Πέμπτη 23 Ιουνίου 2022

ΠΑΥΛΟΣ ΤΟΜΕΣ ΣΤΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ - ΠΕΤΡΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ (18)

 Συνέχεια από: Δευτέρα 20 Ιουνίου 2022

ΠΕΤΡΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ

ΠΑΥΛΟΣ (ΠΡΩΤΟΣ ΤΟΜΟΣ)

ΤΟΜΕΣ ΣΤΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ

Μέρος Πρώτο

ΤΟΜΕΣ ΣΤΗΝ ΠΑΥΛΕΙΑ ΣΩΤΗΡΙΟΛΟΓΙΑ


Κεφάλαιο 4

Η ΠΑΥΛΕΙΑ ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΣΩΤΗΡΙΟΛΟΓΙΑ


4.2.
Ο «ΛΟΓΟΣ TOΥ ΣΤΑΥΡΟΥ» ΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΠΑΥΛΕΙΑΣ ΣΩΤΗΡΙΟΛΟΓΙΑΣ

4.2.1. Η παύλεια ορολογία της ερμηνείας του θανάτου του Ιησού

Υποστηρίξαμε πιο πάνω την επίδραση της πρωτοχριστιανικής ερμηνείας του θανάτου του Ιησού και την αποδοχή από τον απόστολο Παύλο της πολυμορφίας αυτής της ερμηνείας σ' ολόκληρο το φάσμα της. Το ζήτημα που μένει να εξετάσουμε είναι το αν η γενικότερη ανάπτυξη του θέματος μέσα στα παύλεια κείμενα προσδιορίζεται από κάποια διήκουσα έννοια. Έχει υποστηριχτεί ότι ολόκληρη η παύλεια θεολογία πρέπει να εξεταστεί κάτω από την εσχατολογική προοπτική· την πίστη δηλαδή της Πρώτης Εκκλησίας και –κατά συνέπεια και του Παύλου– στην οσονούπω αναμονή (Naherwartung) των εσχάτων με κύριο συστατικό την Παρουσία του Κυρίου26. Αλλά και ειδικότερα η παύλεια σωτηριολογία διαφορετικά κατανοείται, αν δεχτούμε ότι ο θάνατος του Ιησού στα παύλεια κείμενα ερμηνεύεται στο υπόβαθρο συγκεκριμένης ορολογίας, με έννοιες και εικόνες παρμένες από ορισμένη περιοχή.[ΒΑΡΕΙΑ ΘΑΝΑΤΙΛΑ ΜΑΣ ΠΛΑΚΩΝΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΜΜΟΝΗ ΜΑΣ ΣΤΗΝ ΔΥΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ. ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΕΝΝΟΟΥΜΕ ΤΗΝ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΛΥΤΙΚΗΣ ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗΣ ΠΟΥ ΚΥΡΙΑΡΧΕΙ ΣΤΟΝ ΔΙΑΝΟΗΤΙΚΟ ΠΑΝ/ΚΟ ΜΟΧΘΟ. Ο ΟΠΟΙΟΣ ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΝΑ ΑΠΟΚΤΗΣΕΙ ΕΠΑΦΗ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ, ΤΟ ΣΗΜΕΡΙΝΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΚΙΣΜΟΥ, ΚΑΤΑΦΕΥΓΕΙ ΣΤΗΝ ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΠΕΡΙΓΥΡΟ. ΜΕ ΜΙΑ ΜΕΘΟΔΟ Η ΟΠΟΙΑ ΣΤΟΧΕΥΕΙ ΣΤΗΝ ΣΧΕΤΙΚΟΠΟΙΣΗ ΤΗΣ ΑΓΙΟΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ ΕΝΩ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ ΥΜΝΕΙ ΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ ΣΑΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ."
 Ἡ χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος δέν ἐνεργεῖ σοφία στούς ἁγίους, χωρίς τό νοῦ πού δέχεται τήν σοφία· οὔτε γνώση, χωρίς τήν δύναμιν τοῦ λογικοῦ πού δέχεται τήν γνώση· οὔτε πίστη χωρίς τήν πληροφορία τοῦ νοῦ καί τοῦ λογικοῦ περί τῶν μελλόντων, πού ἦταν ὡς τότε ἄδηλα σέ ὅλους· οὔτε χαρίσματα ἰμάτων, χωρίς φυσική φιλανθρωπία· οὔτε κανένα ἄλλο ἀπό τά λοιπά χαρίσματα, χωρίς τήν δεκτική ἱκανότητα καί δύναμη τοῦ καθενός. Οὔτε πάλι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά ἀποκτήσει ἀπό φυσική του δύναμιν ἕνα ἀπό τά χαρίσματα πού ἀριθμήσαμε, χωρίς τήν θεία δύναμη πού τά χορηγεῖ. Τό φανερώνουν αὐτό ὅλοι οἱ Ἅγιοι, οἱ ὁποῖοι ὕστερα ἀπό τίς ἀποκαλύψεις τῶν θείων ζητοῦν τούς λόγους ὅσων τούς ἀποκαλύφθηκαν." ] 

Οι μελετητές της παύλειας σωτηριολογίας έχουν ομόφωνα σχεδόν δεχτεί ότι το μυστήριο της σωτηρίας στην παύλεια θεολογική (όπως επίσης και στην πατερική ) σκέψη δεν έχει ερμηνευτεί με κάποιο αποκλειστικό τρόπο27. Οι διάφοροι όροι που χρησιμοποιούνται και οι εικόνες που αναζητούνται για να το εκφράσουν, προέρχονται από ένα ευρύτερο φάσμα περιοχών, απ' τις οποίες οι συνηθέστερες είναι οι εξής: (α) η περιοχή του θυσιαστικού συστήματος της Π.Δ., (β) η περιοχή του δικαίου και των διαπροσωπικών σχέσεων, (γ) η περιοχή της χειραφέτησης των δούλων και (δ) η περιοχή της ρωμαϊκής ποινής της σταύρωσης.

(α) Η θυσιαστική ορολογία

Στην πρώτη περιοχή κυριαρχούν οι όροι, τους οποίους κατά κύριο λόγο συναντούμε στην προ-παύλεια σωτηριολογική ερμηνεία του θανάτου του Ιησού28. Το μοναδικό ίσως νέο στοιχείο που προστίθεται στην παραδοσιακή εξιλαστήρια και αντιπροσωπευτική ερμηνεία είναι η ταύτιση της σταυρικής θυσίας με τη θυσία του πασχάλιου αμνού. Στο Α´Κορ 5,7 ο απόστολος χρησιμοποιεί τη σωτηριολογική ορολογία «ὑπέρ ἡμῶν», την προσδιορίζει όμως ερμηνευτικά όχι με βάση τις εξιλαστήριες θυσίες, αλλά τη θυσία του πασχάλιου αμνού («καί γάρ τό Πάσχα ἡμῶν ὑπέρ ἡμῶν ἐτύθη Χριστός»). Με τον τρόπο αυτό μεταφέρει το κέντρο βάρους από το παραδοσιακό σύστημα των εξιλαστήριων θυσιών στην απολυτρωτική επενέργεια του Θεού στην ιστορία με την απελευθέρωση των Εβραίων από τα δεσμά της δουλείας του Φαραώ. Παράλληλα, το γεγονός ότι στις επιστολές του Παύλου γίνεται χρήση της θυσιαστικής ορολογίας σε περιπτώσεις, οι οποίες δεν σχετίζονται με το σταυρικό θάνατο του Ιησού29, ενισχύει την άποψη ότι ο Παύλος, παρότι γνώστης της σωτηριολογικής ερμηνείας, δεν την υιοθετεί ανεπιφύλακτα, ή τουλάχιστο δεν την προβάλλει, στο βαθμό που αυτή υπερτονίζεται στα μεταγενέστερα κείμενα της Κ.Δ. Θα πρέπει εδώ να σημειώσουμε και το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε ο W. D. Davies30, o οποίος παρότι δέχεται το ραββινικό υπόβαθρο του αποστόλου Παύλου και αντικρούει με σωρεία επιχειρημάτων κάθε ελληνιστική επίδραση, αναγκάζεται να ομολογήσει ότι στην περίπτωση της παύλειας ερμηνείας του θανάτου του Ιησού «οι θυσιαστικές κατηγορίες είναι πολύ μικρής σημασίας»31.

(β) Η δικανική ορολογία

Στην περιοχή του δικαίου και των διαπροσωπικών σχέσεων κυριαρχούν οι όροι «δικαίωσις», «δικαιοῦν»–«καταλλαγή», «καταλλάσσειν» και τα παράγωγά τους. Και οι δυο ομάδες όρων χαρακτηρίζονται ως αδιαφιλονίκητη παύλεια συμβολή στην αρχέγονη χριστιανική θεολογία. Η πρώτη ομάδα των δικανικών όρων προϋποθέτει ένα είδος θεϊκού εσχατολογικού δικαστηρίου, μπροστά στο οποίο στέκεται χωρίς ελπίδα η ανθρωπότητα, εξαιτίας της ενοχής και της αμαρτωλότητάς της, έτοιμη να αντιμετωπίσει την οργή του δικαιοκρίτη Θεού.32[ΤΟ ΕΙΠΕ Ο ΑΓΟΥΡΙΔΗΣ Ο ΠΛΑΝΕΜΕΝΟΣ, ΣΙΓΟΥΡΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ]

Η δεύτερη ομάδα χαρακτηρίζει τη συμφιλίωση ανάμεσα σε δυο μέρη (και στην προκειμένη περίπτωση ανάμεσα στην ανθρωπότητα και τον Θεό) για την οποία η πρωτοβουλία κατά τον Παύλο είναι μονομερής, προέρχεται δηλαδή αποκλειστικά από τον Θεό («Θεοῦ τοῦ καταλλάξαντος ἡμᾶς ἑαυτῷ» Β´Κορ 5,18).33

Τα δυο χωρία, στα οποία οι παραπάνω όροι αναφέρονται στο θάνατο του Ιησού, προέρχονται από τις αναμφισβήτητα αυθεντικές επιστολές του αποστόλου Παύλου34 και είναι τα εξής:

«ἔτι γάρ Χριστός ὄντων ἡμῶν ἀσθενῶν ἔτι
κατά καιρόν ὑπέρ ἀσεβῶν ἀπέθανεν,
μόλις γάρ ὑπέρ δικαίου τίς ἀποθανεῖται·
ὑπέρ γάρ τοῦ ἀγαθοῦ τάχα τίς καί τολμᾷ
ἀποθανεῖν συνίστησιν δέ τήν ἑαυτοῦ ἀγάπην
εἰς ἡμᾶς ὁ Θεός ὅτι ἔτι ἁμαρτωλῶν ὄντων
ἡμῶν Χριστός ὑπέρ ἡμῶν ἀπέθανεν, πολλῷ
οὖν μᾶλλον δικαιωθέντες νῦν ἐν τῷ αἵματι αὐτοῦ σωθησόμεθα δι' αὐτοῦ ἀπό
τῆς ὀργῆς, εἰ γάρ
ἐχθροί ὄντες κατηλλάγημεν τῷ Θεῷ διά τοῦ
θανάτου τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ, πολλῷ μᾶλλον
καταλλαγέντες σωθησόμεθα ἐν τῇ ζωῇ αὐτοῦ·
οὐ μόνον δέ, ἀλλά καί καυχώμενοι ἐν τῷ Θεῷ
διά τοῦ κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, δι’ οὗ
νῦν τήν καταλλαγήν ἐλάβομεν» (Ρωμ 5,6-11).


«ἡ γάρ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ συνέχει ἡμᾶς,
κρίναντος τοῦτο, ὅτι εἷς ὑπέρ πάντων ἀπέθανεν·
ἀρᾷ οἱ πάντες ἀπέθανον· καί ὑπέρ πάντων
ἀπέθανεν ἵνα οἱ ζῶντες μηκέτι ἑαυτοῖς ζῶσιν
ἀλλά τῷ ὑπέρ αὐτῶν ἀποθανόντι και ἐγερθέντι.
Ὥστε ἡμεῖς ἀπό τόν νῦν οὐδένα οἴδαμεν κατά
σάρκα· εἰ καί ἐγνώκαμεν κατά σάρκα Χριστόν,
ἀλλά νῦν οὐκέτι γινώσκομεν, ὥστε εἰ τίς ἐν
Χριστῷ, καινή κτίσις· τά ἀρχαῖα παρῆλθεν,
ἰδοῦ γέγονεν καινά, τά δέ πάντα ἐκ τοῦ Θεοῦ τοῦ καταλλάξαντος ἡμᾶς
ἑαυτῷ διά Χριστοῦ
καί δόντος ἡμῖν τήν διακονίαν τῆς καταλλαγῆς,
ὡς ὅτι Θεός ἦν ἐν Χριστῷ κόσμον καταλλάσσων
ἑαυτῶ, μή λογιζόμενος αὐτοῖς τά παραπτώματα
αὐτῶν, καί θέμενος ἐν ἡμῖν τόν λόγον τῆς
καταλλαγῆς» (Β´ Κορ 5,14-19).


Χαρακτηριστικό και των δυο χωρίων είναι ότι ο απόστολος χρησιμοποιεί τη σωτηριολογική ερμηνεία «Χριστός ὑπέρ ἡμῶν/ἀσεβῶν ἀπέθανεν» (Ρωμ 5,6.8) – «εἷς ὑπέρ πάντων ἀπέθανεν» (Β´ Κορ 5,14)· την παραδοσιακή όμως αυτή θεώρηση του θανάτου του Ιησού την επανερμηνεύει είτε με δικανική ορολογία

«δικαιωθέντες νῦν ἐν τῷ αἵματι αὐτοῦ
σωθησόμεθα δι' αὐτοῦ ἀπό τῆς ὀργῆς» (Ρωμ 5,5),


είτε με την ορολογία της καταλλαγής

«ἐχθροί ὄντες κατηλλάγημεν τῷ θεῷ
διά τοῦ θανάτου τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ» (Ρωμ 5,10α)·
«Θεοῦ τοῦ καταλλάξαντος ἡμᾶς ἑαυτῷ
διά Χριστοῦ» (Β´ Κορ 5,18α).


Η έννοια, εντούτοις, που διατρέχει και τις δυο περικοπές, είναι η έννοια της αγάπης, σε σημείο μάλιστα ολόκληρες οι περικοπές να μπορούν να θεωρηθούν ως σχόλιο στην αγάπη του Θεού (πρβλ. Ρωμ 5,5 και κυρίως 5,8: «συνίστησιν δέ τήν ἑαυτοῦ ἀγάπην εἰς ἡμᾶς ὁ Θεός»· Β´ Κορ 5,14: «ἡ γάρ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ συνέχει ἡμᾶς...»).35 Έτσι, μπορούμε να πούμε πως οι παραπάνω περικοπές αποτελούν ενδεικτικές περιπτώσεις επαναπροσδιορισμού της σωτηριολογικής θεώρησης του θανάτου του Ιησού
προς την κατεύθυνση της θεολογίας της αγάπης.36[ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΥΙΟ ΚΑΙ ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΩΣ, Η ΟΠΟΙΑ ΕΛΠΙΖΟΥΜΕ ΝΑ ΕΠΕΚΤΑΘΕΙ ΚΑΙ ΠΡΟΣ ΤΑ ΕΓΓΟΝΙΑ ΤΟΥ]
Σημειώσεις



26. Βλ. π.χ. Σ. Αγουρίδη, Πρώτη προς Κορίνθιους, σελ. 22. Ακόμη Κ. Müller, “Die eschatologischkritische Funktion des Kreuzes,” BZ N.F. 10 (1966) 246-72· P. von Osten-Säcken, “Die paulinische Theologia crucis als Form apokaliptischer Theologie,” EvT 39 (1979) 477-96.

27. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει με επιγραμματικό τρόπο ο Η. Küng στην παρουσίαση της παύλειας ερμηνείας του θανάτου του Ιησού (Christ sein, σελ. 410). Βλ. ακόμη Σ. Αγουρίδη, Παύλος, σελ. 65εξ. Ε. Lohse, Επίτομη θεολογία της Κ.Δ., σελ. 119εξ.

28. Βλ. πιο πάνω.

29. Βλ. π.χ. Ρωμ 12,1 («παραστῆσαι τά σώματα ὑμῶν θυσίαν ζῶσαν ἁγίαν εὐάρεστον...»)· 15,16· Φιλιπ 2,17 («εἰ καί σπένδομαι ἐπί τῇ θυσίᾳ καί λειτουργίᾳ...»). Περισσότερα για το θέμα αυτό στο Ε. Käsemann, “Die Heilsbedeutung...,” σελ. 21. Επίσης W.Swain, “‛For our Sins'. The Image of Sacrifice in the Thought of the Apostel Paul,” Interpretation 17 (1963) 131-39.

30. Paul and Rabbinic Judaism, σελ. 259.

31. Η μόνη επιστολή, στην οποία μπορούμε με βεβαιότητα να διαπιστώσουμε τη χρήση θυσιαστικής ορολογίας για την ερμηνεία του θανάτου του Ιησού είναι η προς Εφεσίους (βλ. «(ὁ Χριστός) παρέδωκεν ἑαυτόν προσφοράν καί θυσίαν τῷ θεῷ εἰς ὀσμήν εὐωδίας» Εφ 5,2· επίσης 1,7· 2,13). Η αμφισβητούμενη όμως αυτή Επιστολή δεν μπορεί να αποτελέσει κριτήριο για την αυθεντική διδασκαλία του Αποστόλου. Για τα επιχειρήματα υπέρ και κατά της γνησιότητας της προς Εφεσίους, θέμα στο οποίο δεν εισερχόμαστε, βλ. Ι. Καραβιδόπουλου, Προς Εφεσίους, Φιλιππησίους..., σελ. 50εξ.

32. Βλ. Ρ. Volz, Jüdische Eschatologie von Daniel bis Akiba, Tübingen 1903, σελ. 85. Επίσης Σ.Αγουρίδη, Παύλος, σελ. 68.

33. Πρβλ. και Σ. Αγουρίδη, «Ἡ περί καταλλαγῆς διδασκαλία τῆς Κ.Δ. κατά τήν ὀρθόδοξον παράδοσιν», Ἐκκλησία 41 (1964) 78-83· 113-17· του ίδιου, Παύλος, σελ. 70εξ.

34. Πρβλ. ακόμη τη χρήση του επιτατικού ρηματικού τύπου «ἀποκαταλλάσσειν» στις επιστολές αιχμαλωσίας (Κολοσσαείς-Εφεσίους) με τις παγκόσμιες και κοσμικές διαστάσεις που αναπτύσσονται σ' αυτές («ἀποκαταλλάξαι τα πάντα εἰς αὐτόν» Κολ 1,20· και 1,22· «ἀποκαταλλάξῃ τούς ἀμφότερους ἐν ἑνί σώματι» Εφ 2,16). Περισσότερα για το θέμα αυτό στην ενότητα «οι κοσμικές διαστάσεις της παύλειας σωτηριολογίας» πιο κάτω.

35 Βλ. Ε. Käsemann, “Die Heilsbedeutung..., ” σελ. 18.

36 Πρβλ. και Κ. Romaniuk, L'amour du Père et du Fils dans la soteriologie de St.
Paul, Rome 1961.

Δεν υπάρχουν σχόλια: