Παρασκευή, 7 Μαΐου 2021

Άννα Λάζου - ΑΝΘΡΩΠΟΣ, Ο ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ (21)

 Συνέχεια από: Σάββατο, 24 Απριλίου 2021

iiδ.ii Η ψυχοφυσική ταυτότητα στη σύγχρονη φιλοσοφία του νου(mind)

Όπως τόνισε ο G. Ryle, δεν υπάρχει διαχωρισμένο πεδίο όπου ανήκουν τα ψυχικά φαινόμενα και είναι αδόκιμο να ταξινομηθεί το σύνολο ή μέρος των φαινομένων που αναγνωρίζονται ως ανθρώπινη συμπεριφορά, ως ψυχική αντιτιθέμενη στην φυσική ή ως φυσικά και εντελώς εξηγητά από φυσικές αιτίες φαινόμενα. Γι’ αυτό θα πρέπει να αποφεύγουμε οποιαδήποτε αναφορά σε μια συγκεκριμένη οντότητα, είτε νου(mind) είτε σώμα, αλλά να προσπαθούμε να θεωρούμε το ζώον ή τον άνθρωπο, ως όλον. Εκφράσεις όπως «ψυχικές καταστάσεις» ή ακόμη «νοητικές» μπορεί να διατηρούνται μόνο σε προσωρινή βάση ως γλωσσική παραδρομή της μεταφορικότητας που είναι εγγενής στη γλώσσα μας283. Η γλώσσα μας διαθέτει τουλάχιστον δύο όρους για να σημάνει επί της ουσίας ένα και το αυτό φαινόμενο της ενσώματης ψυχής ή του έμψυχου σώματος. Πρόκειται για μία και μόνο οντότητα που εκφράζει την ίδια τη ζωή. Αντιμετωπίζοντας το φαινόμενο της ζωής μιλούμε για το ίδιο πράγμα με δύο διαφορετικές έννοιες, χρησιμοποιούμε δύο διαφορετικές περιγραφές.

Η άποψη ότι η σύνδρομη μεταφορικότητα των γλωσσικών εκφράσεων για τα ψυχικά φαινόμενα οδηγούν σε πλάνη γύρω από την υποτιθέμενη αυτοτελή ύπαρξη της ψυχής ως οντότητας και σε σφάλμα επομένως αναφορικότητας, γεννάται παράλληλα με το εμπειριστικό ρεύμα στην ιστορία της φιλοσοφίας και προκαλεί το σκεπτικισμό για τα ψυχονοητικά γεγονότα. Η εμπειρική παρατήρηση μας επιτρέπει να αντιληφθούμε το σφάλμα της αναφορικότητας, καθώς διαπιστώνουμε ότι αναφερόμενοι σε ψυχή και σώμα τείνουμε να ταυτίζουμε δύο διαφορετικά επίπεδα εννοιών, αποδίδοντας σε ένα υποκείμενο (π.χ σώμα) ένα λογικά ασύμβατο κατηγόρημα (π.χ. ψυχή). Οι διαπιστώσεις αυτές πέρα από κατακτήσεις του εμπειρισμού και του διαφωτισμού, μπορούν να θεωρηθούν και ως αποτέλεσμα της αμφισβήτησης των μεταφυσικών δογμάτων που προκάλεσε η ανάπτυξη των επιστημών στη νεώτερη εποχή. Η κεντρική δε άποψη, στην οποία στοχεύει η κριτική είναι η θεωρούμενη πλάνη του ότι το περιεχόμενο των ψυχολογικών προτάσεων είναι γεγονότα που συμβαίνουν σ’ ένα εσωτερικό τοπίο, αποτελούν επομένως εσωτερικά φαινόμενα και αντικείμενα της ενδοσκόπησης – αυτοπαρατήρησης. Για να αναφερθούμε στον Ludwig Wittgenstein, η γλώσσα ως κοινωνικό φαινόμενο και η μορφή ζωής ως πολιτισμικό φαινόμενο καθορίζουν τα όρια του ψυχονοητικού και όχι οι θεωρίες αναπαράστασης κι εξήγησης μέσω φυσικών νόμων.

Ο αναγωγισμός στις διάφορες σύγχρονες εκδοχές του, ως φυσικοεπιστημονισμός (physicalism), υποστηρίζει την ενότητα και μάλιστα την ταυτότητα σώματος και ψυχής, αλλά διέπεται και από την πεποίθηση ότι τα φαινόμενα του ψυχικού πεδίου εξηγούνται πλήρως και τέλος υποκαθιστώνται από τον εντοπισμό και την περιγραφή αντίστοιχων νευροφυσιολογικών και χημικών διαδικασιών και διεργασιών. Ειδικότερα, οι ψυχονοητικές διαδικασίες θεωρείται ότι ταυτίζονται με καταστάσεις και διαδικασίες που παρατηρούνται στο φυσιολογικό όργανο – τον εγκέφαλο (brain). Έτσι το ψυχονοητικό (mental) εξαλείφεται από το φυσικιστικό (physical) πεδίο. Για παράδειγμα στην περίπτωση του πόνου, το γεγονός του τί αισθάνομαι όταν πονώ ταυτοποιείται με ορισμένες ενδείξεις στον εγκεφαλικό φλοιό παρατηρήσιμες από κατάλληλα όργανα σε εργαστηριακές συνθήκες που εξασφαλίζονται από τις δυνατότητες της σύγχρονης επιστήμης. Ένα εμπόδιο στο φυσικιστικό όραμα είναι η λεγόμενη αδυναμία προσδιορισμού των ποιοτικών ιδιαιτεροτήτων των ψυχικών εμπειριών – qualia – από τα εντοπιζόμενα εγκεφαλικά ερεθίσματα ή άλλα φυσικιστικά γεγονότα. Σύνδρομες στον αναγωγισμό είναι οι θεωρίες ταυτότητας σώματος και ψυχής, ενώ ο σύγχρονος λειτουργισμός που αναπτύσσεται περίπου από το 1970 και μετά, διαφοροποιούμενος από τον φυσικιστικό αναγωγισμό, συνιστά μια απάντηση και μετεξέλιξη των θεωριών ταυτότητας284. Ειδικότερα, όπως προαναφέραμε, ο λειτουργισμός υποστηρίζει ότι οι ψυχικές διαδικασίες αποτελούν επίπεδα άλλων καταστάσεων – σε αιτιακή εξάρτηση από φυσικές, νευρωνικές καταστάσεις. Δεν ταυτίζονται με αυτές, αλλά βρίσκονται σε μια σχέση αμφίδρομης αιτιακής εξάρτησης και όχι απλής αλληλεπίδρασης. Αντίθετα, οι θεωρίες ταυτότητας υποστηρίζουν ότι καταστάσεις και διεργασίες του νου ταυτίζονται με καταστάσεις και διεργασίες του εγκεφάλου. Με λίγα λόγια ότι η έννοια του νου είναι ταυτόσημη με αυτήν του εγκεφάλου. Για παράδειγμα, στην περίπτωση της εμπειρίας του πόνου, η θεωρία ταυτότητας την εξηγεί ως ισοδύναμη με το να υπάρχει μια νοητική εικόνα. Κατά τη θεωρία ταυτότητας νου – σώματος, θεωρείται ότι αυτού του είδους οι εμπειρίες είναι ακριβώς ίδιες με εγκεφαλικές διεργασίες και όχι συσχετισμένες απλά με εγκεφαλικές διεργασίες. Οι λογικές σχέσεις που υποδηλώνονται από την πρόταση ότι «η συνείδηση είναι μια διεργασία του εγκεφάλου» είναι ανάλογες με τις λογικές σχέσεις που υπάρχουν στην πρόταση «η αστραπή είναι κίνηση ηλεκτρικών». Για να ακολουθήσουμε τη θεωρία ταυτότητας, θα πρέπει να δεχθούμε ότι η αίσθηση/sensation έχει την ίδια σημασία με τον όρο «διεργασία του εγκεφάλου». Tο ερώτημα που τίθεται είναι εάν οι αισθήσεις ταυτίζονται με εγκεφαλικές διεργασίες, μήπως υπάρχουν ενδογενείς, μη – φυσικές ιδιότητες των αισθήσεων, που δεν μπορούν να ταυτισθούν με ιδιότητες των εγκεφαλικών διεργασιών;

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο λειτουργισμός285 αποτελεί απάντηση στην κυρίαρχη τάση του φυσικιστικού αναγωγισμού στο πρόβλημα σώματος – ψυχής που αξιοποιεί σε μια νέα σύνθεση στοιχεία και από τις θεωρίες ταυτότητας και τις θεωρίες αιτιακού ρόλου. Δέχονται ένα είδος ταυτότητας ως προς τον τύπο, Ττ, σύμφωνα με την οποία ισχύει μια καθολική και λογικού χαρακτήρα ταύτιση του συνόλου ψυχικών φαινομένων με κατηγορία φυσικών, δηλαδή «σκληρού» φυσικά προσδιοριζόμενου χαρακτήρα και μ’ αυτήν την έννοια, οι λειτουργιστές ορίζουν τις νοητικές καταστάσεις και διεργασίες μέσω της αιτιακής τους συσχέτισης με μία ορισμένη κατηγορία καταστάσεων, αλλά όχι ταυτίζοντάς τις με τις νευρωνικές τους υλοποιήσεις. Ως προς την ίδια δε την υπόσταση των ψυχονοητικών καταστάσεων επισημαίνουν ότι το θέμα της υλικής δομής είναι τελείως άσχετο με την κατανόηση κι εξήγηση του ψυχικού πεδίου.

Σημειώσεις

283. G. Ryle, The Concept of Mind, London, (1949) 1968, σελ. 323 και 11 - 25.  

284. Από τις διαφορετικές εκδοχές ψυχοφυσικής ταυτότητας (αιτιακού ρόλου, ταυτότητας τύπου και δείγματος) επισημαίνουμε το ενδιαφέρον της πρότασης του Donald Davidson, του λεγόμενου ανώμαλου μονισμού του. Πρόκειται για μια εκδοχή της token identity και υποστηρίζει την οντολογική θέση του μονισμού και την ουδετερότητα της υπόστασης των φαινομένων ενώ στο επίπεδο της γλώσσας τη διαίρεση σε δύο δυνατότητες περιγραφών, σε ψυχολογικές και φυσικές. Όταν χρησιμοποιούμε ψυχολογικές ερμηνείες, δεν αναφερόμαστε σε αιτιακούς νόμους όπως όταν αναφερόμαστε σε φυσικές περιγραφές των γεγονότων. Τα φαινόμενα εμφανίζονται σ’ εμάς μ’ έναν ακανόνιστο – ανώμαλο – ασύμμετρο τρόπο και μ’ αυτήν την έννοια οι περιγραφές μας δεν μπορούν να υποκαθίστανται η μία από την άλλη ή να βρίσκονται σε σχέση ταυτότητας: D. Davidson, Essays on Actions and Events, Clarendon Press, Oxford, 1980 και E. LePore και B. McLaughlin, «Actions, reasons, causes, and intentions», στο Actions and Events: Perspectives on the Philosophy of Donald Davidson, E. LePore και B. McLaughlin (επιμ.), Basil Blackwell, Oxford, 1988, σελ. 1-24.  

285. Ο όρος «λειτουργισμός» συνδέεται με τον όρο «λειτουργία» των μαθηματικών και της βιολογίας. 

ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ Η ΔΥΝΑΤΟΤΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ. 

Δεν υπάρχουν σχόλια: