος έφτιαξε είναι εξοπλισμοί, ώστε αυτό που πρόκειται να γεννηθεί λογοτεχνικά, να καταστεί ικανό προς ζωή.
Τον Μάρτιο του 1914 η αδελφή του Trakl, που ζει παντρεμένη στο Βερολίνο με το όνομα Margarethe Langen, αποβάλλει το έμβρυο που κυοφορούσε. Ο αδελφός της πάει να την επισκεφτεί. Συναντά την Else Lasker-Schüler και για λίγο καιρό βρίσκεται στους κύκλους των εξπρεσιονιστών. Το τι έγινε τότε στο Βερολίνο δεν ξεκαθαρίστηκε ποτέ, αλλά ο Trakl γράφει το διάσημο γράμμα του στον Ludwig von Ficker: «Δεν ξέρω πια μέσα και έξω. Είναι μια ανώνυμη ατυχία, όταν ο κόσμος για κάποιον σπάει στα δυο. Ω Θεέ μου, ποια κρίση ξέσπασε πάνω μου. Πέστε μου πως πρέπει να έχω την δύναμη να ζήσω ακόμα και να πράττω το αληθινό. Πέστε μου πως δεν είμαι τρελός. Ξέσπασε πέτρινο σκοτάδι. Ω φίλε μου, πόσο μικρός και δυστυχισμένος έγινα.» Τα ηχητικά κύματα αυτής της κραυγής μπορούμε να τα παρακολουθήσουμε στα ποιήματα του.
Λίγους μήνες μετά τα γεγονότα στο Βερολίνο, ο Trakl φιλοξενείται στο Hohenburg (στην βίλα του Rudolf von Ficker). Εδώ γράφει το «Τραγούδι του φυλακισμένου κοτσυφιού»:
Σκοτεινή πνοή στα πράσινα κλαριά.
Γαλάζια άνθη πλημμυρίζουν την μορφή
Του μοναχικού, χρυσού βηματισμού
Σβήνοντας κάτω από την ελιά.
Με μεθυσμένα φτερά φτερουγίζει την νύχτα.
Έτσι σιωπηρά ματώνει η ταπείνωση,
Δρόσος, που αργά στάζει από το ανθισμένο αγκάθι.
Οίκτος αστραφτερών χεριών
Αγκαλιάζει μια καρδιά σαν ραγίζει.
Η γλώσσα στην οποία τα ρήματα απωθούν την πράξη, την οποία απαιτούν, ανοίγει την φυλακή του πλάσματος. Το τραγούδι είναι τραγούδι ενός όντος που πεθαίνει, αλλά μόνο επειδή πεθαίνει προκύπτει το τραγούδι.
Πλημμύρισμα, σβήσιμο, φτερούγισμα, αιμορραγία, στάξιμο, άνθιση, λάμψη, φυλάκιση, σπάσιμο- η σειρά προδίδει πως πρόκειται περί ξυπνήματος. Αλλά το κοτσύφι είναι πιασμένο στον ακανθωτό θάμνο, που από παλιά είναι η εικόνα που συμβολίζει την προφητεία και την κλήση. Του σπάει την καρδιά, αλλά με την μεταφορική έννοια του ποιήματος, σπάει και την φυλακή, που περιβάλλει το κοτσύφι. Το νεκρό κοτσύφι είναι η εικόνα, την οποία βλέπει ο Kaspar Hauser την ώρα του θανάτου του, στο μυθιστόρημα του Wassermann.
Θα παραπλανηθεί όποιος προσπαθήσει να βρει τα ίχνη μιας ποιητικής λογικής στα ποιήματα του Trakl, πράγμα εφικτό για τα ποιήματα του Benn, τα οποία προέρχονται από τις ίδιες εξπρεσιονιστικές πηγές. Ακόμα και η ηχώ, προερχόμενη από τον κανόνα της λογοτεχνίας, και την οποία βυθίζει μέσα στα έργα του, φαίνεται πως έχει απλώς κληθεί, ώστε να πνιγεί από τους απελευθερούμενους τόνους και αποχρώσεις των επινοήσεων του.
Η κοινωνία, η οποία μετά το πέρας του πρώτου ΠΠ διερωτώταν γιατί έστειλε τους υιούς της στον θάνατο, είχε μια αφορμή, να δει στον Trakl ένα οραματιστή. Το κλισέ αυτό ζημιώνει ακόμα μέχρι σήμερα την επίδραση του. Έφτιαξε από τις εικόνες και τα όνειρα της εποχής του, με εκπληκτική συνέπεια, ένα κόσμο που δεν έχει μέλλον. Βεβαίως μιλούσε μέσα από την δυστυχία του. Αλλά μιλούσε ένας, ο οποίος διάβασε την δυστυχία και τους φορτωμένους, «οι οποίοι πάνω στην γη δεν μπορούν να βοηθηθούν». Αισθανόταν, σύμφωνα με δική του παραδοχή, κληρονόμος τους. Όποιος θέλει να είναι ο τελευταίος, πρέπει να εισέλθει στο μέλλον, όπως ο Kaspar Hauser στον κόσμο των ανθρώπων: περιβεβλημένος από την σιωπή, η οποία δεν διασπά τίποτα άλλο, παρά την ηχώ των βημάτων του.
Ακολουθούν ποιήματα του Trakl


ΤΟ ΚΟΣΜΙΚΟ ΦΡΟΝΗΜΑ. ΜΕ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΤΡΕΦΕΤΑΙ ΤΟ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΓΕΝΙΑΣ ΤΟΥ 30, ΤΟΥ 60 ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ.
ΟΠΩΣ ΕΛΕΓΕ ΔΕ Ο ΑΓΙΟΣ ΠΑΙΣΙΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΥΡ ΠΟΥ ΚΑΙΕΙ ΤΑ ΔΑΣΗ ΜΑΣ. ΚΑΙΓΕΤΑΙ ΤΟ ΚΟΣΜΙΚΟ ΦΡΟΝΗΜΑ;

Αμέθυστος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...