Κυριακή 12 Ιουνίου 2016

PAUL FRIEDLȀNDER ΠΛΑΤΩΝ (44)

Συνέχεια από Τρίτη, 7 Ιουνίου 2016
                                     PAUL   FRIEDLȀNDER
                                                       ΠΛΑΤΩΝ

                                                  ΔΕΥΤΕΡΟΣ  ΤΟΜΟΣ
                                              ΤΑ  ΠΛΑΤΩΝΙΚΑ  ΚΕΙΜΕΝΑ
                                                        Πρώτη περίοδος
                              1 – ΠΡΩΤΑΓΟΡΑΣ
     
  Τρίτο διαλεκτικό μέρος. Αφού τελείωσε ο Σωκράτης, μπορούσε να ‘θορυβή’ με διάφορους τρόπους ο σοφιστικός ‘χείμαρρος’: προσφέρεται για έναν λόγο ακόμα κι ο Ιππίας. Επανεμφανίζεται όμως τώρα η διαλογική ενέργεια (Energie), κατά χαρακτηριστικό κατ’ αρχάς τρόπο στον Αλκιβιάδη, ο οποίος και ανακαλεί, σαν ένας προκεχωρημένος φρουρός, στη μορφή τού διαλόγου. Ο Σωκράτης ‘επωφελείται’ αμέσως, εξασκεί σκληρή κριτική στην ποιητική ερμηνεία που με τόση δεξιοτεχνία χρησιμοποίησε κι ο ίδιος, και θέλει να επανέλθη εκεί όπου και σταματήσαμε προηγουμένως (348 Α). Είναι ο μόνος που ‘θεωρεί’ τον λόγο (Logos) με τις απαιτήσεις του, τη στιγμή που οι περισσότεροι εξαρκούνται στη στιγμιαία νίκη τού ενός ή τού άλλου και γενικώς στην πολυλογία. Και επιβάλλει, απέναντι σε μιαν τελευταία αντίσταση του Πρωταγόρα, την αρχή του, με τη βοήθεια του Αλκιβιάδη και των υπολοίπων, που δεν διακρίνουν μεν το βάθος αυτής τής αρχής, αφήνονται όμως να ‘παρασυρθούν’ απ’ την υπέρτερη καθοδήγηση.
        Ξαναθέτει λοιπόν το παλαιό ερώτημα ο Σωκράτης: πώς μπορεί να εννοηθή η ενότητα των «αρετών» στη μιαν «αρετή»; Θυμόμαστε, ότι είχε αρνηθή την ταυτότητα ο Πρωταγόρας, και ήθελε να βλέπη ως αναγκαίως συνανήκοντα μέρη, «όπως σ’ ένα πρόσωπο», τις μεμονωμένες αρετές. Θυμόμαστε επίσης, ότι ανέλαβε να διεξέλθη κατόπιν, πλειοδοτώντας ή και υπερ-πλειοδοτώντας, με σκόπιμα λογικά σφάλματα την ενοποίηση ο Σωκράτης κι ότι εγκατέλειψε, όταν δεν ήξευρε πια πώς να βοηθηθή, στη μέση τον λόγο ο Πρωταγόρας. ‘Εξανεμίστηκαν’ λοιπόν τώρα εκείνοι οι αγώνες. ‘Ενοποίησε’ τις τέσσερις αρετές, τη δικαιοσύνη, τη θεοσέβεια, τη σωφροσύνη (Sophrosyne) και τη φρόνηση, λέγοντας πως «μοιάζουν πολύ» μεταξύ τους, ο σοφιστής μας. Παρατηρούμε (βέβαια…) πως δεν αποδέχεται την ταυτότητα, αλλά πως δεν δίνει ούτε ο Σωκράτης τώρα κάποιαν αξία σ’ αυτό, και πως το ερώτημα εν συντομία, πώς πρέπει να κατανοηθή αυτή η ενότητα, ‘υποχωρεί’ τώρα πλέον – με σωκρατικο-πλατωνικό, μη δογματικό δηλ. τρόπο – μπροστά στο ερώτημα, αν υπάρχη (καν…) ενότητα. Καθώς αναγγέλλεται το καινούργιο πρόβλημα: τί συμβαίνει με την πέμπτη αρετή, την ανδρεία; Όπου και βεβαιώνει ο Πρωταγόρας, ότι είναι εντελώς διαφορετική απ’ τις υπόλοιπες (πάνυ πολύ διαφέρον), έτσι ώστε θα μπορούσε να είναι κανείς στον ύψιστον βαθμό ανδρείος, χωρίς να διαθέτη το παραμικρό ταυτόχρονα απ’ τις άλλες αρετές. Επαναλαμβάνοντας μ’ αυτό που λέει την κοινή, λαϊκή κρίση, δίχως όμως να παρατηρή ότι εγκαταλείπει έτσι την ίδια του τη θέση (Τhese) περί οργανικής ενότητας όλων τών αρετών.
       Μπορεί να έχουμε την τάση, να βλέπουμε μόνον κατασκευές εννοιών εδώ. Πρέπει να καταστήσουμε όμως σαφές, ότι το ερώτημα αφορά στο πώς πρέπει να ζη και πώς πρέπει να εκπαιδεύη κανείς. Και επιδιώκεται εδώ σαφώς, να συμπεριληφθή η «ανδρεία», η «ανδρική αρετή», που θα μπορούσε ευκολώτατα να συγχυσθή με μιαν απλώς ζωτική αξία και να εκφυλισθή (με τη δεινότητα ή το θαρραλέον), και που είναι ωστόσο απαραίτητη για την πολιτική, ανθρώπινη ύπαρξη, να συμπεριληφθή κι αυτή λοιπόν στον κύκλο τών πολιτικών, ανθρωπίνων δυνάμεων. Κι επειδή είναι η πιο δύσκολη ‘εργασία’, γι’ αυτό και βρίσκεται στο τέλος. Και γι’ αυτό επιβαρύνεται με τη λαϊκή ασυνέπεια κι ο Πρωταγόρας, ώστε να φανερωθή, στην προσπάθεια ξεπερασμού της, η σωκρατική αρχή. Επιτελείται δε στην «Πολιτεία» αυτή η ‘συνένωση’. Γιατί το να χωρίσουμε την ανδρεία απ’ τις άλλες αρετές, θα σήμαινε τη διάλυση και τον διασκορπισμό τής δομής τής πόλης καθώς και κάθε ξεχωριστής ψυχής   (( Σημ. τ. μετ.: Μας θυμίζουν πράγματι αυτά τα κείμενα, ότι έζησαν και πολέμησαν για την αρετή και την ελευθερία και την αλήθεια βασισμένοι στην ‘ανδρική αρχή΄ οι πρόγονοί μας, ενώ η ‘θηλυκή αρχή΄ που επικράτησε στον δυτικό κόσμο και μαζί του πια και στην παραδομένη εν πολλοίς στη Δύση Ελλάδα καταδικάζει την ανθρωπότητα σε μια διαρκή υποχώρηση και παθητικότητα, δια της διανοίας, απέναντι στις επιθέσεις τών κάθε λογής ‘τεράτων’… Βλ. και πολλές ενδιαφέρουσες σχετικές αναρτήσεις σε άλλα ‘σημεία’ τού Αμέθυστου… )) .
       Είναι αξιοσημείωτο όμως, ότι μιλούν στο τέλος τού «Πολιτικού» για την ‘πολικότητα’ των ανθρωπίνων φύσεων, όπου και υπερτερεί είτε η «ανδρεία» είτε η «κοσμιότης». Και απαιτείται εκεί απ’ τον αληθινό πολιτικό, να γνωρίζη να συνδέη αυτούς τούς αντίθετους ‘πόλους’ στην ‘στρογγυλή’ και ολοκληρωμένη ενότητα της πόλης. Επέστρεψε λοιπόν αργότερα σε κείνο ο Πλάτων, το οποίο και ‘ξεπερνά’ στο τελευταίο μέρος τού «Πρωταγόρα» ο Σωκράτης του; Όχι βέβαια. Αλλά γίνεται μάλλον σαφής η έννοια και η υπέρβαση της πρωταγόρειας θέσης μ’ αυτήν την αντίθεση. Υπάρχουν δυό ‘τύποι’ ανθρώπων στον ‘Πολιτικό», και ο ένας είναι «οξύς», ενώ ο άλλος «μετρημένος», «μετριοπαθής» (σώφρων, ησυχαίος). Και παρατηρούμε κυρίως στον δεύτερον, που τον χαρακτηρίζει ο παλαιός και ξεπερασμένος στον «Χαρμίδη» ορισμός τής σωφροσύνης, ότι δεν εννοούνται καν οι ηθικο-πολιτικώς θεωρούμενες «αρετές», αλλά οι εκ φύσεως προδιαθέσεις εδώ. Και αντιλαμβανόμαστε έτσι για πρώτη φορά, περί τίνος πρόκειται στο τελευταίο μέρος τού «Πρωταγόρα»: πρέπει να ‘ξεπερασθή’ απ’ την ηθικο-πολιτική αντίληψη η φυσιοκρατική αντίληψη περί ανθρώπου: δεν είναι εκείνο για το οποίο τον προδιαθέτει η φύση ο άνθρωπος, αλλά εκείνο που δημιουργεί η μόρφωση απ’ αυτήν τη φυσική ‘αρχή’.
       Ας φωτίσουμε τη στρατηγική (Strategie), με την οποία δρα στην τελευταία ενότητα ο Σωκράτης! Με τη δική του έννοια μπορούν τα παραπάνω να συμβούν μόνον ανάγοντας την «ανδρεία» σε «γνώση», και είναι προφανώς αυτός και ο σκοπός τής πρώτης του ‘εφόρμησης’ (350 D). Ο πιο ευθύς όμως δρόμος προς αυτόν τον σκοπό είναι περίπου ο εξής: θα έπρεπε να διαχωριστή η ανδρεία ως αρετή απ’ τη φυσική τόλμη, που δεν είναι παρά (πρώτη…) ύλη, και τίποτα το διαμορφωμένο, τίποτα το «ωραίο». Αποτελεί δε τη διαμορφωμένη απ’ αυτήν την (πρώτην…) ύλη «αρετή» η ανδρεία. Διαμορφωμένη όμως από τί; Απ’ την επιστήμη (Episteme), όχι δηλ. την πρακτική, μεμονωμένη γνώση, αλλά τη γνώση για την ουσία.
       Δεν είναι ωστόσο ο τρόπος τού Σωκράτη το να πηγαίνη τόσο ‘ίσια’. Γιατί, τί θα αντιλαμβανόταν π.χ. ο Πρωταγόρας απ’ τη γνώση τού Σωκράτη; Γι’ αυτό και κρατά μεν ο Σωκράτης μπροστά του τον στόχο, οδηγεί όμως μέσα από ‘εσφαλμένους’, ‘πλάγιους’ δρόμους προς τα εκεί. Αντί να ξεχωρίση (λοιπόν…) την ανδρεία απ’ την τόλμη – κάτι που θα συμβή ωστόσο στον «Λάχη» - τις συγχέει και τις δυό, αφήνοντας να διαισθανθή μόνον ο προσεχτικός αναγνώστης τη σύγχυση. Είναι κάτι το «ωραίο», μια ανθρώπινη εντέλεια η αρετή (Arete). Ενώ αποδεικνύεται μερικές φορές (ακόμα και ως…) φρενοβλάβεια η «τόλμη». Όπου και παρατηρούμε βέβαια, ότι ήταν απαραίτητο να τις ξεχωρίσουμε αντί να τις αναμείξουμε. Και δεύτερον: εισάγει μεν τη «γνώση» στο ‘παιχνίδι’ ο Σωκράτης, χωρίς να τη ΄συλλαμβάνη’ όμως στο οικείο γι’ αυτόν βάθος της, αλλά μόνο στις κατώτερες και πρακτικές βαθμίδες της, ως τη γνώση τού καταδύτη, του έμπειρου ιππέα, και του εξασκημένου ‘ελαφρού’ οπλίτη. Και ‘ψηλαφούμε’ έτσι, πως χρειάζεται η επιστήμη για να υπάρξη η ανδρεία. Υπάρχει όμως πάλι μια ‘παραπλάνηση’, και μένει να αναζητήσουμε, τί είδους είναι πράγματι αυτή η επιστήμη.
      Επιτίθεται λοιπόν τώρα ενάντια στα ασθενή σημεία τού ‘αντιπάλου μετώπου’ ο Πρωταγόρας. Και βλέπει κατ’ αρχάς, ότι δεν αντιστρέφεται έτσι απλά η φράση «Είναι τολμηροί οι ανδρείοι». Δεν μπορεί όμως και να ξεκινήση το παραμικρό, για να φωτίση τα πράγματα, μ’ αυτήν την καθαρά σχηματική γνώση. Διακρίνει κατόπιν, εντελώς σωστά, το δεδομένο τής φύσης (φύσις) απ’ τη γνώση (επιστήμη). Φανερώνεται όμως το πόσο λίγο γνωρίζει για την ουσία τής γνώσης, όταν τοποθετή απ’ τη μεριά τής γνώσης την τόλμη, κι απ’ τη μεριά τής έμφυτης ικανότητας την ανδρεία  (( ! )) , συνταιριάζοντας περαιτέρω το «θάρρος» και την «τρέλλα» στην επιστήμη, ενώ την «καλήν ανατροφή» (ευτροφία) στη φύση (Physis). Δεν μπορεί πράγματι να μπερδέψη κανείς χειρότερα τα πράγματα. Αλλά ακριβώς με το να αφήνη τον μεν Σωκράτη να ‘περιπλανιέται’, τον δε Πρωταγόρα να προσπαθή μάταια να ελιχθή μέσα στα ‘χαμόκλαδα’, θέτει τον αναγνώστη μπροστά στο δικό του έργο ο Πλάτων.
       Kαι ξεκινά τώρα το τελευταίο του ‘χτύπημα’ο Σωκράτης. Αγγίζει τον σκοπό του: η ανδρεία είναι γνώση (σοφία), και είναι αδύνατο να μπορή να έχη κανείς την ύψιστη άγνοια και την ύψιστη ταυτόχρονα ανδρεία. Διαφυλάσσεται (έτσι…) η ενότητα των «αρετών» στη βάση τής «γνώσης». Ο σοφιστής ‘ηττάται’. Μέσα από ποιους όμως ‘παραπλανητικούς’ και κρυφούς δρόμους φτάνει ο Σωκράτης σ’ αυτόν τον σκοπό! Δύο ερωτήματα θέτει κατ’ αρχάς στον Πρωταγόρα. Το πρώτο: είναι το να ζη κανείς όλο απόλαυση κάτι, στο οποίο και ταιριάζει καθεαυτό (ανεξάρτητα απ’ τις συνέπειες) το κατηγορούμενο «καλό»; Αποφεύγει να πη εδώ ένα απλό Ναι ο Πρωταγόρας: η απόλαυση είναι μόνον τότε καλή, όταν είναι απόλαυση του ωραίου. Κι αυτό είναι οπωσδήποτε ένας «ηδονισμός» (“Hedonismus”), τον οποίον και ‘ενέκρινε’ πάντοτε ο Πλάτων. Πρέπει να αποκλεισθή όμως εδώ ακριβώς ως αυταξία το Ωραίο και Καλό κατά τη θέληση του Σωκράτη, και πρέπει να αναχθή στο Ευχάριστο και Ευάρεστο το Καλό   (( Σημ. τ. μετ.: Βλ. και στην πρώτη ανάρτηση του κειμένου τού αγίου Καλλίστου Αγγελικούδη, που απαντά στην απατηλή άποψη του Θωμά Ακινάτη, ότι εξαρτάται απ’ την αγάπη η ευφροσύνη, λέγοντας πως πρώτα χαίρεται και ευφραίνεται κανείς για κάτι και μετά το αγαπά… Με το μυαλό του ανατρέπει δυστυχώς ο άνθρωπος ακόμα και τη φυσική και δημιουργημένη απ’ τον Θεό τάξη… Φαίνεται δε και πόσο ψεύτικη είναι, εξυπηρετώντας προφανώς άλλους, δόλιους και απάνθρωπους εντέλει σκοπούς, και η τόσο διαδεδομένη δυστυχώς στις μέρες μας ‘με το στανιό αγαπολογία’ όσων επιχειρούν μιαν παγκόσμια ‘ένωση’ όλων τών θρησκειών! – Μη γένοιτο! .. )) . Κάτι που δεν υπήρξε βέβαια ποτέ, μ’ αυτήν τη μορφή, γνώμη τού Πλάτωνα, όσο «διαφορετικά και ανόμοια κι αν εκφράστηκε για την απόλαυση» (varie et multiformiter de voluptate disseruit, Gellius VIII 5), κι όσο πολύ κι αν αναγνώρισε, ιδιαίτερα αργότερα, τον παράγοντα ‘ευχαρίστηση’ στον υπολογισμό τής ζωής, απέναντι στην υπερβολική μάλιστα αυστηρότητα. Κι όταν αναμετρά στους «Νόμους» (V 733 E κ.ε.) τις διάφορες μορφές βίου και ζωής ανάλογα με την ευχαρίστησή τους, ονομάζει αυτήν του τη θεώρηση «ανθρώπινη». Που συμπληρώνει και μόνον τη «θεϊκή», που έχει άλλωστε γι’ αυτόν προηγηθή, και χωρίς την οποία δεν θα είχε επιτρέψει και την ανθρώπινη. Στον διάλογό μας δείχνει η απάντηση του Πρωταγόρα – ότι του φαίνεται ασφαλέστερο να ξεχωρίση, όχι μόνο για την παρούσα συζήτηση, αλλά και για ολόκληρη την υπόλοιπη ζωή το Καλό και το Ευχάριστο – απ’ τη μιαν πλευρά την αίσθηση, πως πρόκειται για μιαν ύψιστη απόφαση εδώ, κι απ’ την άλλη μιαν αβεβαιότητα με τη λέξη «ασφαλέστερον», που καθιστά αμφίβολο το αν θα μείνη σταθερός στη μεριά τού Σωκράτη. Του οποίου το δεύτερο ερώτημα είναι το εξής (352 Β): Πώς αντιλαμβάνεσαι τη γνώση; Πιστεύεις μαζί με τους πολλούς, πως είναι απέναντι σε πάθη όπως η ευχαρίστηση κι η δυσαρέσκεια (η αποστροφή…), πάντοτε το πιο αδύναμο μέρος; Πρόκειται για μιαν ‘έσχατη’ και πάλι ερώτηση: αν πρέπη να κυριαρχείται απ’ την ορμή και το ένστικτο, ή απ’ το ίδιο το πνεύμα η ζωή. Αποφασίζει λοιπόν αμέσως και με κάθε σαφήνεια εδώ ο Σωκράτης, κι ο Πρωταγόρας τον ακολουθεί. Επισημαίνοντας όμως, ότι πρέπει βέβαια να υποστηρίξη για την τιμή τού επαγγέλματός του αυτήν την άποψη, οπότε δικαιούμαστε κι εμείς να αμφιβάλλουμε ξανά, αν η άποψή του βασίζεται και στην κρίση του. Αφήνοντας τον Πρωταγόρα να διαπιστώση (ο ίδιος…), ότι υπάρχει (όντως…) ένα αυθεντικό Καλό και μια κυρίαρχη γνώση, ‘οριοθετεί’ ο Σωκράτης τον ίδιον του τον ‘χώρο’, και κοιτά πλέον από εκεί προς το ‘χαμηλότερο’ επίπεδο των Πολλών. Απ’ τους οποίους καταφρονητές τής επιστήμης (Episteme) προσείλκυσε προς το μέρος του - κατ’ αρχάς - τον Πρωταγόρα. Γιατί πολύ γρήγορα θα τον ‘σπρώξη’ και πάλι στο πλήθος, απ’ το οποίο και δεν μπορεί να χωρισθή για πολύ ο σοφιστής.
       Tί σημαίνει, να υποκύπτης και να είσαι πιο αδύναμος απ’ την ηδονή (ηδονής ήττων είναι); Τί εκφράζεται μ’ αυτήν τη ‘συγκριτική’ αποστροφή; Αυτό είναι και το αποφασιστικό ερώτημα. Υπάρχει για τον Σωκράτη, και τώρα και για τον Πρωταγόρα, ένα Καλό και μια Επιστήμη δίπλα στην Ευχαρίστηση και την Ηδονή, με την οποία Επιστήμη γνωρίζεται και βοηθιέται στο να κυριαρχήση το Καλό. Ω, εσείς όμως οι Πολλοί, που ανάγετε κάθε Καλό και Κακό στο Ευχάριστο και το Δυσάρεστο, πώς εξηγείτε την πραγματικότητα μιας ήττας (ότι δηλ. ηττάσθε…); Το μπορείτε μόνο βλέποντας να μάχεται η Ηδονή την Ηδονή, ο Πόνος τον Πόνο, η Ηδονή τον Πόνο, το Παρόν το Μέλλον, κι έτσι τα αναμετράτε. Γιατί δεν υπάρχει βέβαια για σας ένα Καλό, με το οποίο θα μπορούσατε να αναμετρήσετε την Ηδονή. Και δεν θέλετε και να αναγνωρίσετε μιαν κυρίαρχη γνώση. Καθώς πρέπει να αναμετρήσετε όμως αναμεταξύ τους ηδονικές και δυσάρεστες ποσότητες, χρειάζεστε και μια ‘μετρητική’ τέχνη ή επιστήμη. Πρέπει να αναγνωρίσετε και να διαθέτετε και σεις λοιπόν, στη δική σας βαθμίδα, έξω απ’ την Ηδονή και τη Δυσαρέσκεια, μιαν Επιστήμη. Και είναι και στη δική σας βαθμίδα «το να υποκύψης στην ηδονή», το να ξεγελαστής δηλ. ως προς την ύψιστη ηδονική ποσότητα, η ύψιστη μωρία: μια άγνοια.
       Δεν λέγεται μεν, αλλά μπορεί ο καθένας να το συμπεράνη: αν μπορή, ακόμα και στο επίπεδο των Πολλών, μόνο μια γνώση να αποφασίση όπου είναι απαραίτητη μια απόφαση, πόσο λοιπόν περισσότερο εκεί που βρισκόμαστε εμείς τώρα. Γιατί διαθέτουμε εμείς (λέει προφανώς ο Σωκράτης…) ένα σταθερό μέτρο, «το καλό», και μια γνησιότερη μετρητική τέχνη απ’ ό,τι εσείς, «τη γνώση».
        Τείνουμε να πάμε, ‘ορμώμενοι’ απ’ το όψιμο πλατωνικό έργο (Φίληβ. 55 Ε, Πολιοτ. 283 C κ.ε.), ένα ακόμα βήμα παραπέρα. Στην εποχή όπου κατέστη πολύ σημαντικότερη απ’ ό,τι στην αρχή η μέτρηση κι η αρίθμηση για τον Πλάτωνα, έχει τη βεβαιότητα μιας μετρητικής τέχνης, που ονομάζεται ακριβώς όπως στον «Πρωταγόρα», χωρίς να έχη όμως βέβαια να κάνη με Ηδονή και Δυσαρέσκεια, αλλά με όλα στα οποία υπάρχει Μεγάλο και Μικρό, Περίσσεια και Έλλειψη, και με όλα μάλλον εκείνα τα οποία γενικώς μπορούν να αριθμηθούν και να μετρηθούν. Και γνωρίζουμε τί σημαίνει για την ελληνική ύπαρξη και για τον Πλάτωνα αυτή η λέξη: μέτρο. Είναι λοιπόν ‘δύσκολο’ να μην αναγνωρίσουμε ήδη στον «Πρωταγόρα» μιαν αναφορά σε μιαν τέτοια γνησιότερη και αναπτυσσόμενη μετρητική τέχνη (χωρομετρία…),  διαβάζοντας ότι «θα αναζητήσουμε αργότερα τί είδους είναι αυτή η τέχνη κι η γνώση» (357 Β).
       Πριν φτάση όμως στο τελευταίο ερώτημα, εκείνο για την ανδρεία, η όλη στρατηγική (Strategie) τού Σωκράτη, ας παρατηρήσουμε ένα σύντομο αλλά αποτελεσματικό και σημαντικό ενδιάμεσο ‘παιχνίδι’. Αφού απέδειξε στους «Πολλούς», ότι δεν μπορούν ούτε κι αυτοί να παραιτηθούν από μια γνώση, κλείνει αυτόν τον ‘λόγο’ του κατηγορώντας τους ο Σωκράτης, ότι δεν στέλνουν (τουλάχιστον…) τους γυιούς τους στους ικανούς (‘συντεχνιακούς’…) δασκάλους, στον Πρωταγόρα, τον Ιππία και τον Πρόδικο, σαν να μην υπήρχε  διδασκαλία και μάθηση (ως ου διδακτού όντος). Και η κατηγορία αυτή εννοείται, αν και απαξιώνεται αμέσως με την ειρωνική αναφορά στα δίδακτρα, σχεδόν στα σοβαρά για μια στιγμή, όπως αποστέλλει εξάλλου ο πλατωνικός Σωκράτης στον «Λάχη» (180 C, 200 D), στον «Θεάγη» (127 Ε κ.ε.), στον «Θεαίτητο» (151 Β), νεαρούς που δεν ‘ταιριάζουν’ στη δική του διδασκαλία, να διδαχθούν απ’ τον Δάμωνα, τον Πρόδικο «και άλλους σοφούς άνδρες». Και το κάνει βέβαια αυτό με μια βαθειά ειρωνία, όχι όμως και χωρίς να του φαίνεται πράγματι καλύτερη για πολλούς απ’ ό,τι η δική του, ή κι από εντελώς καμμιάν, αυτή η διδασκαλία. Όσο κι αν κρατήσουμε όμως στον νου μας αυτήν την ‘εναλλαγή’, ένα είναι σαφές: συμφωνούν συνολικά με ενθουσιασμό προς τον Σωκράτη, τόσο μάλιστα γοητευμένοι, ώστε να χάσουν εντελώς την πνευματική τους διαύγεια οι σοφιστές. Γιατί συμβαίνει το εξής αξιοσημείωτο αυτήν τη στιγμή: ρωτά ο Σωκράτης, αν «συμφωνούν λοιπόν όλοι, ότι Ευχάριστο και Καλό είναι το ίδιο», και απαντούν όλοι πως ναι. Τί να συμβαίνη άραγες; Δεν αμφισβήτησε ακριβώς αυτό προηγουμένως ο Πρωταγόρας, και δεν διεξήχθη ολόκληρη η τελευταία συζήτηση εκ μέρους τού Σωκράτη υποστηρίζοντας τον Πρωταγόρα και ενάντια στο πλήθος, που δεν βλέπει τη διαφορά ανάμεσα στο Ευχάριστο και το Καλό; Τόσο λίγο πρόσεξαν πράγματι οι σοφιστές, ότι αρκεί μια κολακεία, για να τους καταβιβάση στο πλήθος. ‘Ξιφουλκεί’  λοιπόν τώρα από την πλευρά αυτών τών αμφίβολων ‘συμμάχων’ του ενάντια στον Πρωταγόρα ο Σωκράτης (359 Α). Και θα πρέπη ν’ αποδειχθή, αν μπορή να μείνη ακόμα ‘όρθιος’ ο Πρωταγόρας.
        Θα είναι λοιπόν για την «ανδρεία» ο λόγος. Πού απομένει όμως η ανδρεία, αν ισχύη εκείνη η ηδονιστική (hedonistisch) θέση τού πλήθους; Αν είναι η απόλαυση κι η δυσαρέσκεια το μοναδικό μέτρο, δεν θα κάνη κανείς – κατά γενική κρίση – εκείνο, με το οποίο και αναγνωρίζεται ο ανδρείος: να ορμήση στον κίνδυνο, κάτι που προκαλεί δηλ. το αντίθετο από κάθε απόλαυση. Ενώ θα ‘εφορμήσουν’ αντίθετα γενναίοι και δειλοί προς το απολαυστικό. Και θα έχουν απαλειφθή τότε τα όρια ανάμεσα στον γενναίο και στον δειλό (359 D).
      Δεν συνεχίζει, και δικαίως, στον ‘δρόμο’ τής αντίθεσης ανδρείου και δειλού ο Πρωταγόρας. Καθώς δεν επιμένει όμως τώρα πια και στην ηδονιστική αρχή (ωμολόγηται γούν – 360 Α 3), δεν είναι δύσκολο για τον Σωκράτη να τον υποχρεώση να παραδεχθή, πως αν είναι δειλοί οι Δειλοί, αποφεύγουν (και…) το Ευχάριστο. Κι αυτό είναι δυνατόν μόνον από άγνοια, αφού καθένας επιδιώκει το Ευχάριστο. Κι όταν εκδηλώνουν το ‘αξιοκατάκριτο’ θάρρος τους οι παράτολμοι, αναζητούν το Δυσάρεστο. Που είναι κι αυτό μόνον από άγνοια δυνατόν. Βασίζεται λοιπόν και γι’ αυτούς που ανάγουν κάθε Καλό και Κακό σε Ευχάριστο και Δυσάρεστο, η διαφορά μεταξύ ανδρείας και δειλίας, αν δεν πρέπη εντελώς να εξαλειφθή, στη γνώση ή την άγνοια. Δεν πρόκειται ωστόσο για τη σωκρατική εδώ γνώση: βρίσκεται μακριά ακόμα αυτή η εκ του θεού γνώση. Πρόκειται για μια γνώση ή άγνοια για το τί είναι δεινόν στο επίπεδο που ‘ξιφουλκούν’ εδώ. Κάτι που αρκεί ωστόσο, για να φανερωθή ακόμα και στους Πολλούς – στους οποίους και ανήκει βέβαια τώρα και ο Πρωταγόρας -, ότι δεν μπορεί να χωρισθή σαν κάτι το εντελώς διαφορετικό απ’ τις άλλες αρετές η ανδρεία. Άρρητη μένει η σκέψη: πόσο πιο αληθινά θα γίνουν όλα, αν δούμε, αυτό που μόνον ο Σωκράτης βλέπει τώρα καθαρά και που το επισήμανε ‘κρυμμένο’ ως επί το πλείστον στην ποιητική του ‘εξήγηση’ (Exegese). Πρέπει βέβαια να μη μείνη πια ‘ηδονιστικό’ το επίπεδο της συζήτησης, όπου και αναφέρεται μόνο στο πρακτικά χρήσιμο και τελικά και ‘ευχάριστο’ η γνώση, αλλά να περάσουμε στο ‘σωκρατικό’ (επίπεδο…), όπου και είναι το Καλό το μέτρο τών πραγμάτων και μια γνώση τού Καλού η γνώση. Ενώ  μπορούμε επίσης να πούμε, πως πρέπει να ανέλθη γι’ αυτό στο ύψος τής Ευδαιμονίας (Eudaimonia) η ηδονή (Hedone).


       ( συνεχίζεται )

Δεν υπάρχουν σχόλια: