Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου 2022

Οι θεολογικές καταβολές της Νεωτερικότητας (12)

 Συνέχεια από: Τετάρτη 31 Αυγούστου 2022

Οι θεολογικές καταβολές της Νεωτερικότητας

Κεφάλαιο 1: Η νομιναλιστική επανάσταση και η καταγωγή της νεωτερικότητας δ

Από την Avignon προς τον μοντέρνο κόσμο

Το 1305 μεταφέρθηκε η έδρα του παπισμού στην Avignon, εν μέρει επειδή ο Γάλλος πάπας ήταν πιστός στον Γάλλο βασιλιά, αλλά και λόγω της βίας που είχε καταστεί ενδημική στην Ρώμη, και ο πάπας δεν ήταν πια ασφαλής εκεί. Παρέμεινε εκεί μέχρι το 1378. Κατά την περίοδο αυτή η Avignon είχε γίνει τόπο συγκέντρωσης για την ευρωπαϊκή διανόηση. Ενώ η πόλη δεν βρισκόταν σε κάποια κεντρική θέση, από αυτήν περνούσε μια μεγάλη εμπορική αρτηρία, και με τον τρόπο αυτό είχε εύκολη επικοινωνία με τη Γαλλία, Ισπανία, Ιταλία, Γερμανία και Αγγλία. Οι διανοούμενοι προσελκύονταν εκεί για πολλούς και διάφορους λόγους. Οι συντηρητικοί θεολόγοι ήθελαν να εκμεταλλευτούν την ισχύ της κουρίας για να κερδίσουν σε μάχες μεταξύ διανοουμένων, τις οποίες έχαναν στο Παρίσι, στην Οξφόρδη, και άλλες πανεπιστημιουπόλεις, καθώς οι αντίπαλοι τους έρχονταν (στην Avignon) για να υπερασπιστούν τις ριζοσπαστικές τους απόψεις. Όπως είδαμε, ο Ockham πήγε γι’ αυτό το λόγο στην Avignon, αλλά αυτό που τον κράτησε εκεί ήταν η υπεράσπιση του τάγματος του, κάτι που τον εκτόξευσε στη διαμάχη με τον πάπα. Αυτός βέβαια ήταν μόνο ένας από τους σημαντικούς στοχαστές που είχαν έρθει στην Avignon κατά την περίοδο εκείνη. 

Μέσα στα μοναστήρια και τις βασιλικές αυλές της Avignon, ο Ockham και ο πάπας έδιναν στην πραγματικότητα την τελική θεολογική μάχη του Μεσαίωνα, ενώ λίγα τετράγωνα πιο πέρα, ο γιος εξόριστων από την Φλωρεντία άρχιζε ένα ισόβιο έργο που θα βοηθούσε στον ορισμό της νεωτερικής εποχής. Ήταν ο Francesco Petrarca. Όπως και ο Ockham, απέρριπτε τον σχολαστικισμό ως εντελώς νοησιαρχικό, τον απωθούσαν όμως τα ατελείωτα επιχειρήματα των νομιναλιστών περί όρων και αυτό που ο ίδιος θεωρούσε ως κοινότοπες υποθέσεις περί της θείας δυνάμεως. Όπως και οι νομιναλιστές, γνώριζε και αυτός πολύ καλά τη διαφθορά της εκκλησίας και έλπιζε σε μια κάθαρση και ανανέωση, δεν αναζητούσε όμως την ανανέωση δια της πίστεως και μιας νέας θεολογίας των Γραφών, αλλά δια της ανάμιξης της χριστιανικής πρακτικής με την αρχαία ηθική αρετή. 

Ο Πετράρχης πίστευε πως η χριστιανική δεν χρειαζόταν απλά την πίστη και τις τελετουργίες, αλλά και την ηθική πράξη επίσης. Αυτή η ηθικότητα μπορούσε να επιτευχθεί μόνο με μια πιο πλούσια κατανόηση του τι σήμαινε να είσαι άνθρωπος, που δε στηριζόταν μόνο στις Γραφές, αλλά και στα ηθικά μοντέλα της αρχαιότητας. Σε οξεία αντίθεση προς τον ασκητισμό του μεσαιωνικού Χριστιανισμού, αποσκοπούσε στην αναζωογόνηση της αγάπης για την τιμή και την ομορφιά, καθιστώντας τα ως κύρια ανθρώπινα κίνητρα. Ενώ η σκέψη του παρέμενε εν γένει χριστιανική, είχε οραματιστεί ένα νέο είδος ανθρώπου με νέες αρετές, όχι πολίτη της πόλεως-κράτους, αλλά ένα αυταρχικό άτομο, που ήταν ολόκληρο και ολοκληρωμένο μέσα στον εαυτό του. Ο Πετράρχης αναγνώριζε πως τέτοια άτομα μπορεί να περιβάλλονταν από φίλους ή να συνδέονταν με άλλους πολίτες, ήταν όμως πεπεισμένος, πως το επιτύγχαναν με αποτελεσματικότητα μόνο εάν ήταν πρωτίστως αυτόνομα άτομα. Το ουμανιστικό κίνημα εμπνεύστηκε από αυτό το ιδανικό της ανθρώπινης ατομικότητας.

Μια τέτοια εστίαση στο άτομο ήταν άγνωστη στον αρχαίο κόσμο. Το ιδανικό του Έλληνα καλλιτέχνη και πολίτη δεν ήταν η διαμόρφωση ατομικού χαρακτήρα ή προσωπικότητας, αλλά η αφομοίωσε σε ένα ιδανικό μοντέλο. Ο Πετράρχης και οι ουμανιστές οπαδοί του, δεν έβαλαν τον ίδιο τον άνθρωπο στο κέντρο των πραγμάτων, αλλά το ατομικό ανθρώπινο ον, και από αυτή την άποψη, η οντολογική τους οφειλή προς τον νομιναλισμό ήταν μεγαλύτερη από αυτήν προς την αρχαιότητα. Το άτομο για τον ουμανισμό δεν είναι ένα λογικό ζώο που βρίσκεται στην κορυφή της δημιουργίας. Οι ουμανιστές, όπως και ο Ockham, ήταν πεπεισμένοι, πως τα ανθρώπινα όντα δεν έχουν μια φυσική μορφή ή σκοπό. Από αυτό συμπέραναν, πως οι άνθρωποι χαρακτηρίζονται από την ελεύθερη βούληση τους. Η βούληση όπως την αντιλαμβάνεται ο ουμανισμός, διαφέρει σε ένα βασικό σημείο από την βούληση που ο Ockham και οι νομιναλιστές απέδιδαν στον άνθρωπο. Δεν είναι απλά μια δημιουργημένη βούληση, αλλά μια αυτοδημιουργούμενη βούληση. Ο Θεός προικίζει τους ανθρώπους με τη δυνατότητα της βούλησης, και αυτοί μπορούν να κάνουν τους εαυτούς τους αυτό που θέλουν να είναι. Η έννοια αυτή του αυτόβουλου όντος έχει σαφείς συγγένειες προς το μοντέλο του νομιναλιστικού Θεού. Όπως ο Θεός που τον δημιουργεί, έτσι και ο άνθρωπος είναι ένας τεχνίτης, αλλά ένας τεχνίτης το μεγαλύτερο έργο του οποίου είναι ο εαυτός του, ένας ποιητής με την κυριολεκτική σημασία του όρου, που είναι ικανός να ταυτιστεί με οποιοδήποτε ον και να κάνει τον εαυτό του οποιοδήποτε από αυτά τα όντα. 

Ένα τέτοιο άτομο βέβαια δεν είναι Θεός. Είναι περιορισμένο από την θνητότητα του και από τις χαοτικές κινήσεις της ύλης ή από αυτό που οι ουμανιστές, ακολουθώντας τους Ρωμαίους, ονόμασαν fortuna. Οι τεχνίτες-καλλιτέχνες μπορούν να δώσουν μορφή στα πράγματα, να ζωγραφίσουν πίνακες, να δώσουν μορφή στο μάρμαρο, να κτίσουν παλάτια, ακόμα και να δημιουργήσουν κράτη, αλλά η τύχη θα τα ρημάξει εν τέλει όλα. Ακόμα και ο μεγαλύτερος πρίγκηπας, όπως λέει για παράδειγμα ο Μακιαβέλλι, θα είναι επιτυχημένος μόνο στο μισό από τον χρόνο της εξουσίας του. Ενώ το άτομο είναι για τον ουμανισμό ελεύθερο και με κάποια έννοια θείο, δεν είναι όμως παντοδύναμο, γιατί έχει τόσο μια παιδική ηλικία, όσο και γεροντική άνοια, λόγω της οποίας εξαρτάται από τους άλλους, και (έχει) ένα θάνατο που φέρνει αναπόφευκτα ένα τέλος στην κυριαρχία του. 

Η ουμανιστική αυτή ιδέα περί τύχης (μοίρας) αντικατοπτρίζει την υποκείμενη αντίληψη περί χρόνου ως φθοράς. Η μορφή και ο σκοπός δεν είναι εγγενείς στη φύση, αλλά προϊόντα της βούλησης του τεχνίτη, ο οποίος κτίζει αναχώματα κατά των πλημμυρών της τύχης, αναχώματα τα οποία η τύχη εν τέλει ξεπερνά και πλημμυρίζει. Η ουμανιστική απαισιοδοξία για την ικανότητα της τέχνης να κυριαρχήσει στη φύση αντικατοπτρίζονταν και στην αντίληψη τους για τη δική τους θέση στον χρόνο. Γνώριζαν πως ο μεγαλειώδης κόσμος των αρχαίων, τον οποίο τόσο θαύμαζαν, είχε καταστραφεί και αντικατασταθεί από την σκοτεινή γοτθική εποχή. Έλπιζαν να εγκαταστήσουν μια νέα χρυσή εποχή, αλλά δεν φαντάζονταν ότι μπορούσε να διαρκέσει για πάντα και δεν ονειρεύτηκαν ποτέ πως θα μπορούσε να βελτιώνεται για πάντα. 

Ο ουμανισμός αναπτύχθηκε παράλληλα με, αλλά και προήλθε από, τον νομιναλισμό. Προσέφερε λύση σε πολλά προβλήματα που έθεσε η θεία παντοδυναμία. Η λύση αυτή είχε κατασκευαστεί στο θεμέλιο του νομιναλισμού, που σημαίνει στην αντίληψη περί του ανθρώπου ως ατομικού και βουλητικού όντος, αν και η επιτυχία της οφείλεται στον μεγάλο περιορισμό της οντολογικής διαφοράς, την οποία ο νομιναλισμός θεωρούσε πως χωρίζει τον άνθρωπο από το Θεό. Το επακόλουθο όραμα περί του μεγαλειώδους ατόμου, το οποίο ανυψώνεται, όπως το τοποθετεί ο Cassius του Shakespeare, «σαν τον Κολοσσό», ήταν λοιπόν κάτι το σαφώς νέο και ένα ξεκάθαρο βήμα πέραν του Μεσαίωνα. Ο σκοπός του ανθρώπου ήταν η δόξα και όχι η ταπείνωση, και προς τον σκοπό αυτό χρησιμοποιούσε μάλλον την τέχνη παρά την φιλοσοφία, και περισσότερο την ρητορική παρά την διαλεκτική. Ο ουμανισμός επομένως αναζητούσε την απάντηση στο πρόβλημα που έθεσε η θεία παντοδυναμία, φανταζόμενος ένα νέο είδος ανθρώπινου όντος, που μπορούσε να διασφαλίσει τον εαυτό του με τις δικές του δυνάμεις, μέσα στον χαοτικό κόσμο που παρέθεσε ο νομιναλισμός. 

Σήμερα φανταζόμαστε τον ουμανισμό ως ανταγωνιστικό προς τη θρησκεία ή και μια μορφή αθεϊσμού. Ο ουμανισμός της Αναγέννησης όμως ήταν σχεδόν πάντα ένας χριστιανικός ουμανισμός. Διατυπώνοντας όμως το ιδιαίτερο είδος Χριστιανισμού, οι ουμανιστές στηρίζονταν σε μεγάλο βαθμό στον Κικέρωνα και τον Νεοπλατωνισμό, και παρουσίασαν ένα όραμα περί Χριστιανισμού, που έδινε πολύ μεγαλύτερο βάρος στην ηθική πράξη παρά στην πίστη και τις ακολουθίες. Η μεταμόρφωση αυτή, που ήταν εμφανής ακόμα και στους πιο μετριοπαθείς βόρειους ουμανιστές, έσπρωξε τον Χριστιανισμό στην κατεύθυνση του Πελαγιανισμού, που ήταν βαθιά εχθρικός προς τους ένθερμους Χριστιανούς. Από αυτή την άποψη, η επίδραση του ουμανισμού στην χριστιανική πίστη και πράξη ήταν πολύ σημαντική, καθώς υπέθαλψε το δεύτερο μεγάλο διανοητικό κίνημα, ως απάντηση στο πρόβλημα που έθεσε η νομιναλιστική επανάσταση, την Μεταρρύθμιση. 

Ο Λούθηρος ήταν ο πατέρας της Μεταρρύθμισης. Η ζωή και η σκέψη του ήταν από πολλές απόψεις μια αντίδραση στα προβλήματα που έθεσε ο νομιναλισμός. Στην ανταπόκριση του όμως προς τον νομιναλισμό ακολούθησε ένα δρόμο που ήταν ριζικά διαφορετικός από αυτόν των ουμανιστών. Δεν απομακρύνθηκε από το Θεό για να πάει στον άνθρωπο, αλλά πήγαινε από τον άνθρωπο πίσω στο Θεό. Οι ουμανιστές επιδίωκαν την μεταρρύθμιση του Χριστιανισμού, αλλά η ιδέα του Λούθηρου για την μεταρρύθμιση ήταν πιο βαθιά και περιελάμβανε τα πάντα.

Η Μεταρρύθμιση είχε περιγραφεί ως η τελευταία μεγάλη κορύφωση της μεσαιωνικής θρησκευτικότητας, και ενώ ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι εντελώς λάθος, εντούτοις αποκρύπτει σε τι εκπληκτικό βαθμό ο Χριστιανισμός της Μεταρρύθμισης απορρίπτει τον μεσαιωνικό Χριστιανισμό, στηριζόμενος σε νομιναλιστικά θεμέλια. Το παράδειγμα του Λούθηρου το καθιστά σαφές. Ο Λούθηρος είχε γίνει οπαδός του Ockham σε νεαρή ηλικία, είχε όμως πρόβλημα με το γεγονός πως ο Θεός ήταν σύμφωνα με τον νομιναλισμό απρόσιτος, και τον βασάνιζε κατά συνέπεια η αβεβαιότητα για την προσωπική του σωτηρία. Την ανησυχία του Λούθηρου για την προσωπική του σωτήρια δεν μπορούσε να την ηρεμήσει ένας Θεός που ήταν η ίδια η ταραχή, που σήμερα μπορεί να σώσει τους αγίους και να καταδικάσει τους αμαρτωλούς, αλλά αύριο να κάνει το ακριβώς αντίθετο. 

Η προσωπική αναζήτηση του Λούθηρου για βεβαιότητα ενώπιον ενός τέτοιου Θεού ήταν συνδεδεμένη με τον αγώνα ενάντια στην διαφθορά μέσα στην Εκκλησία. Η διαφθορά της Εκκλησίας ήταν στο μυαλό του Λούθηρου συνδεδεμένη με τη διδασκαλία περί έργων και την πώληση των συγχωροχαρτιών. Ο Λούθηρος απέρριπτε την συγχωρητική δύναμη των έργων στηριζόμενος σε νομιναλιστικά θεμέλια. Αν το εξέχον χαρακτηριστικό στο Θεό, και κατ’ επέκτασιν στον άνθρωπο είναι η βούληση, τότε η αμαρτία μπορούσε να συγχωρεθεί μόνο με την ορθή βούληση, ανεξαρτήτως αποτελέσματος. Η ορθή όμως βούληση δεν εξαρτάται από τον άνθρωπο αλλά από τον Θεό. Η απάντηση του Λούθηρου στο ερώτημα για τα συγχωροχάρτια, ήταν η απάντηση του στο πρόβλημα του νομιναλιστικού Θεού: «μόνη η πίστη σώζει». Ο Λούθηρος αποδέχτηκε την νομιναλιστική αντίληψη περί ανθρώπου ως βουλητικού όντος, αλλά μεταμόρφωσε την αντίληψη αυτή αναμορφώνοντας τη σχέση της θείας προς την ανθρώπινη βούληση. Η πίστη είναι σύμφωνα με τον Λούθηρο η βούληση για ένωση με τον Θεό, αλλά η πίστη μπορεί να έρθει μόνο από το Θεό διαμέσου της Γραφής. Η πίστη στη Γραφή, με άλλα λόγια, εγγυάται την σωτηρία. 

Συνεχίζεται

ΤΟ ΠΣΕμα ΠΟΥ ΛΑΜΒΑΝΕΙ ΧΩΡΑ ΣΤΟΝ ΤΟΠΟ ΜΑΣ ΔΙΑΓΡΑΦΕΤΑΙ ΜΕ ΣΑΦΗΝΕΙΑ ΣΤΗΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣΕΩΣ  ΓΙΑ ΔΥΝΑΜΗ ΚΑΙ ΔΟΞΑ ΤΟΥ ΑΤΟΜΟΥ, ΟΠΩΣ ΑΝΤΙΚΑΤΟΠΤΡΙΖΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΘΛΙΒΕΡΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ  ΠΟΥ ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΕ ΣΑΝ ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΤΟΥ ΜΟΝΤΕΡΝΟΥ ΚΟΣΜΟΥ. 
Ο ΠΕΤΡΑΡΧΗΣ ΕΙΧΕ ΓΙΑ ΔΑΣΚΑΛΟ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΤΟΝ ΒΑΡΛΑΑΜ, Ο ΟΠΟΙΟΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ ΠΡΟΣΦΕΡΕ ΤΗΝ ΑΙΡΕΣΗ ΤΟΥ ΣΑΝ ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΟΥ ΜΟΝΤΕΡΝΟΥ ΚΟΣΜΟΥ. 
ΤΟ ΠΣΕ ΚΑΙ Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ ΗΤΤΗΜΕΝΟΙ ΑΛΛΑ ΛΙΓΟΙ ΤΟ ΓΝΩΡΙΖΟΥΝ  ΟΠΩΣ ΑΓΝΟΕΙΤΑΙ ΚΑΙ Η ΗΤΤΑ ΤΗΣ ΣΟΦΙΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΛΑΤΩΝΑ. 
Ο ΛΟΥΘΗΡΟΣ ΕΠΕΒΑΛΕ ΤΗN ΣΩΤΗΡΙΑ ΔΙΑ ΤΗΣ SOLA SCRIPTURA KAI O ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ ΤΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΔΙΑ ΤΗΣ SOLA IMAGO. 
ΠΩΣ ΘΑ ΣΩΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΜΑΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗ Η ΟΠΟΙΑ ΒΑΣΙΣΤΗΚΕ ΣΤΗΝ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ;
ΜΕ ΤΟΥΣ ΘΕΟΛΟΓΟΥΣ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΚΩΔΙΚΟΠΟΙΟΥΝ ΤΗΝ ΕΜΠΕΙΡΙΑ  ΑΓΕΥΣΤΟΙ ΚΑΘΕ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ;

Δεν υπάρχουν σχόλια: