Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2022

ΠΑΥΛΟΣ ΤΟΜΕΣ ΣΤΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ - ΠΕΤΡΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ (39)

  Συνέχεια από: Πέμπτη 25 Αυγούστου 2022

ΠΕΤΡΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ

ΠΑΥΛΟΣ (ΠΡΩΤΟΣ ΤΟΜΟΣ)

ΤΟΜΕΣ ΣΤΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ

Μέρος Τρίτο

TOMEΣ ΣΤΗΝ ΠΑΥΛΕΙΑ ΗΘΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ

Κεφάλαιο 13

Η ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΛΟΓΕΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΙΣ ΠΑΡΑΛΛΗΛΕΣ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ

Για να κατανοήσουμε το βαθμό της παύλειας συμβολής στην πρωτοχριστιανική θεολογική σκέψη, αλλά και στους γενικότερους κοινωνικούς προβληματισμούς, όπως αυτοί διαφαίνονται μέσα από τη θεολογική τεκμηρίωση του προγράμματος της λογείας, θα πρέπει να τη συγκρίνουμε με τις παράλληλες θρησκευτικές και κοινωνικές εκδηλώσεις της εποχής. Οι εκδηλώσεις αυτές είναι οι εξής: (α) ο φόρος του διδράχμου ή φόρος του Ναού· (β) ο έρανος των γραμματέων της Ιάμνιας και η εξέλιξη του, δηλαδή ο λεγόμενος πατριαρχικός φόρος· και (γ) η γενικότερη μέριμνα για τους φτωχούς. Οι δύο πρώτες αποτελούν ιουδαϊκούς θεσμούς καθιερωμένους κατά την περίοδο της εξάπλωσης του χριστιανισμού, ενώ η τελευταία αναφέρεται στην κοινωνική μέριμνα τόσο του ιουδαϊκού, όσο και του εθνικού κόσμου.

13.1. Ο ΦΟΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΔΡΑΧΜΟΥ Ή ΦΟΡΟΣ ΤΟΥ ΝΑΟΥ

Πρόκειται για την ετήσια οικονομική συνδρομή του 1/2 Shekel1 στην οποία υποβάλλονταν οι Ιουδαίοι τόσο της Παλαιστίνης, όσο και της δια σποράς, για την κάλυψη των λατρευτικών αναγκών του Ναού του Σολομώντα (εξ ου και «φόρος του Ναού») και κυρίως για την προμήθεια και επιτέλεση των θυσιών. Στην άμεση αυτή φορολογία υποβλήθηκαν οι Ιουδαίοι για πρώτη φορά κατά την εποχή των Έσδρα-Νεεμία: «καί στήσομεν ἐφ' ἡμᾶς ἐντολάς δοῦναι ἐφ' ἡμᾶς τρίτον2 τοῦ διδράχμου κατ' ἐνιαυτόν εἰς δουλείαν οἶκον Θεοῦ ἡμῶν εἰς ἄρτους τοῦ προσώπου καί οὐσίαν τοῦ ἐνδελεχισμοῦ καί εἰς ὁλοκαύτωμα τοῦ ἐνδελεχισμοῦ τῶν σαββάτων, τῶν νουμηνιῶν, εἰς τάς ἑορτάς καί εἰς τά ἅγια, καί τά περί ἁμαρτίας ἐξιλάσασθαι περί Ἰσραήλ καί εἰς ἔργα οἴκου Θεοῦ ἡμῶν.» (Νε 10,33-34= Β´ Έσδ 20,33-34). Η συνδρομή του λαού για την κάλυψη των θρησκευτικών αναγκών του Ιουδαϊσμού κατέστη αναγκαία μόνο κατά την μεταιχμαλωσιακή περίοδο3, αφού προηγουμένως τα έξοδα των θυσιών και της εν γένει λειτουργίας του λατρευτικού συστήματος καλύπτονταν από τους βασιλείς4. Τη βιβλική βάση για την ενέργεια αυτή των Έσδρα-Νεεμία πρόσφερε η επιταγή του Κυρίου προς τον Μωυσή:

«τό ἥμισυ τοῦ διδράχμου, ὅν ἐστίν κατά τό δίδραχμον τό ἅγιον εἴκοσι ὀβολοί τό δίδραχμον, τό δέ ἥμισυ διδράχμου εἰσφορά κυρίῳ» (Εξ 30,13).

Ο φόρος αυτός επισημοποιήθηκε και καθιερώθηκε στο μεταγενέστερο Ιουδαϊσμό, όπως μαρτυρεί και η σχετική ταλμουδική πραγματεία Shekalim5. Ενδείξεις γι' αυτόν έχουμε και στην Κ.Δ.: 

«Ἐλθόντων δέ αὐτῶν εἰς Καπερναούμ προσῆλθαν οἱ τά δίδραχμα λαμβάνοντες τῷ Πετρῳ καί εἶπαν ὁ διδάσκαλος ὑμῶν οὐ τελεῖ [τα] δίδραχμα;...» (Ματθ 17,24εξ). 

Η προετοιμασία, η συλλογή και η μεταφορά του φόρου αυτού στο Ναό περιγράφονται λεπτομερέστατα στην πραγματεία Shekalim6. Για την περιοχή της Παλαιστίνης η όλη διαδικασία συνδυαζόταν με τη γιορτή του Πάσχα και άρχιζε εγκαίρως, ώστε να βρίσκονται τα χρήματα στα Ιεροσόλυμα πριν από την έναρξη της γιορτής του Πάσχα. Έτσι, κατά την 1η του μήνα Adar (του μήνα δηλαδή που προηγείται του πασχάλιου μήνα Nisan) γινόταν η αναγγελία της έναρξης της συλλογής του φόρου7 και στις 15 του ίδιου μήνα οι τραπεζίτες έστηναν τους πάγκους τους στις διάφορες περιοχές της Παλαιστίνης εκτός Ιερουσαλήμ, ενώ στις 25 του Adar γινόταν το ίδιο μέσα στο Ναό8. Έργο, βέβαια, των τραπεζιτών (ή κολλυβιστών όπως τους ονομάζουν οι συνοπτικοί ευαγγελιστές) ήταν να εξαργυρώνουν τα τρέχοντα νομίσματα με το «ιερό shekel», το μόνο νόμισμα που ήταν αποδεκτό. Η τελετή της προσφοράς στο Ναό γινόταν στις 29 του Adar ή την 1η του Nisan.

Η διαδικασία συλλογής και μεταφοράς του φόρου για τους εκτός Παλαιστίνης Ιουδαίους της διασποράς συνδυαζόταν με τις άλλες μεγάλες γιορτές του Ιουδαϊσμού. Έτσι, η προσφορά από τις γειτονικές περιοχές γύρω από την Παλαιστίνη γινόταν την 1η του Sivan και συνδυαζόταν με τη γιορτή της Πεντηκοστής, ενώ από τη διασπορά η προσφορά γινόταν στις 29 του Elul, συνδυαζόμενη με τη γιορτή της Σκηνοπηγίας9. Ειδικά για τους Ιουδαίους της διασποράς (στους οποίους κατά τον Ιώσηπο10 μπορούσαν να προστεθούν και προσήλυτοι, «φοβούμενοι τον Θεόν», και γενικά όσοι είχαν αγαθές σχέσεις με το μητροπολιτικό Ιουδαϊσμό) ακολουθούνταν η παρακάτω διαδικασία: οι συνεισφορές που συγκεντρώνονταν στις κατά τόπους ιουδαϊκές κοινότητες11 αποστέλλονταν σε ορισμένα αστικά κέντρα, από όπου με τη συνοδεία μισθοφόρων, προσκυνητών και ειδικών «ἱεροπομπών»12 των ιουδαϊκών κοινοτήτων προωθούνταν για τα Ιεροσόλυμα. Το όλο σύστημα διακίνησης του φόρου προς το Ναό των Ιεροσολύμων είχε, τουλάχιστο από το 88 π.Χ., την προστασία των ρωμαϊκών αρχών,13 η οποία μάλιστα είχε επεκταθεί αρκετά επί Ιουλίου Καίσαρα14, για να σταματήσει βέβαια οριστικά με την καταστροφή των Ιεροσολύμων από τα στρατεύματα του Τίτου15 και να μετατραπεί σε ρωμαϊκό φόρο για τις ανάγκες του ιερού του Καπιτόλειου Δία (Jupiter Capitolinus)16. Πρέπει να σημειώσουμε τα πολύπλοκα και χαρακτηριστικά μέτρα που έπαιρναν οι υπεύθυνοι οργανωτές συλλογής και μεταφοράς του φόρου, ώστε να μη δίνεται η παραμικρή αφορμή για υπόνοιες και σκανδαλισμό. Ανέτρεχαν μάλιστα και στη γραφική αυθεντία χρησιμοποιώντας το σχετικό σοφιολογικό χωρίο (Παρ 3,4): «προνόου καλά ἐνώπιον κυρίου καί ἀνθρώπων».17

Υπόχρεοι του φόρου του διδράχμου ήταν όλοι οι άρρενες Ιουδαίοι ηλικίας άνω των είκοσι χρόνων18. Το Ταλμούδ συγκεκριμενοποιεί τους υπόχρεους ως «λευΐτες και ισραηλίτες, προσηλύτους και απελεύθερους, όχι όμως γυναίκες ή δούλους ή μικρούς»19. Παρόλα αυτά οι τελευταίες κατηγορίες μπορούσαν προαιρετικά να συμμετάσχουν στο φόρο του διδράχμου, από τον οποίο σημειωτέον απαλλάσσονταν οι ιερείς20, ενώ απαγορευόταν αυστηρά η συμμετοχή των Σαμαριτών και των εθνικών.21

Σκοπός της υποχρεωτικής συμμετοχής των απανταχού της γης Ιουδαίων στο φόρο του διδράχμου, εκτός βέβαια από την κατά το δυνατό μεγαλύτερη κάλυψη των λατρευτικών αναγκών, ήταν η συμβολική συμμετοχή όλων των πιστών στο ουσιαστικό σύστημα του λατρευτικού κέντρου του Ιουδαϊσμού και κατά συνέπεια στη συγχώρεση των ανομιών σύμπαντος του εκλεκτού λαού του Θεού.22

13.2. Ο ΕΡΑΝΟΣ ΤΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΕΩΝ ΚΑΙ Ο «ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΟΣ ΦΟΡΟΣ» 

Όπως ήταν φυσικό, μετά την καταστροφή του Ναού των Ιεροσολύμων από τα στρατεύματα του Τίτου το 70 μ.Χ. έπαψε να ισχύει για τον Ιουδαϊσμό ο φόρος του διδράχμου. Με τη δημιουργία όμως από τους ραββίνους της Σχολής της Ιάμνιας για τη μελέτη και ερμηνεία του Νόμου, δημιουργήθηκε μια νέα ανώτατη αυθεντία για τους απανταχού της οικουμένης Ιουδαίους, η οποία αντικατέστησε την αυθεντία του λατρευτικού κέντρου του Ναού των Ιεροσολύμων. Ήταν φυσικό, λοιπόν, να αναζητηθούν τρόποι για την επιβίωση της θρησκευτικής αυτής, αλλά και συνάμα εθνικής αυθεντίας, που με την εξήγηση των Γραφών αποσκοπούσε στη διατήρηση της υπόστασης του Ιουδαϊσμού, προσπαθώντας παράλληλα να πετύχει για τους Εβραίους έναν τρόπο διαβίωσης αρεστό στον Θεό.

Έτσι δημιουργήθηκε ένα σύστημα οικονομικής ενίσχυσης της Σχολής της Ιάμνιας, γνωστό ως «έρανος των γραμματέων» (mighebeth chakonim)23Για το σκοπό αυτό χρησιμοποιήθηκε ο θεσμός των «αποστόλων».24

Από την μεταιχμαλωσιακή περίοδο25 είχε αναπτυχθεί στον Ιουδαϊσμό ο θεσμός των «αποστόλων» (shelouhim), οι οποίοι ως αντιπρόσωποι των γραμματέων, και μέσω αυτών ολόκληρου του Ιουδαϊσμού, αποστέλλονταν από τις θρησκευτικές αρχές σ' ολόκληρη την ιουδαϊκή διασπορά. Οι δικαιοδοσίες τους κάλυπταν ολόκληρο το φάσμα της κοινωνικής, οικονομικής, νομικής (θεολογικής) και θρησκευτικής ζωής του Ιουδαϊσμού. Ο θεσμός των αποστόλων χρησιμοποιήθηκε και για την κάλυψη των οικονομικών αναγκών της Σχολής της Ιάμνιας. Έτσι, μετά το 70 μ.Χ. ραββίνοι με εξαιρετική φήμη αποστέλλονταν κατά ζεύγη στο διεσπαρμένο πια Ιουδαϊσμό με σκοπό τη συλλογή χρημάτων. Κατ' αυτή την έννοια η συλλογή των χρημάτων ήταν ένα καθαρά θρησκευτικό λειτούργημα.26

Προς επίτευξη γενναιόδωρης οικονομικής ενίσχυσης κυκλοφορούσαν κατάλογοι των κατά τόπους συνδρομητών, έχοντας στην πρώτη σειρά τα ονόματα εκείνων που είχαν συνεισφέρει τα περισσότερα.27 Βαθμιαία ο εθελοντικός αυτός έρανος πήρε τη μορφή κανονικής τακτικής φορολογίας28, που ονομάστηκε «πατριαρχικός φόρος», μια και οι ραββίνοι της Ιάμνιας απέκτησαν σταδιακά και τον τίτλο του πατριάρχη. Κατά τον Η. Vogelstein, ο πατριαρχικός φόρος αντικατέστησε ουσιαστικά το φόρο του διδράχμου, με τη διαφορά ότι η όλη διαδικασία παρέμεινε στα χέρια των shelouhim, ενώ οι τοπικές αρχές των ιουδαϊκών κοινοτήτων της διασποράς, που είχαν την κύρια ευθύνη για τη συλλογή και μεταφορά του φόρου του διδράχμου, απλώς υποβοηθούσαν τους ραββίνους.29

Σταδιακά και ο φόρος αυτός, όπως και ο προηγούμενος (του διδράχμου), όταν πια καθιερώθηκε επίσημα, πέτυχε την επίσημη κρατική υποστήριξη της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Με ελάχιστα διαλείμματα (όπως π.χ. επί αυτοκρατορίας του Ιουλιανού στα μέσα του δ´ μ.Χ. αι. και του Ονωρίου στα τέλη δ´ μ.Χ. αι., οπότε απαγορεύτηκε επίσημα30) ο πατριαρχικός φόρος επέζησε μέχρι την εποχή του Θεοδοσίου. Τότε μόνο καταργήθηκε για να μετατραπεί σε κρατικό (ρωμαϊκό/ βυζαντινό) φόρο.31

Σχόλιο: Τίποτε δεν δικαιολογεί από την παραπάνω διαπραγμάτευση τη δήλωση του Βασιλειάδη ότι η συμβολή του Απ. Παύλου στην πρωτοχριστιανική θεολογία υπήρξε καθοριστική ή ότι ο Απ. Παύλος υπήρξε καν θεολόγος. Τα θέματα που παρουσιάστηκαν παραπάνω αφορούν τους διακόνους όχι τους αποστόλους. Η ανακάλυψη της Πηγής των Λογίων η οποία συγκλόνισε τον Βασιλειάδη μαζί με τους άχριστους προτεστάντες αφορά διδασκαλίες και τα θαύματα που καταγράφηκαν από τον όχλο που παρακολουθούσε τις διδασκαλίες του Κυρίου. Δεν ανήκουν όμως στον στενό κύκλο των μαθητών. Και επειδή δεν ανήκουν στους μαθητές δεν αναφέρεται η ανάσταση και η ανάληψη του Κυρίου διότι ο αναστημένος Χριστός παρουσιάστηκε μόνο στους μαθητές Του και συνεχίζει να παρουσιάζεται στους μαθητές Του (δηλ. στους αγίους). Όσον αφορά την σταύρωση πολύ πιθανό αυτοί που κατέγραψαν τα Λόγια να ήταν ανάμεσα στον όχλο οι οποίοι δέχτηκαν την σταύρωση του Κυρίου. Στην εποχή του Χριστού δε ένεκεν δαιμονικής ενέργειας εμφανίστηκαν πολλοί Μεσσίες-Χριστοί οι οποίοι ήταν ψευδοδιδάσκαλοι και χρησιμοποίησαν τη διδασκαλία του Κυρίου χωρίς να καταλαβαίνουν τη σημασία και τον σκοπό της διδασκαλίας (δηλ. την ταπεινοφροσύνη) όπως προειδοποιεί ο Κύριος τους μαθητές του.

Όσον αφορά τα αποσπάσματα των Πατέρων της Εκκλησίας που βρίσκονται ανάμεσα στα συμπεράσματα των ερευνών των άχριστων προτεσταντών ψευδοθεολόγων είναι το νέο μαρτύριο στο οποίο υποβάλλουν οι μεταπατερικοί τους Πατέρες ρίχνοντάς τους στην αρένα όπου τους κατασπαράσσουν τα σκυλιά (οι άχριστοι προτεστάντες).

Τα Λόγια του Ιησού είναι η αρχαιότερη συλλογή λογίων του Ιησού, η οποία διέσωσε μερικά από τα σπουδαιότερα τμήματα της χριστιανικής γραμματείας, όπως π.χ. η Κυριακή Προσευχή, η Επί του Όρους / Τόπου Πεδινού Ομιλία, η Αποστολή των Μαθητών του Ιησού, ο Ταλανισμός των Γραμματέων και των Φαρισαίων κ.ά.

"Τα Λόγια του Ιησού, η Πηγή των Λογίων, όπως συνηθίζεται να αποκαλείται στους επιστημονικούς κύκλους, είναι το κείμενο το οποίο χρησιμοποίησαν οι συγγραφείς των Κατά Ματθαίον και Κατά Λουκάν Ευαγγελίων για να παρουσιάσουν τη διδασκαλία του Ιησού. Ως εκ τούτου, αποτελεί μια από τις βασικότερες ιστορικές πηγές αποκατάστασης της διδασκαλίας και του προσώπου του Ιστορικού Ιησού.

Η αρχαιότερη αυτή πηγή της ευαγγελικής παράδοσης διαφέρει στα βασικά της σημεία από την κυρίαρχη ερμηνεία της αρχέγονης χριστιανικής κοινότητας, η οποία στηρίζεται κατά βάση στο κήρυγμα του αποστόλου Παύλου". ΔΗΛΑΔΗ Ο ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΟΥΣΕ ΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ ΠΑΥΛΟ ΚΑΙ ΕΓΡΑΨΕ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ; ΤΑ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΓΡΑΦΤΗΚΑΝ ΑΠΟ ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ.


1. Οι Ο´ αποδίδουν το εβρ shekel με τη λέξη δίδραχμον, οπότε το σύνολο που με βάση το χωρίο Εξ 30,13 έπρεπε να πληρωθεί από τους Ισραηλίτες για θρησκευτικούς σκοπούς ήταν το ἥμισυ τοῦ διδράχμου. Ο Ιώσηπος όμως στην Ἰουδαϊκή Ἀρχαιολογία αναφέρει ότι, το shekel ήταν ισοδύναμο με 4 αττικές δραχμές (III 194), γι' αυτό και ονομάζει το φόρο του Ναού δίδραχμον (XVIII 312). Αυτό σημαίνει πως αυτός ήταν ο όρος που χρησιμοποιούσαν την εποχή· βλ. και Ματθ 17,24. Περισσότερα για την αντιστοιχία shekel-διδράχμου στο K. F. Nickle, The Collection, σελ. 76εξ.
2. Την εποχή του Έσδρα ήταν 1/3 shekel, αργότερα όμως με τον πληθωρισμό αυξήθηκε σε 1/2 shekel–δίδραχμον ο φόρος του Ναού βλ. K. F. Nickle, The Collection, σελ. 76, ενώ αντίθετη άποψη (ότι δηλαδή αρχικά ο φόρος ήταν ½ shekel και αργότερα εξαιτίας της φτώχιας την εποχή του Έσδρα έγινε 1/3 shekel) υποστήριξε ο M. H. Segal (The Babylonian Talmud έκδ. I. Epstein τομ. IV (1938) σελ. v).
3. Βλ. και Δ. Δόικου, Ἡ θυσία κατά τάς παραδόσεις τῆς Πεντατεύχου (1965) σελ. 49.
4. Πρβλ. Ιεζ 45,13εξ· επίσης Α´ Βασ 8,62εξ· Α´ Παρ 16,2· Β´ Παρ 30,24εξ· Ιεζ 46,4εξ.
5. Βλ. τη μετάφραση στα αγγλικά και την εισαγωγή της πραγματείας Shekalim από τον Μ. Η. Segai στο I. Epstein (έκδ.), The Babylonian Talmud (1938).
6. Περισσότερα για το φόρο του διδράχμου στο Ε. Schürer, Geschichte der Jüdischen Volkes im Zeitalter Jesu Christi (1898) τομ II σελ. 258εξ. Επίσης στο H. L. Strack – P. Billerbeck, Kommentar zur N.T. aus Talmud und Midrash (1926) τομ Ι σελ. 760εξ· στο Ματθ 17,24· επίσης στο K. F. Nickle, The Collection, σελ. 74εξ.
7. Shekalim 1,1.
8. Στο ίδιο 1,3· πρβλ. και τη συνοπτική διήγηση του καθαρισμού του Ναού από τον Ιησού (Μαρκ 11,15 παρ).
9. Shekalim 3,1.461.
10. Ἰουδαϊκή Ἀρχαιολογία XIV 7,2.
11. Ο Φίλων (Περί τῶν ἀναφερομένων ἐν εἴδει νόμων Ι, 14,78) αναφέρει ότι σε κάθε πόλη υπήρχαν για το σκοπό αυτό ταμεία.
12. Φίλωνα, στο ίδιο. Πρβλ. και Ιώσηπου, Ἰουδαϊκή Ἀρχαιολογία XVIII, 9,1.
13. K. F. Nickle, The Collection, σελ. 84.
14. Βλ. Ιώσηπου, Ἰουδαϊκή Ἀρχαιολογία XIV, 10,2εξ.
15. Στον Ἰουδαϊκό Πόλεμο VI 6,2, ο Ιώσηπος διασώζει ένα λόγο του Τίτου προς τους Ιουδαίους, όπου γίνεται αναφορά στην προστασία του φόρου του διδράχμου.
16. Στο ίδιο, VII 218.
17. Shekalim 3,2.
18. Εξ 30,14· Φίλωνα, Περί τῶν ἀναφερομένων, Ι 14,77. Ο Ιώσηπος αναφέρει ως ανώτατο όριο την ηλικία των πενήντα ετών (Ἰουδαϊκή Ἀρχαιολογία III 8,2).
19. Shekalim 1,3.
20. Οι Strack-Billeberck (σελ. 771-72) παραθέτουν ραββινικά χωρία, όπου υποστηρίζεται ότι και οι ραββίνοι πίστευαν πως απαλλάσσονταν από το φόρο του
διδράχμου.
21. Shekalim 1,5.
22. Εξ 30,13-16.
23. Βλ. G. Kiltel, «λογεία». THWNT τομ IV, σελ. 283.
24. Βλ. Κ.Η. Rengstorf, «ἀποστέλλω, ἀπόστολος κλπ.», THWNT τομ Ι 397-448, σελ. 416εξ.
25. Στο ίδιο, σελ. 414.
26. Στο ίδιο, σελ. 416.
27. K. F. Nickle, The Collection, σελ. 97.
28. H. Vogeistein, “Die Entstehung und Entwicklung des Apostolats im
Judentum,“ MGWJ 49 (1905) 427εξ.
29. Στο ίδιο, σελ. 441εξ.
30. K. F. Nickle, The Collection, σελ. 97.
31. Codex Theodosianus XVI 29

Δεν υπάρχουν σχόλια: