Πέμπτη 10 Φεβρουαρίου 2022

H IΔΕΑ ΤΟΥ ΑΓΑΘΟΥ ΜΕΤΑΞΥ ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ (20)

 Συνέχεια από Δευτέρα, 17 Ιανουαρίου 2022

                                    HANSGEORG GADAMER  

(DIE IDEE DES GUTEN ZWISCHEN PLATO UND ARISTOTELES)  

Η ΙΔΕΑ ΤΟΥ ΑΓΑΘΟΥ  ΜΕΤΑΞΥ  ΠΛΑΤΩΝΟΣ ΚΑΙ  ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ 

   ΙV.  Η ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΗΝ ΙΔΕΑ ΤΟΥ ΑΓΑΘΟΥ

                                              ( 3η συνέχεια )                     

   Ο αριθμός Ένα τών ιδεατών αριθμών δεν μπορεί να είναι, ως πρώτος σε μια σειρά αριθμών, μια «καθεαυτή» Ιδέα. Αυτή είναι και η «ένσταση» (η αντίρρηση) του Αριστοτέλη.

     Πώς συναρτάται ωστόσο το κατ’ αυτόν τον τρόπο «συμπληρωμένο» επιχείρημα με όσα ακολουθούν; Με την «κοινότητα» όλων τών αρετών; Πρόκειται ασφαλώς, έτι περαιτέρω, για το ερώτημα, αν μπορή κάτι το Γενικό να θεωρηθή ως Καθεαυτό. Κάτι παρόμοιο αναφέρεται και στο φθαρμένα παραδεδομένο κείμενο: 1218a9  ει χωριστόν ποιήσειέ τις τό κοινόν. Πρόκειται για μια δυνατότητα που εκπληρώνει (μας παρέχει) η σκέψη (Skepsis). Δυνατότητα που εισάγει ένα εντελώς άλλο ωστόσο επιχείρημα, την υποστασιοποίηση (Hypostasierung) ακριβώς τού Αγαθού ως αυτού που είναι κοινό σε όλες τις αρετέςΗ γνήσια (η «καθαρή») επαγωγή οδηγεί απ’ τη δικαιοσύνη και την ανδρεία σε μια κοινή «αγαθότητα» (αγαθόν είναι). Είναι ένα επιχείρημα, που συναντάται καθαρά λογικά οικοδομημένο (ως το κατ’ επαγωγήν κοινόνστα Ηθ.Μεγ. 1182b31. Το Αγαθό δεν είναι, σύμφωνα μ’ αυτό το επιχείρημα, τίποτα κατ’ αρχάς άλλο απ’ τον κοινό λόγο. Το οποίο Αγαθό ονομάζουν οι πλατωνικοί ως «αυτό το ίδιο» ή «καθεαυτό» (αυτό), εννοώντας (υποχρεωτικά) και το «αιώνιο» (αίδιον) και το «γι’ αυτό το ίδιο» (χωριστόν). Σαν να έχουμε μπροστά μας το εξής συμπέρασμα απ’ τον ίδιον τον Αριστοτέλη: αν (είναι όμως) «αυτό το ίδιο», τότε (είναι και) «γι’ αυτό (αποκλειστικά) το ίδιο», και δεν είναι τότε «κοινό». Γιατί αυτό που είναι «κοινό» δεν ανήκει σε κάποιον ιδιαιτέρως, αλλά σε όλους και τον καθέναν ξεχωριστά (1218a15 = Ηθ.Μεγ. 1182b13). Αναλογιζόμενοι εμείς τώρα, ότι και ο ίδιος ο Πλάτων δεν έβλεπε καμμιάν άλλη «παρουσία» τού Αγαθού παρά την παρουσία του σε όλα τα αγαθά πράγματα, τότε το (συμ)πέρασμα απ’ το «αίδιον» στο «να είναι (αποκλειστικά) για τον εαυτό του» φαίνεται τουλάχιστον παραπλανητικό, εκφράζοντας περισσότερο μιαν αναπόφευκτη, στα μάτια του Αριστοτέλη, συνέπεια παρά την πλατωνική πρόθεση.        

Το ίδιο μού φαίνεται πως συμβαίνει και στη συνέχεια. Ο Αριστοτέλης ασκεί κριτική στην εξαγωγή συμπεράσματος απ’ τους αριθμούς, γιατί η αγαθότητα (η ωραιότητα) των αριθμών θα μπορούσε μεν να προέλθη απ’ αυτό που είναι ομολογουμένως αγαθό, π.χ τη δικαιοσύνη, την υγεία και τη χαρακτηριστική τους τακτική δομή, δεν θα μπορούσε όμως να συμβαίνη και το αντίθετο. Ας παραμερίσουμε την κριτική άποψη κι ας προσέξουμε το ίδιο το πλατωνικό επιχείρημα: «το Αγαθό» συναντάται στις «τάξεις» και τους αριθμούς. Χωριστά άραγες απ’ αυτά; Η ενότητα της τάξης είναι δηλ. διαχωρισμένη απ’ την ίδια την τάξη; Κάτι τέτοιο δεν έχει όμως κανένα νόημα. Ακόμα και στη μυθολογία τού Τίμαιου δεν γίνεται λόγος για το Ένα ως το Αγαθό, αλλά για την κοσμική ψυχή, που ακολουθεί την τάξη με την οποία κινείται το σύμπαν, ως μια συγκροτούμενη από καθαρές αναλογίες αρμονία. Στο σημείο που εξετάζουμε (1218a30) υπάρχει βέβαια η φορά όλων τών αριθμών προς το Ένα. Πρόκειται ωστόσο για μιαν απλή μεταφορά, και ο Αριστοτέλης «διευκολύνεται» με τον γνωστό του τρόπο, παίρνοντας κατά λέξη την τάση τών αριθμών, και «παραβλέποντας» (βλέποντας παράπλευρα) την ψυχή μέσα στους αριθμούς. Σε τί αναφέρεται όμως πράγματι αυτή η μεταφορά; Αναφέρεται πραγματικά στο «δι’ εαυτόν είναι» τού Ενός;

     Οι αριθμοί είναι ενότητες των «Μονάδων». Η αρχή τού να είναι κάτι ένα, είναι σ’ αυτούς «γενετική» ή «γενεσιουργός». Ακολουθούν όλοι την αρχή τού ν+1. Αυτό είναι όμως εμφανώς και το μοναδικό νόημα του Είναι τού Ενός, όπως και το μοναδικό νόημα του Ενός τής κοσμικής τάξης, το να είναι δηλ. η μιά τάξη. Ο Πλάτων το εκφράζει τώρα αυτό, σαν να προσπαθούσε ο κόσμος να πλησιάση όσο το δυνατόν περισσότερο στις καθαρές αριθμητικές σχέσεις, και σαν να επιζητούσε η τάξη τού Σύμπαντος τους καθαρούς αριθμούς και μέτρα, τα οποία την αποτελούν. Λόγω αυτής προφανώς τής κίνησης προς τους αριθμούς, η ιδανική τάξη ονομάζεται στον Τίμαιο παγκόσμια ψυχή (ψυχή τού κόσμου). Και πρέπει να καταλάβουμε μ’ αυτή τη μεταφορική έννοια, ότι το Ένα και Αγαθό δεν το επιζητούν μόνον όλοι οι αριθμοί, αλλά και όλα όσα υπάρχουν (όλα τα όντα). Το ότι το καθετί επιδιώκει ωστόσο το δικό του αγαθό και το δικό του μέτρο, όπως αντιτείνουν στον στίχο 1218a31 τα Ηθ.Ευδ., αυτό δεν θα το είχε εκλάβει σίγουρα ως ένσταση ο Πλάτων. Οι πλανήτες στον μυθικό Τίμαιο (τό προσταχθέν έμαθεν  Τίμ. 38e6) παρουσιάζονται να ακολουθούν έναν «κανόνα». Και τί άλλο κάνει ο Σωκράτης, παρά να θέτη αυτό ακριβώς το ερώτημα στον Φίληβο; Κατέχοντας όμως μιαν ιδιαίτερη θέση, εφοδιασμένος με τη λογική, στο βασίλειο των ζωντανών πλασμάτων ο άνθρωπος, καλείται να παίρνη την κάθε καλήν απόφασή «του» βασισμένος σ’ αυτήν. Πρόκειται για μια τεχνητή λοιπόν δυσκολία, την οποία και «κατασκευάζει» ο Αριστοτέλης μέσω τής συνειδητής κυριολεξίας τής νοήσεώς του. Πρόκειται για τεχνητές διαλεκτικές «απορίες» (1218a33), που προετοιμάζουν τη δική του λύση. «Το ίδιο το Αγαθό», ένα «καθεαυτό Αγαθό», δεν μπορεί να υπάρχη – πρόκειται για τη λειτουργική έννοια του τέλους ή του ού ένεκα, όπως προκύπτει συμπερασματικά στο 1218b20. Τα επιχειρήματα του Αριστοτέλη βασίζονται στο ότι λαμβάνει κατά κυριολεξία τις μεταφορικές εκφράσεις τού Πλάτωνα και τις αναφέρει στη δική του, αριστοτελική εννοιολόγηση. Κάτι που σημαίνει όμως, ότι δεν συμπίπτουν με τις προθέσεις τού Πλάτωνα.

        Το πραγματικό ερώτημα προς συζήτηση είναι άρα το εξής: Αν η Ιδέα τού Αγαθού είναι «το ίδιο το Αγαθό», τότε πρέπει το Αγαθό αυτό να είναι κοινό σε όλα όσα είναι αγαθά. Τί σημαίνει όμως αυτό; Σημαίνει τελικά, ότι «αυτό το ίδιο» δεν είναι τίποτε άλλο παρά το «κοινό» σε όλα; Το αν μια τέτοια ερμηνεία τής διδασκαλίας τής  Ιδέας τού Αγαθού, ότι δεν εννοεί δηλ. παρά το κοινόν, αντιπροσωπεύεται από «φιλελεύθερους» π.χ. πλατωνιστές ή αν αντιπροσωπεύη την πραγματική πρόθεση του Πλάτωνα, αυτό δεν «μετρά» στην αριστοτελική επιχειρηματολογία. Μας ενδιαφέρει ωστόσο το γεγονός, ότι το ερώτημα, τί είναι το «κοινό», είναι και στον Αριστοτέλη κατά κάποιον τρόπο αναπόφευκτο. Κάτι που επιβεβαιώνεται και απ’ το ότι η δική του θετική απάντηση (1218b12): τό τέλος τών ανθρώπω (δοτική) πρακτών, συνδυάζεται με μια κατηγορηματική επίσης αναφορά στα ου πρακτά, αλλά και στα ακίνητα (1218b4 κ.ε.). Πρόκειται άρα για ένα είδος περιορισμού (συστολής!) τού ερωτήματος για το Αγαθό στο πρακτόν, το οποίο και θεμελιώνει την (αριστοτελική) ηθική.

     Το ερώτημα, τί είναι αγαθό και ταυτόχρονα ένα και ενοποιό, απαντάται εύκολα μέσα στον «πρακτικό» προβληματισμό, με την ίδια  και στις τρεις πραγματείες απάντηση: τό ού ένεκα. Αυτό είναι το εκάστοτε «Αγαθό», που συμπεριλαμβάνει όλα όσα συμβάλλουν σ’ αυτόν τον σκοπό, δηλ. τα μέσα. Το τί είναι όμως το καλύτερο κάθε φορά για την ανθρώπινη πράξη, αυτό είναι πάντοτε προφανώς κάτι άλλο, καθόλου «κοινό» για όλους ή και για όλα γενικά τα όντα. Πρόκειται  για το άριστον και μόνο τών πρακτών (αυτών που μπορούμε να πράξουμε…). Όσο σαφές κι αν είναι όμως αυτό, παραμένει κι ένα σημαντικό ερώτημα: το πώς σχετίζεται αυτό το «πρακτικά άριστο» προς το «άριστο όλων». Μ’ αυτό το ερώτημα τελειώνει πραγματικά και το κριτικό κείμενο των Ηθ.Ευδ.: σκεπτέον, ποσαχώς τό άριστον πάντων (1218bb6). Επεξεργάστηκα το φθαρμένο κείμενο στη σελ. 78, σημ. 38, και ελπίζω να κατέστησα πειστικό, αναλύοντας τη συνάφεια των επιχειρημάτων, ότι δεν μας επιτρέπεται να απορρίψουμε τη φράση  ποσαχώς τό άριστον πάντων. Η οποία αντιστοιχεί και στο πολλαχώς τού στίχου 1218b4. Το ερώτημα έχει πράγματι προετοιμασθή εκεί, και τίθεται τώρα μόνο και μόνο για να δείξη, ότι το «πρακτικά Αγαθό» μπορεί να ονομάζεται, έστω κι αν αφορά σ’ ένα πιο περιορισμένο πεδίο, «άριστο», επίσης, «όλων». Χωρίς αυτό να σημαίνη ωστόσο, ότι το γενικό ερώτημα απαντήθηκε μ’ αυτόν τον τρόπο στο κείμενό μας.

       Δεν μας καθοδηγεί, ευτυχώς, η επισφαλής και μόνο βάση τού κειμένου τών Ηθ.Ευδ. σ’ αυτόν τον «δρόμο». Γιατί και οι άλλες δυό πραγματείες επιβεβαιώνουν ότι βρισκόμαστε πάντα κοντά στην προοπτική τού «Κοινού». Ας στραφούμε λοιπόν κατ’ αρχήν στα Ηθ.Μεγ., όπου και μας εντυπωσιάζει το γεγονός, ότι η επιχειρηματολογία ξεκινά με το ερώτημα περί αρετής. Που θα μετατραπή όμως στο ερώτημα για το Αγαθό, και θα καταστή έτσι σαφώς αποδεκτή η πλατωνική «απορία» – για να περιοριστή ωστόσο ευθύς αμέσως στο ερώτημα για το «δι’ ημάς αγαθό» (αυτό που είναι για εμάς αγαθό), το μοναδικό και ύψιστο αντικείμενο της «Πολιτικής». Ενώ παραμένει αξιοσημείωτο, ότι διατηρείται από εκεί και πέρα η έννοια του Αγαθού και η πολλαπλότητα της σημασίας του ως ένας γενικός καθοδηγητικός «μίτος». Με το οποίο μπορεί να συναρτάται βέβαια και το ότι η έκφραση για το «περιορισμένο», και τόσο χαρακτηριστικό για τα Ηθ.Ευδ. και τα Ηθ.Νικ. ζήτημα, το πρακτόν δηλ. αγαθόν, δεν συναντάται καθόλου στα Ηθ.Μεγ. Για να αναρωτηθούμε «δικαίως», τί μπορεί να σημαίνη τότε εδώ ο περιορισμός στο «δι’ ημάς αγαθό», εμφανιζόμενος στο πλαίσιο μιας ασαφούς (πάντως) αντίθεσης απέναντι στο «δια τον Θεόν αγαθό», που δεν απηχεί βέβαια οτιδήποτε το καθολικο-οντολογικό ή τελεολογικό. Και να «διακριθή» εκ νέου κατόπιν, εντός αυτής τής αναγωγής, το «δι’ ημάς αγαθό»: πάλιν δέ καί τούτο διελείν δεί (1182b6), σε μια περαιτέρω «ασάφεια» ή «διπλοσημία: την έννοια του «Κοινού» απ’ τη μια, και την «Ιδέα τού Αγαθού» απ’ την άλλη. Πρόκειται πράγματι για (τις) δυό ερμηνείες τού «Αγαθού», απ’ τις οποίες η μεν μιά εννοεί την «ενύπαρξη» (του αγαθού) στο μεμονωμένο, η δε άλλη τη (συμ)μετοχή τού μεμονωμένου (στο αγαθό): ή τό άριστον εν εκάστω τών όντων ή ού τάλλα μετασχόντα (1181b8). Δυό «ερμηνείες», που φαίνονται να τοποθετούνται αμφότερες στο πλαίσιο της πολιτικής (ζωής και δράσης), στο πλαίσιο δηλ. τού «δι’ ημάς αγαθού», ένα πλαίσιο που «καταργείται» («ανατινάζεται») ωστόσο στην περίπτωση της διδασκαλίας τουλάχιστον των Ιδεών, τη στιγμή που «το Αγαθό» «αποκρούεται», και με τις δυό του έννοιες, ως (κάτι το) παροδικό.

       (( Σημ.τ.μετ.: Εδώ φαίνεται ίσως η προσπάθεια του Αριστοτέλη να φέρη, όσο μπορεί, στο επίπεδο της (πολιτικής βέβαια τότε) πραγματικότητας την ανυπέρβλητη διδασκαλία τού δασκάλου του… Ίσως το ότι: «Ο Αριστοτέλης αποφασίζει, όχι μόνο να κατέβη, όπως ο φιλόσοφος, ξανά στο σπήλαιο, κινδυνεύοντας να τον σκοτώσουν οι αλυσσοδεμένοι, αλλά να κάνη την προσπάθεια να τους φέρη σε κείνο το σημείο, όπου θα ζητήσουν οι ίδιοι να απελευθερωθούν!» ))

       ( συνεχίζεται )

Δεν υπάρχουν σχόλια: