Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου 2011

ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΤΗΝ ΨΥΧΗ (5)

Συνέχεια από :Σάββατο, 3 Σεπτεμβρίου 2011

Η ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ όπως αναπτύχθηκε από τον C.G.Jung
της Barbara HANNAH

 ΚΕΦΑΛΑΙΟ  2

 ΕΝΑ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ ΑΠΟ ΕΝΑΝ ΑΝΔΡΑ Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΟΥ EDWARD

 Ο Jung έλεγε συχνά ότι το πρώτο μισό της ζωής θα πρέπη να αφιερώνεται στη σταθεροποίηση των ριζών ενός ανθρώπου στην ε ξ ω τ ε ρ ι κ ή  ζωή. Είναι απαραίτητο να φθάση κανείς στον χώρο όπου ανήκει, και να καθιερώση τις εξωτερικές συνθήκες ( στο επάγγελμα και την ιδιωτική ζωή) που του ταιριάζουν, οι οποίες συνήθως περιλαμβάνουν τον γάμο και τη δημιουργία μιας οικογένειας. Αλλά όταν φθάση κανείς στο μέσο της ζωής του, η κατεύθυνση αλλάζει. Θα πρέπη να αρχίση κανείς να στρέφεται προς την εσωτερική ζωή, όπως έλεγε ο Jung, επειδή το δεύτερο μισό της ζωής αναπόφευκτα προσανατολίζεται προς τα γηρατειά και τον θάνατο. Για να το πούμε πιο απλά, η ζωή είναι ο στόχος για το πρώτο μισό της ζωής∙ ο θάνατος, για το δεύτερο.

 Το παράδειγμα που θα εξετάσουμε πρώτο είναι μιας μεγάλης διάρκειας ενεργητική φαντασία, η οποία χρειάσθηκε περίπου έναν χρόνο και πολύ σκληρή δουλειά για να επιτευχθή. Την πραγματοποίησε ένας συγγραφέας, λίγο παραπάνω από σαράντα χρονών. Εκείνη την εποχή νόμιζε ότι είχε κάποιο πρόβλημα, που είχε σχέση αποκλειστικά με το πρώτο μισό της ζωής. Ο Edward, όπως θα τον αποκαλούμε, υπέφερε από μιαν παροδική κρίση ανικανότητας και φυσικά ήταν πρόθυμος να κάνη ο,τιδήποτε θα μπορούσε για να την θεραπεύση. Είχε, πάντως, περάσει το κατώφλι τού μέσου της ζωής, και ήταν ένας ασυνήθιστα στοχαστικός άνθρωπος, με ένα ισχυρό πνευματικό πεπρωμένο.

 Ο Edward, που έκανε ψυχανάλυση με έναν από τους βοηθούς του Jung, ήξερε επίσης τον Jung προσωπικά, και είχε διαβάσει πολλά από τα βιβλία του. Όταν του πρότειναν επομένως, ότι θα μπορούσε κάπως να διαφωτίση το πρόβλημά του μέσω της ενεργητικής φαντασίας, ήταν πολύ πρόθυμος να δοκιμάση. Έψαχνε με ζήλο να βρη ένα σημείο από το οποίο να ξεκινήση, όταν θυμήθηκε ένα τελευταίο του όνειρο, που καταπιανόταν άμεσα με αυτό το πρόβλημα. Περιγράφει αυτό το όνειρό του ως εξής:

 «Περιπλανιέμαι γύρω από μιαν άγνωστη, μεγάλη πόλη, όπου ξαφνικά βρίσκομαι μέσα σε ένα πορνείο. Στην αρχή είμαι σε ένα είδος εισόδου, ένα μπαρ, όπου φλερτάρω με δύο όμορφες νεαρές πόρνες. Έπειτα μια γυναίκα τελείως διαφορετικού είδους έρχεται προς το μέρος μου. Είναι πάρα πολύ όμορφη, με σοβαρή, έξυπνη έκφραση, και η ψηλή, κομψή σιλουέτα της είναι ολόκληρη τυλιγμένη σε μαύρο μετάξι. Τα μαύρα σαν κάρβουνο μαλλιά της είναι χτενισμένα προς τα πίσω με αυστηρό τρόπο, και τα μαύρα μάτια της λάμπουν. Χαμηλώνει τα μάτια της ώσπου συναντούν τα δικά μου, σηκώνει αργά το ποτήρι της, σαν να πρόκειται να πιη στην υγειά μου, και λέει: «á bientôt» (γαλλικά στο κείμενο, που σημαίνει «σε λίγο»).

 Ο Edward άρχισε την ενεργητική φαντασία του παίρνοντας την κατάσταση ακριβώς όπως τελειώνει στο όνειρο. Θα καταγράψω το πρώτο επεισόδιο με ακρίβεια, έτσι ώστε ο αναγνώστης να μπορή να αποκτήση μιαν εντύπωση για το πώς γίνονται αυτές οι συζητήσεις, και για το πώς άλλες μορφές προσπαθούν να εισβάλουν και να διακόψουν τη γραμμή της συζήτησης.

 Ο Jung λέει γι’ αυτές τις συνομιλίες: «Τα αρχέτυπα μιλάνε μια γλώσσα υψηλής ρητορικής, ακόμη και στόμφου. Είναι ένα ύφος που μου φέρνει αμηχανία, μου ερεθίζει τα νεύρα, όπως όταν κάποιος ξύνει με τα νύχια του έναν γύψινο τοίχο, ή γρατζουνάει με το μαχαίρι του ένα πιάτο. Αλλά μια και δεν ήξερα τί συνέβαινε, δεν είχα άλλη επιλογή από το να το καταγράψω με το ύφος που διάλεγε το ασυνείδητο το ίδιο» (Jung, «Αναμνήσεις, Σκέψεις, Όνειρα», σ. 178). Καθώς ξετυλιγόταν η φαντασία, αυτό γινόταν όλο και περισσότερο το ύφος που είχε επιβληθή στον Edward.

 Το πρώτο επεισόδιο αρχίζει με την αντίδραση του Edward στο τελευταίο περιστατικό στο όνειρό του. Μένοντας κατάπληκτος και εντυπωσιασμένος από την εμφάνιση της γυναίκας, σηκώνει σιωπηλά το ποτήρι του και πίνει στην υγειά της. Έπειτα συνεχίζει:

 Α υ τ ή: Τί κανείς εδώ;

Ε γ ώ: (αμήχανος, τραυλίζοντας) Λοιπόν …Χμ, να… Μπήκα εδώ χωρίς να το θέλω…

Α υ τ ή: (κοροϊδευτικά) Όταν παρατηρή κανείς τα βλέμματά σου προς τις κοπέλλες που είναι γεμάτα επιθυμία, δεν είναι πρόθυμος να πιστέψη κάτι τέτοιο.

Εγώ: Ναι, νομίζω πως έχεις δίκιο. Ίσως ο διάβολος με οδήγησε εδώ. Αλλά εσύ τί κανείς εδώ; Πραγματικά δεν φαίνεσαι να ανήκεις σε αυτό το σπίτι.

Αυτή: (πολύ σιγά και λυπημένα) Με έχουν μαγέψει, καταραστή, εξορίσει σε αυτήν την κόλαση. (Αναστενάζοντας) Πόσα χρόνια έχω υποφέρει σε αυτήν την άθλια φυλακή. Πρέπει να περιμένω εδώ μέχρι να έρθη ένας άνδρας που να μπορέση να με ελευθερώση. (Γρήγορα, με φωνή που τρέμει) Δεν εννοώ υλική απελευθέρωση, γάμο ή τίποτε παρόμοιο. Όχι, όχι! Πρέπει να έρθη κάποιος που να είναι διαφορετικός από όλους τους άλλους, που ζητούν απλά υλική ικανοποίηση. Αλλά είναι πιθανό να έρθη κάποιος τέτοιος σε ένα πορνείο;

Εγώ: (συγκινημένος, ντροπιασμένος) Αυτό θα πρέπη αλήθεια να είναι τρομερό για σένα. Και είσαι επίσης υποχρεωμένη να συμμετέχης κι εσύ σ’ αυτά που γίνονται;

Αυτή: Ναι, σε κάποιον βαθμό.

Εγώ: (κατάπληκτος) Και πώς μπορείς να μένης τόσο όμορφη και φρέσκη σε αυτήν τη λασπότρυπα;

Αυτή: (με μυστηριώδες ύφος, σχεδόν ψιθυρίζοντας) Εχω ιδιαίτερες αρετές και δυνατότητες, δηλητήρια και αντίδοτα. Δεν καταβάλλομαι εύκολα. (Κοιτάζοντάς με μέ μάτια που αστράφτουν) Αλλά και πάλι: πόσο θα πρέπη να φοβάμαι και να περιμένω∙ πόσο εξαρτώμαι από έναν άνδρα που θα πάρη το μέρος μου! Όσο πιο πολύ θα με άκουγε, τόσο πιο πολλά θα του έδινα. (Ερεθισμένη) Αλλά όταν οι άνδρες φέρουν μόνον την πρωτόγονη, ζωώδη πλευρά τους, δεν μπορώ να κάνω τίποτε καλό με αυτούς – και εγώ η ίδια θα πρέπη να μείνω για πάντα σε αυτήν τη φυλακή!

Εγώ: (κάπως δύσπιστα) Καλά, και τί θα ήταν αυτό που θα μπορούσες να προσφέρης;

Αυτή: (με εντυπωσιακό τρόπο) Να οδηγήσω τον άνδρα εκεί όπου δεν θα μπορούσε να δη τίποτε, να τον οδηγήσω σε πράγματα για τα οποία δεν έχει ιδέα!

(Αυτήν την παράξενη, καινούργια ιδιότητα που υπάρχει σε αυτά που λέει, είναι δύσκολο να την παρακολουθήσω. Αισθάνομαι κουρασμένος για μια στιγμή, και, σαν για να ξαναπάρω δυνάμεις, βρίσκω τον εαυτό μου να κοιτάζη με επιθυμία το όμορφο σώμα της μέσα από το εφαρμοστό μαύρο μεταξωτό της φόρεμα).

Ο διάβολος: (σε μένα) Αυτό θα ήταν γλύκα, έτσι; Η φλυαρία είναι ωραία, αλλά πόσο πιο ωραίο είναι να τη δης γυμνή! Ζήτα της να πάη στο κρεβάτι μαζί σου! Στο κάτω-κάτω είσαι σε ένα πορνείο, δεν είσαι!

Εγώ: Σιωπή, ξέρεις ότι είμαι ανίκανος.

Διάβολος: Προσπάθησε, ίσως να γίνη κάτι μαζί της.

Εγώ: (θυμωμένος) Κράτα τη γλώσσα σου, τέρας.

Διάβολος: (σφυρίζει) Είσαι κορόιδο που αφήνεις το πιο καλό κομμάτι να σου ξεφύγη.

Εγώ (κουνάω το κεφάλι μου).

Διάβολος: (οργισμένος) Μην ανησυχής, θα σου δείξω (φεύγει).

Αυτή: (ανήσυχη) Τί σου συνέβη στα καλά καθούμενα; Η έκφρασή σου είναι τόσο άκαμπτη, και η λάμψη στα μάτια σου δεν μου αρέσει καθόλου. (Γυρίζει για να φύγη με δάκρυα στα μάτια της) Ώ, ώ τί τραγικό. Συμβαίνει πάλι το συνηθισμένο. Πάλι χάνομαι. Πίσω στη φυλακή μου! Και έλπιζα τόσο πολύ. Είχα καλύτερη γνώμη για σένα…

Εγώ: (αναστατωμένος, ντροπιασμένος, πιάνω το χέρι της και την κρατάω για να μη φύγη) Σε παρακαλώ, συγχώρεσέ με∙ μου πέρασε από το μυαλό μόνο για μια στιγμή. Θα συγκεντρωθώ πάλι.

Αυτή: (ελευθερώνοντας το χέρι της, αυστηρά) Αλήθεια; Πρέπει να συγκρατής καλύτερα τον εαυτό σου και να μην αφήνης κάθε παρόρμηση να σε παρασύρη. Εάν δεν μπορής να δαμάσης την καρδιά σου για μια στιγμή, δεν θα ακούσης ποτέ το μήνυμά μου.

(Την οδηγώ σε ένα απόμερο τραπέζι και παραγγέλνω ποτά).

Αυτή: (έπειτα από μια παύση, με ζέση) Τώρα πρέπει να σε ξαναρωτήσω: τί θέλεις εδώ; Τί ελπίζεις να βρης σε αυτήν τν βρωμιά; Πιστεύεις σοβαρά ότι μπορής να βρης την ευχαρίστηση σαν δώρο σε αυτό το άθλιο μέρος; Δεν είσαι ο κατάλληλος άνθρωπος γι’ αυτό. Εδώ, σε αυτήν την κτηνωδία, σε αυτήν την φτώχεια και αρρώστια; Δεν μπορείς να εξαπατήσης τον εαυτό σου σχετικά μ’ αυτό! Δεν έχεις τύψεις; Έχεις ψευδαισθήσεις όταν μπαίνης σε ένα τέτοιο μέρος; Δεν σε κάνει να αηδιάζης τον εαυτό σου;

Εγώ: (συγκινημένος, τραυλίζοντας) Ναι – είναι αλήθεια… είναι όπως το περιγράφεις…είναι ντροπή. (Μετά από μια παύση) Ίσως θα με κρίνης λιγότερο αυστηρά αν σου πω ότι, από μια μεριά, οδηγούμαι από μιαν ακατανίκητη ώθηση για σεξουαλική εμπειρία, και, από την άλλη, είμαι ανίκανος. Αυτό είναι τέτοιο μαρτύριο, τέτοια βασανιστική ένταση που επαναλαμβάνεται πάλι και πάλι, ώστε αρπάζεται κανείς και από ένα άχυρο για να ξεφύγη κάπως, έστω και για μια στιγμή. Γι’ αυτό μισοέλπιζα να δω ή να δοκιμάσω κάτι εδώ, που θα μου έφερνε κάποια ικανοποίηση…ή ότι ίσως ακόμη…θα ξαναεύρισκα την ικανότητά μου!

Αυτή: (πάρα πολύ συγκινημένη) Ώ! Φτωχό πλάσμα! Νομίζεις ότι μπορείς να ξεπεράσης την ανικανότητά σου με αυτόν τον τρόπο; Με το να αφήνης τον εαυτό σου ασυγκράτητο εντελώς; Όχι, με αυτόν τον τρόπο θα πέσης μόνο σε τέλεια δυστυχία, σε ένα μέρος, ή καλύτερα σε μια παγίδα, από όπου δεν θα μπορέσης ποτέ να ξεφύγης. Υπάρχει κάποιος λόγος για την ανικανότητά σου, κάποιος πνευματικός λόγος! Πρέπει να τον αναζητήσης. Αλλοιώς είσαι χαμένος!

Μια πόρνη: (το πλούσιο, αισθησιακό κορμί της σκεπάζεται μόνο από μια κοντή φούστα. Πλησιάζει το τραπέζι μας, κολλάει επάνω μου και χαϊδεύει το κεφάλι μου με μητρικό τρόπο) Τί κήρυγμα σού κάνει; Σε προετοιμάζει για να πάρης το Χρίσμα; Υπάρχει μια ατμόσφαιρα εδώ σαν σε εκκλησία! (Προσπαθώ να της ξεφύγω, αλλά αυτή κάθεται στο γόνατό μου και βάζει το γυμνό της χέρι γύρω από τον λαιμό μου).

Διάβολος: Με το μητρικό σου σύμπλεγμα, δεν θα μπορούσες να βρης καμμιά καλύτερη. Ακριβώς σαν τις εικόνες του Rubens, δεν είναι; Δοκίμασέ την∙ σίγουρα δεν είναι άρρωστη – φαίνεται πολύ ορεκτική! Μπορεί σίγουρα να σου μάθη μερικά πράγματα!

Πόρνη: (με αγκαλιάζει και με φιλάει, ψιθυρίζοντας στο αυτί μου) Έλα επάνω στο ζεστό, μαλακό κρεβάτι μου. Έλα αγοράκι μου.

Αυτή: (σηκώνεται με οργή) Αν είναι έτσι, εγώ μπορώ να πηγαίνω! (Βγαίνει).

Εγώ: (ελευθερώνομαι, σπρώχνοντας μακριά μου την πόρνη που παλεύει,  τρέχω έξω και μόλις την προλαβαίνω στον διάδρομο. Την κρατάω γερά) Σταμάτα, σταμάτα. Ελευθερώθηκα. Έλα μαζί μου, θα φύγουμε από αυτήν την τρύπα της κόλασης. (Πληρώνω βιαστικά, ενώ αυτή βάζει το παλτό της∙ έπειτα φεύγουμε από εκείνο το μέρος).

Όμως αυτή δεν βγαίνει έξω στοΝ δρόμο, αλλά εξαφανίζεται μέσα σε μια πόρτα στον διάδρομο. Ο Edward, ακολουθώντας την, βρίσκεται σε μια σκοτεινή σκάλα, που οδηγεί κάτω βαθειά.

Είναι το παλιό μοτίβο του ερχομού του Σωτήρα από τη Ναζαρέτ, το πιο περιφρονημένο μέρος. Η λύση βρίσκεται ακριβώς εκεί, κάτω από τη μισητή φυλακή του, και τις πιο αισθησιακές και ποταπές φαντασίες του. Ή μάλλον, το αναπόφευκτο σημείο εκκίνησης βρίσκεται ακριβώς εκεί – στο μόνο μέρος που μπορεί τελικά να οδηγήση στη λύση. Αλλά η σκάλα, καθώς εκείνη η γυναίκα κατεβαίνει, είναι σκαλισμένη στον βράχο και στάζει νερό, και ο Edward φοβάται όλο και περισσότερο, καθώς αυτή κατεβαίνει βιαστικά και αυτός την ακολουθεί σκοντάφτοντας. Στο τέλος δεν αντέχει άλλο, και της φωνάζει να σταματήση και να του πη πού πηγαίνουν. Αυτή σταματάει για μια στιγμή, τον κοιτάζει εξεταστικά, αλλά συνεχίζει να κατεβαίνη βιαστικά.

 Εν τω μεταξύ, ο πειρασμός να γυρίση πίσω είναι σχεδόν ακαταμάχητος, και αυτές οι αμφιβολίες υποστηρίζονται από τον διάβολο. Αλλά η βαθειά και ευνοϊκή εντύπωση που του έχει κάνει η γυναίκα ξεπερνάει τις αμφιβολίες του, και αποφασίζει να την ακολουθήση με κάθε θυσία. Στο τέλος, αυτή σταματάει για μια στιγμή και του χαμογελάει τόσο ενθαρρυντικά, ώστε αυτός αισθάνεται ήρεμος και ενισχυμένος.

 Ο διάβολος προφανώς απελπίζεται και κάνει άλλη μιαν αποφασιστική προσπάθεια, για να τον κάνη να γυρίση πίσω. Πετυχαίνει πράγματι στο να κάνη τον Edward να νοιώση ότι είναι ανόητος που αφήνει την ζεστασιά και την άνεση του πορνείου για να πιαστή μέσα σε έναν «νυχτερινό λαβύρινθο», και τον κάνει να το βλέπη αυτό σαν «τιμωρία του». Παρ’ όλα αυτά ο Edward αρνείται σταθερά να γυρίση πίσω, και τρέχει πίσω της, παρά τον τρομακτικό βρυχηθμό του νερού και του αέρα, που ψυχραίνει με ραγδαίο ρυθμό. Το μονοπάτι γίνεται όλο και πιο δύσκολο, όμως αυτή σταματάει και τον βοηθάει να περάση τα χειρότερα σημεία, ώσπου φθάνουν σε μια βάρκα, και σε έναν βαρκάρη με καλυμμένο πρόσωπο, που στέκεται μέσα σ’ αυτήν.

Ο διάβολος κάνει μιαν ακόμη αποφασιστική προσπάθεια να τον εμποδίση να επιβιβαστή, λέγοντας ότι αυτό θα οδηγήση σίγουρα στον θάνατό του, και ζητώντας του να σκεφθή τί θα απογίνη η οικογένειά του. (Ο Edward είναι παντρεμένος, και εκείνο τον καιρό είχε δύο μικρά παιδιά σχολικής ηλικίας). Ενώ αυτός διστάζει, του μιλάει αυτή για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της καθόδου τους, και του λέει ότι πρέπει πρώτα να διαλέξη ανάμεσα στην προδοσία του καλύτερου Εαυτού του και σε μια περιπέτεια μαζί της. Σαν τον Τσώρτσιλ, δεν του υπόσχεται τίποτε, παρά «αίμα, ιδρώτα και δάκρυα», επειδή δεν υπάρχει ασφάλεια εκεί που πηγαίνουν∙ εντούτοις, πρέπει πρώτα να διαλέξη. Σιωπηλά την ακολουθεί και σκαρφαλώνει μέσα στη βάρκα με αρκετή δυσκολία. Ο βαρκάρης ξεκινάει και ο Εdward αρχίζει μια περιπέτεια μέσα στο άγνωστο.

Ολόκληρη η κάθοδος και η επιβίβαση περιγράφονται τόσο ζωντανά, ώστε αντιλαμβάνεται κανείς πως η εμπειρία ήταν απόλυτα πραγματική γι’ αυτόν, και απαιτούσε κάποιο θάρρος, που έλειπε τελείως απ’ τον Edward στην εξωτερική ζωή. Προφανώς, αυτό ήταν μια καμπή στην ζωή του. Έχει κανείς την εντύπωση ότι το Ταυτό, σαν τον Δία, τον αρχηγό των θεών του Ολύμπου, αποφάσισε ότι είναι τελικά καιρός να επέμβη υπέρ ενός σκληρά δοκιμαζόμενου ανθρώπινου πλάσματος. Ακριβώς όπως στην Οδύσσεια, αυτή την υπόθεση την αναλαμβάνει με ενθουσιασμό η anima. Στο έπος του Ομήρου, η anima είναι η θεά, η Παλλάδα Αθηνά∙ στη φαντασία μας, είναι η ανώτερη γυναίκα που εντυπωσίασε τόσο πολύ τον Edward στο πορνείο, και που αργότερα την ονόμασε «η Οδηγός». Ακριβώς όπως η Αθηνά αποφάσισε να ενσταλάξη «λίγο περισσότερο πνεύμα» μέσα στον αποθαρρυμένο νέο, τον Τηλέμαχο, έτσι και η anima του Edward αποφασίζει να ενστάλαξη «λίγο περισσότερο πνεύμα» στον Edward. Πετυχαίνει τελικά να τον πείση να ξεκινήσουν για μιαν περιπέτεια με το καράβι και να διώξη, για την ώρα τουλάχιστον, την απαισιοδοξία και την απελπισμένη του διάθεση. Ακριβώς όπως ο Τηλέμαχος δεν μπορούσε ποτέ να πιστέψη ότι ο ηρωικός του πατέρας, ο Οδυσσέας, ήταν ακόμη ζωντανός, έτσι και ο Edward δεν μπορούσε να πιστέψη απόλυτα στην ζωή ή στον εαυτό του. Και στις δύο περιπτώσεις καταφέρνει, πάντως, η anima να ενσταλάξη με πολλήν επιτυχία «λίγο περισσότερο πνεύμα».

Παρ’ όλα αυτά η Αθηνά δεν πέτυχε να κάνη τον Τηλέμαχο περισσότερο αισιόδοξο σχετικά με τον πατέρα του, και ο Edward, αν και είναι πιο ριψοκίνδυνος από κάθε άλλη φορά, ακόμη κρατάει την εύκολα αποθαρρυνόμενη και φοβισμένη φύση του σε όλην αυτή την ενεργητική φαντασία.. Αυτό είναι ένα από τα πολλά σημάδια που δείχνουν, ότι ολόκληρη η φαντασία είναι απόλυτα αυθεντική.. Όταν δείχνη κάποιος έναν ηρωισμό που είναι εντελώς ξένος γι’ αυτόν, η φαντασία είναι ανοιχτή στην υποψία: ίσως επηρεάζεται με τρόπο που δεν θα έπρεπε από τη συνείδηση. Αλλά ο Edward πρέπει να σωθή από την αποθάρρυνσή του μέσω άλλων μορφών της ψυχής του πάλι και πάλι, και νοιώθει κανένας ότι δεν υπάρχει καμμιά επίδραση στη φαντασία του από επιθυμητικές σκέψεις.. Επιπλέον το ασυνείδητο αφήνεται εντελώς ελεύθερο. Ο Edward έχει κατακτήσει προφανώς το πρώτο βήμα στην ενεργητική φαντασία: την ικανότητα να αφήνη κανείς τα πράγματα να συμβαίνουν.

Η φαντασία χαρακτηρίζεται από το γεγονός ότι ο Edward είναι εσωστρεφής τύπος. Μια τέτοια φαντασία θα ήταν άχρηστη σε έναν εξωστρεφή∙ στην πραγματικότητα, δεν θα την είχε ποτέ κατορθώσει, επειδή ο εξωστρεφής είναι πραγματικά αρκετά ριψοκίνδυνος στον εξωτερικό κόσμο, και θα μπορούσε να αντιμετωπίση όλες τις καταστάσεις, που φόβιζαν τον Edward θανάσιμα, με ικανοποιητικό τρόπο. Ένας εσωστρεφής, όμως, είναι κάθε άλλο παρά ριψοκίνδυνος στον εξωτερικό κόσμο και, αν κανείς προσπαθήση να τον βελτιώση με εξωτερικό τρόπο, το μόνο που κάνει είναι να τον βυθίζη όλο και βαθύτερα στο τέλμα.

Για να κάνω σαφέστερο αυτό το σημείο, θα αναφέρω την υπόθεση ενός πολύ εσωστρεφούς παθολόγου γιατρού. Μη λέγοντας ποτέ ακριβώς ποιο ήταν το πρόβλημά του, το ονόμαζε απλά «ανυπέρβλητες δυσκολίες στην άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος». Ο αναλυτής τού πρότεινε να πάρη στη φαντασία του αυτήν την κατάσταση μαζί με μια θετική μορφή anima, την οποία είχε ονειρευθή. Συμφώνησε σε αυτό, αλλά ξεκίνησε βιάζοντας αυτήν τη μορφή! Απαντώντας στην απορία του ψυχαναλυτή, προσδιόρισε τελικά τη δυσκολία του: μια τρομερά ισχυρή παρόρμηση να βιάση όλες τις νεαρές ασθενείς του. Είχε χειροτερέψει σε τέτοιον βαθμό, ώστε είχε αρχίσει να αμφιβάλη για την ικανότητά του να την ελέγξη πλέον. Τότε ο ψυχαναλυτής του πήρε πίσω τις αντιρρήσεις του, επειδή ήξερε ότι, σαν εσωστρεφής, ο γιατρός θα μπορούσε να αντιμετωπίση την κατάσταση  ε σ ω τ ε ρ ι κ ά, όσο άσχημη κι αν είχε φθάσει να γίνη. Ε ξ ω τ ε ρ ι κ ά, μια οποιαδήποτε λύση θα είχε καταστρέψει ολοκληρωτικά το επάγγελμά του, και θα είχε εξελιχθή σε μιαν κατάσταση εντελώς πέρα από τον έλεγχό του.

Ο Edward ήταν εξίσου ανίκανος να αντιμετωπίση με εξωτερικά μέσα τον φόβο του για την ζωή. Οι «καλές συμβουλές» επάνω σε αυτό το θέμα θα ήταν κάτι παραπάνω από άχρηστες∙ ενώ εσωτερικά – όσο και αν φοβόταν – έμαθε να τα βγάζη πέρα με τον φόβο του, και ακόμη να αντιμετωπίζη με επιτυχία τις πιο επικίνδυνες καταστάσεις σε πολλές από τις περιπέτειές του. Και αυτό με τη σειρά του είχε ένα εξωτερικό αποτέλεσμα, επειδή έπειτα από τρεις μήνες σκληρής εργασίας επάνω σε αυτήν τη φαντασία, ξεπέρασε ολοκληρωτικά και μόνιμα την ανικανότητά του. Προς το παρόν όμως πρέπει να τον συνοδέψουμε στις περιπέτειές του, για να δούμε τί ήταν αυτό που τον βοήθησε τόσο αποτελεσματικά. Οποιοσδήποτε έχει προσπαθήσει σοβαρά να κάνη ενεργητική φαντασία, θα ξέρη τί κόστισε στον Εdward να φθάση ως το σημείο όπου έχουμε φθάσει, και όσοι δεν έχουν σχετική εμπειρία θα πρέπη να διαβάσουν το κεφάλαιο για την «Αντιμετώπιση του Ασυνειδήτου» στο βιβλίο του Jung «Αναμνήσεις Σκέψεις Όνειρα» (ο.π., σ. 170), για να αποκτήσουν μιαν έμμεση τουλάχιστον εντύπωση για το τί συνεπάγεται ένα τέτοιο εγχείρημα.
(συνεχίζεται)

Αμέθυστος

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

πού πωλείται αυτό το βιβλίο;

amethystos είπε...

Το μεταφράζουμε για πρώτη φορά στα Ελληνικά και το παρουσιάζουμε με αυτές τις μικρές αναρτήσεις. Θα το ολοκληρώσουμε.