Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2019

ΑΝΤΙΦΑΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ (69)

Συνέχεια από: Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2019

ΑΝΤΙΦΑΣΗ ΚΑΙ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΣΤΟΥΣ ΑΡΧΑΙΟΥΣ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΜΟΝΤΕΡΝΟΥΣ.

Του Enrico Berti.

Αναγκαιότης τής αντιφάσεως στόν Χέγκελ ( συνέχεια).
Ο Ελεατικός χαρακτήρας τής προϋποθέσεως η οποία βρίσκεται στην βάση τού Εγελιανού λόγου φωτίστηκε πολύ καλά από τον Adam Schaff, ο οποίος έδειξε ότι η κίνηση φαίνεται στον Χέγκελ αντιφατική διότι αυτός, στην φράση «σε ένα μοναδικό και ίδιο τώρα είναι εδώ και όχι εδώ», δίνει στην λέξη «είναι» την σημασία τού «κείται», «αναπαύεται», δηλαδή την ίδια σημασία που έδινε ο Ζήνων όταν δήλωνε ότι το βέλος σε κάθε στιγμή «είναι σ’έναν διαφορετικό τόπο. Αλλά, επειδή η κίνηση είναι μία σχετική έννοια, τίποτε δεν εμποδίζει ένα σώμα, το οποίο βρίσκεται σ’έναν συγκεκριμένο τόπο, να είναι σε ηρεμία σχετικά με ένα άλλο σύστημα δεδομένο, και να είναι σε κίνηση σχετικά με ένα άλλο σύστημα έτσι ώστε η λέξη «είναι», ή «βρίσκεται», μπορεί να σημαίνει τόσο «κείται» δηλαδή, είναι σε ηρεμία, όσο και «περνά», δηλαδή βρίσκεται σε κίνηση! Εάν λοιπόν απωθούμε λέει ο Schaff-τήν λανθασμένη ερμηνεία τής λέξης «είναι» τήν σημασία τού «κείται», τότε εξαφανίζεται σ’αυτή την περίπτωση και η ψευδαίσθηση ότι για να χαρακτηρίσουμε την συνθήκη ενός σώματος σε κίνηση πρέπει να απευθυνθούμε σε προτάσεις αντιφατικές και να πούμε ότι ένα αντικείμενο σε κίνηση είναι και δεν είναι στο ίδιο σημείο».

Δυστυχώς όμως ο ίδιος ο Αριστοτέλης έδειξε, στην θεωρία τών κατηγοριών του, πώς το είναι μπορεί να σημαίνει τόσο «κείσθαι», όπως για παράδειγμα στέκομαι όρθιος ή κάθομαι, όσο και «ποιείν» και «πάσχειν», για παράδειγμα κόβω ή καίω και κόπηκα ή κάηκα (Κατηγ. 4,2 α 2-4), διότι δεν υπάρχει καμία διαφορά ανάμεσα στο να λέω «άνθρωπος κόβει ή περπατάει» και να λέω «ο άνθρωπος είναι κόφτης ή είναι περπατητής», φράσεις στις οποίες εμφανίζεται η λέξη «είναι». (Μεταφ. 1017 α 27-30). Ακόμη μία φορά λοιπόν, αυτό που διακρίνει την Ελεατική θέση από την θέση του Αριστοτέλη αποκαλύπτεται να είναι η σύλληψη, αντιστοίχως μονοσήμαντη ή πολυσήμαντη τού Είναι. Ο Χέγκελ προσλαμβάνει την πρώτη, αλλά, επειδή την κρίνει αδιανόητη και ανυπεράσπιστη, την αναποδογυρίζει, διατηρώντας την όμως αναλλοίωτη: εάν βάσει αυτής η κίνηση δεν είναι πραγματική διότι είναι αντιφατική, βάσει τού αναποδογυρίσματος αυτής η κίνηση είναι πραγματική αλλά πάντοτε αντιφατική. Για τον Χέγκελ είναι η ίδια η έννοια τού «περάσματος» που είναι αντιφατική». Η αναπαράσταση-δηλώνει-παραμένει εξωστρεφής στοχασμός ο οποίος περνά από την ισότητα στην ανισότητα…: αυτή κρατά αυτούς τους δύο προσδιορισμούς εξωστρεφώς αντιτιθέμενους μεταξύ τους και έχει υπ’όψιν μόνον αυτούς, αλλά όχι το πέρασμα, το οποίο είναι ουσιώδες και περιέχει την αντίφαση». (Επιστήμη της λογικής. Σελ. 493). Αλλά μόνον ένας εξωστρεφής στοχασμός, δηλαδή αφαιρετικός, διαχωρίζων, ακριβώς επειδή διατηρεί χωρισμένες την ισότητα και την ανισότητα, δηλαδή την ταυτότητα και την διαφορά, μπορεί να υπολογίσει το πέρασμα σαν ένα είναι (κείσθαι) ταυτοχρόνως εδώ και όχι εδώ, δηλαδή σαν αντίφαση! Η λογική τής αντιφάσεως λοιπόν η οποία είναι αφαιρετική είναι λοιπόν εξίσου με την λογική τής ταυτότητος, τής οποίας είναι εξάλλου η συνέχεια, μονοσήμαντος! Δεν είναι αφαιρετική όμως η λογική τής μη-αντιφάσεως, εφόσον κατανοείται στο πλαίσιο μίας πολυσήμαντης συλλήψεως τού Είναι, η οποία επιτρέπει να εκφραστούν μ’έναν τρόπο μη-αντιφατικό, και επομένως καθορισμένο με νόημα, οι διαφορές, η κίνηση, η ζωή. Ο Χέγκελ έχει οπωσδήποτε υπ’όψιν του αυτές τις τελευταίες πραγματικότητες, αλλά ισχυρίζεται ότι για να εκφραστούν είναι αναγκαίο να «εκλεπτυχθούν» με την «νόηση», η μπερδεμένη διαφορά τού διαφορετικού, μέχρις ότου να δημιουργηθεί η αντίθεση και η αντίφαση.

Τέλος αυτό το δόγμα έχει, για τον Χέγκελ, μία μεταφυσική χροιά, μάλιστα δε θα μπορούσαμε να πούμε, Θεολογική. Το γεγονός ότι στην «λυμένη αντίφαση», η οποία σημαίνει εν τέλει να την κρατήσουμε σταθερή, διότι «η θεωρητική σκέψη συνίσταται μόνον σ’αυτό, ότι δηλαδή η σκέψη κρατά σταθερή την αντίφαση», συμπίπτει η απαίτηση τών αντιθέτων να ενυπάρξουν ανεξαρτήτως το ένα από το άλλο, δηλαδή αυτά λύνονται στην ενότητα τού θεμελίου (Grund) το οποίο τά περιέχει και τα κρατά, σημαίνει για τον Χέγκελ ότι «τα πεπερασμένα πράγματα στην αδιάφορη πολλαπλότητα συστήνονται επομένως γενικώς στο να είναι καθ’αυτά αντιφατικά, στο να είναι σπασμένα εις εαυτά και στην επιστροφή στο θεμέλιό τους «Έτσι λοιπόν επειδή «το πεπερασμένο είναι η αντίθεση η οποία αντιφάσκει με τον εαυτό της, καθότι αυτό δεν είναι, γι’αυτό το απόλυτο είναι…το μη-είναι τού πεπερασμένου είναι το Είναι τού απολύτου». Εδώ ο Ελεατισμός, δηλαδή ο πανθεϊσμός, μάλιστα πιο συγκεκριμένα, ο ακοσμικισμός (ακοσμισμός), του Χέγκελ είναι ξεκάθαρος, με την έννοια ότι δεν είναι κάν αντεστραμμένος: το γίγνεσθαι, το οποίο είναι αντιφατικό, δεν είναι πλέον ούτε ένα Είναι, μάλλον δε ένα μη-Είναι, διότι το πέρασμα εννοείται ουσιαστικά σαν ένα τέλος, και το τέλος σαν ένα μη-Είναι. Αλλά αυτό είναι ακριβώς το συμπέρασμα στο οποίο έφθαναν, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, οι αρνητές τής α.τ.μ.α, οι οποίοι κατέληγαν στην μείωση όλων των πραγμάτων σε ένα μόνον, δηλαδή στο ακαθόριστο, και «ενώ σκεφτόταν ότι μιλούσαν για το Είναι, στην πραγματικότητα μιλούσαν για το μη-Είναι, διότι το ακαθόριστο είναι το Είναι εν δυνάμει και όχι εν ενεργεία! (Μετφ. 1007 b 18-19).


Συνεχίζεται
Αμέθυστος.

Δεν υπάρχουν σχόλια: