Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2020

Η επίδραση του Heidegger στον μετανθρωπισμό: Η αποδόμηση της μεταφυσικής, η τεχνολογία και η υπέρβαση του ανθρωπισμού δ

 Συνέχεια από: Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2020

Η επίδραση τού Heidegger στον μετανθρωπισμό:
Η αποδόμηση της μεταφυσικής, η τεχνολογία και η υπέρβαση του ανθρωπισμού δ

Gavin Rae, History of the Human Sciences, 2014, Vol. 27 (I) 51-69

Το πρόγραμμα τού Heidegger: Το περί τού Είναι ερώτημα και η αποδόμηση τής μεταφυσικής

Ο Heidegger ισχυρίζεται, πως η προσέγγιση αυτή θα αποκαλύψει μια κατανόηση τής ανθρώπινης ύπαρξης, η οποία είναι θεμελιωδώς διαφορετική από την αντίληψη που προσφέρει ο ανθρωπισμός. Ενώ το «Είναι και Χρόνος» εισηγείται πως το να φροντίζει ο άνθρωπος για το είναι του, είναι μια ανθρώπινη ικανότητα, η οποία τον διαφοροποιεί από τα άλλα όντα (1962: 32), στο «Γράμμα για τον Ανθρωπισμό», η θέση αυτή συμπληρώνεται και εμβαθύνεται με την εισήγηση, πως αυτό που διαφοροποιεί τον άνθρωπο από τα άλλα όντα, είναι η εσωτερική σχέση του ανθρώπου προς το Είναι. Συγκεκριμένα, το «Γράμμα» αποκαλύπτει πως ο άνθρωπος είναι το μοναδικό όν που ορίζεται από την έκ-σταση (ek-sistence). Με αυτό ο Heidegger εννοεί μια συγκεκριμένη σχέση προς το Είναι, που ορίζεται από την δυνατότητα ανάδυσης από την χρονικότητα τού Είναι (1977a: 228). Και πράγματι θα εισηγηθώ, πως αυτή είναι η διαφοροποιός σχέση προς το Είναι, που ο Heidegger αποκαλεί έκ-σταση (ek-sistence). Αυτή η θέση βρίσκεται στη βάση τού επίμονου ισχυρισμού τού «Είναι και Χρόνος», πως ο άνθρωπος διαφοροποιείται από τα άλλα όντα, δια της ικανότητάς του προς τήν φροντίδα τού Είναι του. Με άλλα λόγια, επειδή το ανθρώπινο Είναι υπάρχει σε μια μοναδική σχέση προς το Είναι, είναι ικανό προς φροντίδα του Είναι, με τρόπο που διαφεύγει των άλλων όντων.

Για τον λόγο αυτό, και σε αντίθεση προς ανθρωποκεντρισμό, που έχει την τάση να αποδέχεται μια σταθερή, «εσωτερική» ουσία, για να ορίσει το ανθρώπινο είναι, η ανθρώπινη ουσία «βρίσκεται σε εκ-σταση (ek-sistence (1977a: 248). Το ότι το ανθρώπινο είναι βρίσκεται μεταξύ του Είναι και των άλλων όντων, σημαίνει πως το ανθρώπινο είναι, είναι θεμελιωδώς διαφορετικό από αυτό των ζώων. Και ενώ ο Heidegger συμφωνεί με την μεταφυσική, πως ο άνθρωπος είναι ευνοημένος ως προς τα ζώα, και μάλιστα δηλώνει, πως ο άνθρωπος και το ζώο χωρίζονται «από μια άβυσσο» (1977a: 230), απορρίπτει τον τρόπο με τον οποίο η μεταφυσική δηλώνει πως είναι ευνοημένος. Τον τρόπο δηλαδή με τον οποίο η μεταφυσική ευνοεί τον άνθρωπο ως προς τα ζώα, συγκρίνοντας τον με αυτά. Για τον Heidegger, η άβυσσος που χωρίζει τους ανθρώπους από τα ζώα, και από όλα τα άλλα όντα, δεν προέρχεται από την σκέψη τής σχέσης μεταξύ τους, αλλά απαιτεί η σκέψη να σκέφτεται το κάθε ον στη σχέση του προς το Είναι. Η άβυσσος μεταξύ δυο όντων βρίσκεται εδώ και διαβεβαιώνει, πως ενώ τα ζώα υπάρχουν σε ένα περιβάλλον, το ανθρώπινο είναι υπάρχει μέσα σε ένα κόσμο, που σημαίνει, πως το ανθρώπινο είναι συνδέεται στενά (εσωτερικά-intimately) προς τις δυνατότητες οι οποίες ενυπάρχουν στο γίγνεσθαι του Είναι (being´s becoming) (1977a: 230, 252).

Εξετάζοντας τήν ύπαρξη (εκ-σταση- ek-sistence) ο Heidegger φτάνει σε μια θεμελιώδη διαπίστωση: ενώ ο ανθρωποκεντρισμός θεωρεί πως το ανθρώπινο είναι, είναι μοναδικό και κατέχει μια προνομιούχο θέση ανάμεσα στα άλλα όντα, που τού επιτρέπουν να διαμορφώσει το είναι του για τους δικούς του σκοπούς, ο Heidegger θεωρεί την ύπαρξη (ek-sistence) τού ανθρώπινου είναι διαφορετικά. Η εξάρτηση του από το Είναι, σημαίνει πως το ανθρώπινο είναι δεν καθορίζει το Είναι, αλλά καθορίζεται από αυτό. Αντί να είναι ο κύριος του Είναι, ο οποίος αποφασίζει και διαμορφώνει το Είναι αναλόγως των επιθυμιών και σκοπών του, το ανθρώπινο είναι, είναι ο «ποιμένας του Είναι» (1977a: 234). Το ανθρώπινο είναι φροντίζει το Είναι. Δεν το καθορίζει. Ενώ αυτό φαίνεται στην αρχή ως υποβιβασμός του ανθρώπινου είναι, καθώς το ανθρώπινο είναι πηγαίνει από την θέση τού κεντρικού σημείου ροπής όλων τών όντων σε μια θέση υποταγής στην σχέση προς το Είναι, η σημασία τού Είναι όμως είναι τόσο μεγάλη, ώστε ο Heidegger ισχυρίζεται πως ο αναστοχασμός αυτός εξυψώνει το ανθρώπινο είναι. Η σημασία τού Είναι, είναι τόσο μεγάλη, ώστε και η υποταγή σε αυτό να είναι πιο προνομιούχος από την κυριαρχία επί όλων των όντων. Κατά συνέπεια, και με τον καθορισμό του ανθρώπου ως προς την σχέση του με τα άλλα όντα, όπως τα ζώα, μπορεί να αποκαλύψει μια πτυχή της ανθρώπινης ύπαρξης, που δεν αποκαλύπτει την αληθινή υπαρκτική (ek-sistential) «ουσία» της. Για τον λόγο αυτό, ο Heidegger ισχυρίζεται, πως ακόμα και αν εκτοπίζει το ανθρώπινο είναι από την κεντρική του θέση, στοχαζόμενος την ύπαρξη (ek-sistence) τού ανθρώπινου είναι, επιτρέπει στην σκέψη να αναγνωρίσει την «κατάλληλη αξιοπρέπεια τού ανθρώπου» (1977a: 233). Η αξιοπρέπεια τού ανθρώπινου είναι δεν βρίσκεται στην κυριαρχία του επί των άλλων όντων, αλλά στο γεγονός πως είναι ποιμένας του Είναι.

Όπως αναγνωρίζει και ο Heidegger, αυτός ο αναστοχασμός ούτε εξαλείφει την έννοια τού ανθρώπινου είναι, ούτε μεταθέτει την ιδιαίτερη θέση τού ανθρώπινου είναι ως προς τα άλλα όντα. Είναι ένας αναστοχασμός που πραγματοποιείται μέσω της επανατοποθέτησης του ανθρώπινου είναι σε σχέση προς το Είναι και όχι σε σχέση προς τα άλλα όντα, και με τον τρόπο αυτό, συνεχίζει να είναι ανθρωπισμός. Διακρίνοντας όμως μεταξύ του μεταφυσικού ανθρωπισμού τού ανθρωποκεντρισμού και τού αναστοχασμού τού ανθρωπισμού που βασίζεται στο είναι τού ανθρώπου που είναι έκ-σταση, ο Heidegger είναι σε θέση να συμπεράνει, πως όχι μόνο υπάρχουν διαφορετικές μορφές ανθρωπισμού, αλλά και πως ο κατάλληλος τρόπος αποκάλυψης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, είναι δια της σύλληψης του ανθρώπινου είναι «στην υπηρεσία τής αλήθειας τού είναι» (1977a: 254). Ενώ ο ανθρωποκεντρισμός επιμένει σε ένα σταθερό ορισμό τού ανθρώπινου είναι που βασίζεται στην διαφορά του προς τα άλλα όντα, αυτή η στάση κλείνει το ανθρώπινο είναι μέσα μια ορισμένη κοσμοθεωρία και καταργεί τις εναλλακτικές που είναι ανοικτές σε αυτό λόγω της εγγύτητας του προς το Είναι. Αντί λοιπόν να είναι κλεισμένο μέσα στην δυαδική αντίθεση και να είναι μειωμένο σε δυο εναλλακτικές, αναγνωρίζοντας την ανθρώπινη έκ-σταση «ανοίγει άλλες προοπτικές» (1977a: 254).

Ενώ η διαρκής εύνοια προς το ανθρώπινο είναι υφίσταται κριτική στην διαπραγμάτευση τού Heidegger, καθώς δεν προχωρά αρκετά στην αποδόμηση των ανθρωποκεντρικών τάσεων του ανθρωπισμού (Derrida, 1982: 124; Wolfe, 2010a:125-6), ο Heidegger θα υπερασπιζόταν τον εαυτό του τονίζοντας την έννοια τού ίχνους. Με άλλα λόγια, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός, πως ο ανθρωποκεντρισμός συνεχίζει να είναι προσκολλημένος στην αποδόμηση τής μεταφυσικής που επιχειρεί ο Heidegger, καθώς το ίχνος αυτού που υπερβαίνεται παραμένει μέσα σε αυτό το οποίο τελεί την υπέρβαση. Αυτοί που απαιτούν μια απόλυτη κάθαρση, απομάκρυνση, όλων των πτυχών του ανθρωπισμού από αυτό το οποίο τον υπερβαίνει, δεν καταλαβαίνουν την αποδόμηση της μεταφυσικής από πλευράς του Heidegger, ούτε και το ίχνος της μεταφυσικής το οποίο παραμένει. Προβάλλοντας αυτή την απαίτηση, χρησιμοποιούν μια απλοϊκή δυαδική αντίθεση μεταξύ μεταφυσικής και μη-μεταφυσικής, και με τον τρόπο αυτό διαιωνίζουν αναπόφευκτα την λογική δυαδικών αντιθέσεων πάνω στην οποία βασίζεται η μεταφυσική. Ενώ η σχέση μεταξύ του μεταφυσικού ανθρωπισμού και του εκ-στατικού ανθρωπισμού του Heidegger είναι θέμα πολλών συζητήσεων και θα μπορούσε από μόνη της να αποτελέσει μια ολόκληρη μελέτη (Rae, 2010 για πληρέστερη διαπραγμάτευση του θέματος), καταδεικνύει επίσης και την σχέση μεταξύ ανθρωπισμού και μετανθρωπισμού, και δείχνει ιδιαιτέρως την σημασία τού «μετά». Στο θέμα αυτό θα επιστρέψουμε σύντομα. Στο σημείο αυτό, ο ισχυρισμός που καθοδηγεί την εργασία μου, είναι ο εξής: η θεωρία τού μετανθρωπισμού ήρθε για να διαπιστώσει πως η βασική της πρόκληση, είναι λάβει υπ’ όψιν την διαρκή σχέση της προς τον ανθρωπισμό, αναλογιζόμενη το υπόλοιπο του ανθρώπινου που παραμένει και θα παραμείνει στον μετανθρωπισμό. Για να το καταδείξω αυτό, θα εκθέσω ορισμένες από τις βασικές πτυχές τής μετανθρωπιστικής σκέψης. Δεδομένης τής ποικιλίας τών μετανθρωπισμών, η παρουσίαση μου θα είναι σχηματική και επιλεκτική. Παραθέτοντας όμως μια σειρά κειμένων-πηγών, θα θέσω την βάση εκείνης της ποικιλίας τού μετανθρωπισμού, την οποία υπερασπίζεται το παρόν κείμενο. Με τον τρόπο αυτό, ευελπιστώ πως θα είμαι σε θέση να δείξω την επίδραση του Heidegger στην μετανθρωπιστική σκέψη, με όρους τής μετανθρωπιστικής κριτικής στις δυαδικές αντιθέσεις, του αναστοχασμού τής σχέσης ανθρώπου και τεχνολογίας, και της σχέσης προς τον ανθρωπισμό.

                      Τέλος κεφαλαίου

ΣΤΗΝ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟΠΟΘΕΤΟΥΜΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ ΚΑΙ ΕΧΟΥΜΕ ΟΛΟΝ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΑΡΑ.

Τὸ ρῆμα «ἔλθῃ», ἡ ἀναφορὰ σὲ ἀναμενόμενη ἔλευση τοῦ Χριστοῦ, δηλώνει προσμονὴ παρουσίας (Δευτέρας Παρουσίας), προσμονὴ ἀμεσότητας σχέσεων τοῦ Χριστοῦ μὲ τοὺς ἀνθρώπους — οἱ ἄνθρωποι θὰ βρεθοῦν, ὁ κάθε ἕνας, «ἐνώπιον» τοῦ Χριστοῦ: κάτι ποὺ μόνο ἀδιαστάτως μπορεῖ νὰ συμβεῖ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: