Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2019

ΑΝΤΙΦΑΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ (64)

Συνέχεια από: Παρασκευή 2 Αυγούστου 2019

ΑΝΤΙΦΑΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΣΤΟΥΣ ΑΡΧΑΙΟΥΣ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΜΟΝΤΕΡΝΟΥΣ.
Του Enrico Berti.

Αναγκαιότης τής αντιφάσεως στόν Χέγκελ ( συνέχεια).    


Ακόμη λοιπόν και μ’αυτόν τον τύπο τής αντιφάσεως τον οποίο ονομάζουμε «προκατηγορικό» μπορούμε να κάνουμε την ίδια παρατήρηση την οποίά κάναμε σχετικά με την αντίφαση την οποία διέκρινε ο Χέγκελ στην πρόταση, δηλαδή εκείνη που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε η «κατηγορική» αντίφαση (κατηγορηματική). Αυτή υφίσταται και είναι αναγκαίο να την αναγνωρίσουμε, μόνον σε σχέση με την λογική τού αφηρημένου νού, και αντιπροσωπεύεται σ’ αυτή την περίπτωση από τα μαθηματικά. Δεν είναι τυχαίο ότι η φράση omnis determinatio est negatio (κάθε ορισμός είναι άρνηση), διατυπώθηκε από τον Σπινόζα και ότι η απειροστή ανάλυση ανεκαλύφθη από τον Νεύτωνα και τον Λάϊμπνιτς, όλοι τους στοχαστές οι οποίοι, κατά τον Χέγκελ, εκινούντο ακριβώς στο πλαίσιο μιας διανοουμενίστικης λογικής!

Στην αρχαία φιλοσοφία, ειδικά σ’εκείνη του Αριστοτέλη (αλλά και στον Παρμενίδη του Πλάτωνα) παρότι δεν υπήρχε ακόμη ο απειροστός υπολογισμός, ανάλογα προβλήματα αντιμετωπίστηκαν και λύθηκαν με διαφορετικό τρόπο, δηλαδή χωρίς να ανατρέξουν στην αντίφαση, όπως για παράδειγμα με την ευκαιρία της συζητήσεως των επιχειρημάτων του Ζήνωνος ενάντια στην κίνηση, τα οποία πολλοί θεωρούν αυθεντικές προϊδεάσεις της μοντέρνας απειροστής ανάλυσης! Όπως είναι γνωστό, ο Αριστοτέλης είχε λύσει τις απορίες τού Ζήνωνος μέσω τής διάκρισης ανάμεσα στο δυνάμει και το ενεργεία! Η οποία δεν είναι μία διάκριση γλωσσική ή διανοητική, αλλά εκφράζει ακριβώς, όπως θα αναγνωρίσει και ο ίδιος ο Χέγκελ, μία υπέρβαση τής διανοητικής λογικής με την σημασία τής αναγνώρισης τής κινητικότητος και του δυναμισμού στο εσωτερικό τών εννοιών. Όταν ο Αριστοτέλης, δήλωνε, ότι το άπειρο δεν υπάρχει ενεργεία, αλλά μόνον δυνάμει, εννοούσε ότι αυτό είναι το προϊόν πράξεων μαθηματικού τύπου όπως ο διαχωρισμός ή η άθροιση επ’άπειρον. (Φυσ. ΙΙΙ, 4-8). Είναι ξεκάθαρο ότι για τα μαθηματικά, το άπειρο υπάρχει ενεργεία, ακριβώς διότι τα μαθηματικά είναι αυτά τα ίδια μία ενότητα προόδων, για παράδειγμα οικοδομών ή έργων, τα οποία από την άποψη του Αριστοτέλη, είναι εκφράσεις τής δυνατότητος, ενώ για τα μαθηματικά συνιστούν το επίπεδο τής ενεργητικότητος!

Τα ίδια τα αντικείμενα τών μαθηματικών, για τον Αριστοτέλη υπάρχουν μόνον εν δυνάμει, με την έννοια ότι μπορούν να αντληθούν από την φυσική πραγματικότητα, εξ αφαιρέσεως, ή να τοποθετηθούν μέσω κατασκευής (διάγραμμα) ή να εκληφθούν εξ υποθέσεως, (Μετφ. 1005 α 13, 1025 b 11, 1051 a 22), ενώ για τα μαθηματικά, αυτά υπάρχουν ενεργεία. Είναι δυνατόν λοιπόν να μιλήσουμε για άπειρο ενεργεία στο πλαίσιο των μαθηματικών, το οποίο από την άποψη μιας μετά-μαθηματικής γλώσσας είναι ένα δυναμικό πλαίσιο, δηλαδή λειτουργικό, δημιουργικό. Γι’αυτό οι αντιφάσεις στις οποίες πέφτει αναπόφευκτα η έννοια του απείρου εν ενεργεία στο πλαίσιο των μαθηματικών, αποφεύγονται από την άποψη μιας γλώσσας η οποία διακρίνει το ενεργεία των μαθηματικών αντικειμένων από εκείνη των φυσικών πραγμάτων!

Πάντοτε στο Λογική και Μεταφυσική τής Ιένας βρίσκουμε διατυπωμένη για πρώτη φορά εκείνη την κριτική στην «αρχή τής ταυτότητος ή τής αντιφάσεως» η οποία υπονοείτο ήδη στην Διαφορά και η οποία θα επανέλθει εκτενέστερα στην Επιστήμη τής Λογικής. Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι η διαπραγμάτευση τών αρχών, σ’ αυτό το έργο, ανήκει στο τμήμα που φέρει τον τίτλο «Μεταφυσική» (προορισμένο να απορροφηθεί στην «Λογική» από την επόμενη διατύπωση αυτής της τελευταίας) σχεδόν για να υπογραμμίζει τον χαρακτήρα όχι μόνον λογικό, δηλαδή τυπικό, αλλά και οντολογικό, δηλαδή πραγματικό, τον οποίο λαμβάνουν αυτές οι αρχές στην επανερμηνεία που τους δίνει ο Χέγκελ. Ας δούμε πρώτα απ’ όλα πώς διατυπώνεται η πρώτη αρχή. «Το ίσο καθ’ αυτό-δηλώνει ο Χέγκελ- είναι αδιάφορο σε κάθε ορισμό, Α=Α, αυτό το Α σημαίνει αυτό που θέλει. Αυτό τίθεται σ’αυτή την αυτοισότητα, έτσι όμως ώστε αυτή δεν επηρεάζεται από τον καθορισμό, και έχει καταστρέψει παντελώς το είναι άλλο τού καθορισμού». Αυτό το ακαθόριστο της καθαρής ταυτότητος ή τής απολύτου ισότητος, παρουσιάζεται μέσω ενός διάσημου παραδείγματος: «το δένδρο είναι δένδρο, είναι το τίποτε της γνώσεως του δένδρου. Αυτή η αντίφαση, ότι δηλαδή η αρχή τής ταυτότητος αφαιρεί τον εαυτό της, συνειδητοποιημένη, εκφράζεται ώς εξής: με μία τέτοια αρχή δεν λέγεται τίποτε. Το δένδρο είναι-περιμένουμε να ειπωθεί κάτι γι’ αυτό, κάτι που θα το εκφράζει σαν κάτι που θα στέκεται σε έναν καθορισμό…, αλλά: το δένδρο είναι δένδρο, δεν εκφράζει ακριβώς το καθαυτό αυτού του ίδιου!

Εδώ είναι ακόμη εμφανές ότι στην Διαφορά η διανοουμενίστικη και αφηρημένη σύλληψη, την οποία έχει ο Χέγκελ τής αρχής τής μη-αντιφάσεως, η οποία όχι μόνον επαναπροωθείται από αυτόν στην αρχή τής ταυτότητος, αλλά ερμηνεύεται επίσης σαν μείωση όλων των κρίσεων σε απλές ταυτολογίες και επομένως σαν απόρριψη κάθε κατηγορηματικού λόγου μη-ταυτολογικού καθότι αντιφατικού. Μ’ αυτόν τον τρόπο η αρχή, αντί να είναι συνθήκη σημασίας, και επομένως καθορισμού όπως ήταν στον Αριστοτέλη, γίνεται αιτία ακαθοριστίας και επομένως κενότητος γνώσεως και σημασίας! Πρόκειται για μία διατύπωση η οποία ανέρχεται όχι μόνον μέχρι τον Λάϊμπνιτς και τον Γούλφ, όπως έχει υπογραμμισθεί πολλές φορές, αλλά και μέχρι τον Παρμενίδη. Η κριτική του Χέγκελ στήν συνέχεια προχωρά φανερώνοντας ότι ήδη στην διατύπωση τής ταυτότητος Α=Α περιέχεται η βεβαίωση τής διαφοράς τους, η οποία εκφράζεται από την θέση δεξιά-αριστερά) στην οποία γράφονται τα δύο Α ή από την ακολουθία με την οποία προφέρονται, έτσι ώστε η ταυτότης χάνεται υπέρ τής αντιφάσεως.
Συνεχίζεται
Αμέθυστος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: