Τρίτη 5 Σεπτεμβρίου 2017

Η διερεύνηση της έννοιας Gelassenheit--(Γαλήνη,ησυχία)

                                                  ΠΕΡΙ ΣΚΕΨΕΩΣ 
                                                 Martin Heidegger

Ερευνητής (Ε)
Μορφωμένος (Μ)
Διδάσκαλος (Δ)

Ε: Τελευταίως είχατε ισχυριστεί, πως το ερώτημα περί της ουσίας του ανθρώπου δεν είναι ερώτημα περί του ανθρώπου. 
Δ: Απλώς είχα πει, πως θα είναι αναπόφευκτη η σκέψη, μήπως τα πράγματα με το ερώτημα για την ουσία είναι όντως έτσι.
Ε: Για μένα πάντως είναι ακατανόητο, πως μπορεί ποτέ να βρεθεί η ουσία του ανθρώπου, απομακρύνοντας το βλέμμα από τον άνθρωπο.
Δ: Και για μένα είναι ακατανόητο. Γι' αυτό προσπαθώ να ξεκαθαρίσω τα πράγματα, κατά πόσον αυτό είναι δυνατόν ή και αναγκαίο (να βρεθεί η ουσία).
Ε: Να δει κανείς την ουσία του ανθρώπου χωρίς να κοιτάζει τον άνθρωπο!
Δ: Ναι. Αν η σκέψη είναι το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ουσίας του ανθρώπου, τότε το ουσιώδες αυτής της ουσίας, δηλαδή η ουσία της σκέψης, μπορεί μόνο να ιδωθεί, με το να αποστρέψουμε το βλέμμα μας από την σκέψη.
Μ: Η σκέψη όμως, που στην παράδοση κατανοείται ως αναπαράσταση, είναι θέληση (Wollen). Και ο Καντ κατανοεί την σκέψη έτσι, όταν την χαρακτηρίζει αυθορμητισμό. Η σκέψη είναι θέληση και η θέληση σκέψη. 
Ε: Ο ισχυρισμός, πως η ουσία της σκέψης είναι κάτι διαφορετικό από την σκέψη, λέει πάντως, πως η σκέψη είναι κάτι διαφορετικό από την θέληση. 
Δ: Γι' αυτό σας απαντώ στο ερώτημα, τι ακριβώς θέλω με τον στοχασμό μας πάνω στην ουσία της σκέψης, θέλω αυτό: εγώ θέλω την μη-θέληση.
Ε: Αυτή η έκφραση μας έχει αποκαλυφθεί ως δίσημη.
Μ: Η μη-θέληση σημαίνει μια θέληση, τέτοια όμως, όπου ένα μή διοικεί, με την έννοια ενός μη που προσανατολίζεται στην θέληση και την αρνείται (ή της αρνείται κάτι). Σύμφωνα με αυτά, η μη-θέληση σημαίνει θεληματική άρνηση της θελήσεως. Στην περίπτωση αυτή, η μη-θέληση σημαίνει εκείνο που μένει έξω από κάθε είδος θέλησης(βούλησης).
Ε: Για τον λόγο αυτό δεν μπορεί μια θέληση να το θελήση και δεν μπορεί μέσω μιας θέλησης να επιτευχθεί.
Δ: Ίσως όμως την πλησιάζουμε με μια θέληση της ήδη αναφερθείσας μη-θέλησης. 
Μ: Βλέπετε λοιπόν μια συγκεκριμένη σχέση μεταξύ της μιας και της άλλης μη-θέλησης.
Δ: Δεν βλέπω απλά αυτή την σχέση. Αν μου επιτρέπεται να το ομολογήσω, η σχέση αυτή μου απευθύνεται, αν δεν με καλεί κιόλας, από τότε που προσπαθώ να σκεφτώ αυτά που κινούν την συνομιλία μας.
Ε: Σκέφτομαι ορθώς όταν προσπαθώ να προσδιορίσω την σχέση των δυο μη-θελήσεων ως εξής; Θέλετε μια μη-θέληση με την έννοια μιας άρνησης στην θέληση(όχι της θέλησης), ώστε μέσω αυτής της μη-θέλησης να μπορούμε να ασχοληθούμε με την αναζητούμενη ουσία της σκέψης, η οποία (σκέψη) δεν είναι θέληση, ή τουλάχιστο να προετοιμασθούμε για την ενασχόληση αυτή.
Δ: Δεν σκέφτεστε απλά ορθώς, αλλά, μα τους θεούς, θα έλεγα εάν δεν είχαν φύγει μακριά από μας, έχετε βρει κάτι ουσιαστικό.
Μ: Αν ανήκε σε κάποιον από μας να μοιράζει επαίνους, και αν αυτό δεν ήταν ενάντια στο στιλ των συνομιλιών μας, θα είχα τον πειρασμό να πω, πως με την έκθεση της διπλής σημασίας του λόγου περί της μη-θελήσεως, έχετε υπερβεί και εμάς και εσάς τον ίδιο.
Ε: Το ότι το πέτυχα αυτό δεν οφείλεται σε μένα, αλλά στην νύχτα που στο μεταξύ έχει ξεπροβάλει, και αναγκάζει στην περισυλλογή, χωρίς να εξασκεί βία.
Μ: Μας αφήνει χρόνο να ξανασκεφτούμε, με το να επιβραδύνει το βήμα. 
Δ: Για τον λόγο αυτό είμαστε ακόμα μακριά από την κατοικία των ανθρώπων. 
Ε: Όλο και πιο ελεύθερα εμπιστεύομαι τον αόρατο συνοδό, που στην συνομιλία αυτή μας παίρνει από το χέρι, ή ορθότερα από την λέξη. 
Μ: Χρειαζόμαστε αυτόν τον συνοδό, γιατί η συνομιλία γίνεται όλο και πιο δύσκολη. 
Δ: Αν με το δύσκολο εννοείτε το ασυνήθιστο, που συνίσταται στο ότι απογαλακτιζόμαστε από την βούληση.
Μ: Λέτε την βούληση, όχι την θέληση...
Ε: Και εκφράζετε μια συνταρακτική υπόθεση με ηρεμία (gelassen).
Δ: Και αν είχα την σωστή ηρεμία (εγκατάλειψη, Gelassenheit), θα ήμουν σύντομα πέρα από τον αναφερθέντα απογαλακτισμό.
Μ: Με το ότι όμως μπορούμε να απογαλακτιστούμε από την θέληση τουλάχιστον, βοηθούμε το ξύπνημα της εγκατάλειψης. 
Δ: Μάλλον βοηθούμε να διατηρηθεί η εγκατάλειψη ξύπνια. 
Μ: Γιατί όχι το ξύπνημα;
Δ: Επειδή την εγκατάλειψη δεν την ξυπνούμε εμείς εντός μας. 
Ε: Δρά λοιπόν από κάπου αλλού. 
Δ: Δεν δρά, της επιτρέπεται να έρθει. 
Μ: Δεν ξέρω ακόμα βέβαια, τι εννοεί η λέξη εγκατάλειψη. Υποπτεύομαι όμως πως ξυπνά, όταν στην ουσία μας επιτρέπεται(zugelassen) να αφεθεί(einzulassen)(να καταπιαστεί με) με εκείνο που δεν είναι θέληση.
Ε: Μιλάτε συνεχώς για ένα άφημα (Lassen), ώστε δημιουργείται η εντύπωση, πως πρόκειται για ένα είδος παθητικότητας. Παράλληλα πιστεύω πως γνωρίζω, πως σε καμιά περίπτωση δεν πρόκειται για ένα ανίσχυρο άφημα των πραγμάτων να γλιστρούν και να κινούνται παθητικά(treiben).
Μ: Ίσως κρύβεται στην εγκατάλειψη μια δράση ανώτερη από όλες τις πράξεις του κόσμου και όλα τα έργα των ανθρωποτήτων...
Δ: Και η οποία ανώτερη πράξη (δράση) δεν είναι δράση (ενέργεια).
Ε: Σύμφωνα με αυτά, η εγκατάλειψη βρίσκεται (liegen, ξαπλώνω, ή σε οριζόντια θέση), αν μπορεί να μιλήσει κανείς εδώ για Liegen, έξω από την διάκριση ενεργητικότητας και παθητικότητας...
Μ: Γιατί η εγκατάλειψη δεν ανήκει στον χώρο της βούλησης.
Ε: Η μετάβαση από την θέληση στην εγκατάλειψη μου φαίνεται πως είναι το δύσκολο.
Δ: Μάλιστα τότε, όταν η ουσία της εγκατάλειψης μάς είναι κρυμμένη.
Μ: Και αυτό προπάντων γιατί και εντός του χώρου της βουλήσεως μπορεί να σκεφτεί κανείς την εγκατάλειψη, όπως συμβαίνει στους παλιότερους δασκάλους (Meister) της σκέψης, για παράδειγμα στον Meister Έκαρτ. 
Δ: Από τον οποίο επίσης έχουμε πολλά καλά να μάθουμε.
Μ: Σίγουρα. Αλλά η εγκατάλειψη που ονομάσαμε προφανώς δεν εννοεί την απόρριψη αμαρτωλής φιλαυτίας και την απόθεση του ιδίου θελήματος χάριν του θείου.
Δ: Αυτό όχι.
Ε: Τι δεν σημαίνει η λέξη εγκατάλειψη για μάς μού είναι από πολλές απόψεις ξεκάθαρο. Ταυτόχρονα όμως γνωρίζω όλο και λιγότερο για ποιο πράγμα μιλάμε. Προσπαθούμε πάντως να προσδιορίσουμε την ουσία της σκέψης. Τι σχέση έχει η εγκατάλειψη με την σκέψη; 
Δ: Τίποτα, αν κατανοούμε την σκέψη σύμφωνα με την μέχρι τώρα έννοια, ως αναπαράσταση. Ίσως όμως η ουσία της σκέψης την οποία αναζητούμε, να είναι βυθισμένη (eingelassen) στην εγκατάλειψη.
Ε: Και με την καλύτερη θέληση, δεν μπορώ να φανταστώ αυτή την ουσία της σκέψης. 
Δ: Γιατί ακριβώς αυτή η καλύτερη θέληση και το είδος της σκέψης σας ως φαντασίας (αναπαράστασης) σας εμποδίζουν.
Ε: Και τί στο καλό πρέπει να κάνω;
Μ: Και εγώ αυτό διερωτώμαι. 
Δ: Τίποτα δεν πρέπει να κάνουμε αλλά να περιμένουμε.

Μ: Αυτή είναι μια κακή παρηγοριά.

Δ: Καλή ή κακή, δεν πρέπει να περιμένουμε καμιά παρηγοριά, αυτό όμως βέβαια κάνουμε όταν βυθιστούμε στo απαρηγόρητο. 

Ε: Τι πρέπει να περιμένουμε; Και που πρέπει να περιμένουμε; Σε λίγο δε θα ξέρω ούτε που είμαι ούτε ποιος είμαι.

Δ: Κανείς μας δεν το ξέρει πια, από τη στιγμή που σταματήσαμε να ξεγελούμε τους εαυτούς μας για το πράγμα. 

Μ: Όμως έχουμε ακόμα τον δρόμο μας; 

Δ: Φυσικά. Όταν όμως τον ξεχνάμε γρήγορα, παρατάμε την σκέψη.

Ε: Ποιο πράγμα όμως πρέπει να σκεφτόμαστε, όταν πρέπει να μεταβούμε και να μπούμε στην μέχρι τώρα για μας αβίωτη ουσία της σκέψης;

Δ: Αυτό από το οποίο και μόνο μπορεί να γίνει αυτή η μετάβαση.

Μ: Θέλετε μήπως να εγκαταλείψετε την μέχρι τώρα ερμηνεία της ουσίας της σκέψης; 

Δ: Έχετε ξεχάσει τι είχα πει για το επαναστατικό σε προηγούμενη συνομιλία μας; 

Ε: Η λήθη μού φαίνεται πως είναι ένας ιδιαίτερος κίνδυνος σε τέτοιες συνομιλίες.

Μ: Αν καταλαβαίνω σωστά, πρέπει να δούμε σε μια συσχέτιση με την ουσία της σκέψης αυτό που ονομάζουμε εγκατάλειψη, που όμως σχεδόν δεν το γνωρίζουμε και δεν ξέρουμε και που να το τοποθετήσουμε.

Δ: Ακριβώς αυτό εννοώ. 

Ε: Τελευταίως παρουσιάσαμε την σκέψη με την μορφή μιας υπερβατικής-οριζόντιας αναπαράστασης.

Μ: Αυτή η αναπαράσταση μας παραθέτει πχ το ζωώδες των ζώων, την πετρότητα της πέτρας κτλ, ως εκείνη την όψη, μέσα στην οποία βλέπουμε όταν ενώπιον μας βρίσκεται αυτό το πράγμα με την όψη του ζώου, της πέτρας... 

Ε: Ο ορίζοντας τον οποίο για ακόμα μια φορά περιγράφετε ,είναι ο ορίζοντας που περιβάλλει την όψη(θέα).

Δ: Και ξεπερνά(Übertreffen) την όψη των πραγμάτων.

Μ: Όπως η υπερβατικότητα προσπερνά(Überholen) την (αισθητηριακή) πρόσληψη των αντικειμένων. 

Δ: Καθορίζουμε λοιπόν τι λέγεται ορίζοντας και τι υπερβατικότης, με τις λέξεις ξεπέρασμα(Übertreffen) και προσπέρασμα(Überholen)...

Μ: που αναφέρονται στα πράγματα και στην αναπαράσταση των πραγμάτων.

Δ: Ο ορίζοντας και η υπερβατικότης γίνονται με τον τρόπο αυτό εμπειρία των αντικείμενων και της ικανότητος μας για αναπαράσταση, και καθορίζονται μόνο με την αναφορά στα αντικείμενα και την ικανότητα μας για αναπαράσταση. 

Μ: Γιατί το τονίζετε αυτό;

Δ: Για να υποδείξω, πως με τον τρόπο αυτόν, αυτό που επιτρέπει στον ορίζοντα να είναι αυτό που είναι, δεν είναι με κανένα τρόπο μέρος της εμπειρίας.

Ε: Ποιο πράγμα σκέφτεστε στην περίπτωση του ισχυρισμού αυτού; 

Δ: Λέμε πως κοιτάζουμε μέσα στον ορίζοντα(Horizont). Ο ορίζοντας(Gesichtskreis) λοιπόν είναι κάτι ανοικτό, το άνοιγμα αυτό όμως δεν προκύπτει επειδή εμείς βλέπουμε μέσα στον ορίζοντα.

Μ: Και την όψη των αντικειμένων επίσης, που μας προσφέρει η θέα από τον ορίζοντα, δεν την τοποθετούμε μέσα σε αυτό το ανοικτό...

Ε: αλλά μας συναντά. 

Δ: Η ιδιότητα του ορίζοντα(δηλαδή πως κάτι είναι ορίζοντας) είναι μόνο η προς εμάς στραμμένη πλευρά εκείνου του ανοικτού, που είναι γεμάτο με την θέα, την όψη εκείνου, που στην ικανότητα μας τής αναπαράστασης εμφανίζεται ως αντικείμενο. 

Ε: Ο ορίζοντας(Horizont) σύμφωνα με αυτά είναι κάτι άλλο από ορίζοντας(Horizont). Αλλά αυτό το άλλο είναι σύμφωνα με τα συ ζητηθέντα το έτερο του εαυτού και για τον λόγο αυτό το ίδιο. Λέτε πως ο ορίζοντας είναι το ανοικτό που μας περιβάλλει. Τι είναι αυτό το ανοικτό καθ' εαυτό, εάν εξαιρέσουμε πως μπορεί να εμφανίζεται και ως ορίζοντας της ικανότητος μας για αναπαράσταση;

Δ: Εμένα μου φαίνεται ως ένας τόπος τον οποίο αντικρίζει καποιος (Gegend), και που με την μαγεία του, αισθάνεται ότι τού ανήκει, ότι γυρίζει εκεί όπου αναπαύεται.

Μ: Δεν είμαι σίγουρος αν καταλαβαίνω οτιδήποτε από αυτά που τώρα λέτε.

Δ: Και εγώ δεν το καταλαβαίνω, αν με το “καταλαβαίνω” εννοείτε την ικανότητα, το προσφερόμενο να το φανταστεί κανείς έτσι, ώστε να τοποθετείται στα γνωστά και με αυτόν τον τρόπο να εξασφαλίζεται. Γιατί και σε μένα λείπει το γνωστό, όπου θα μπορούσα να τοποθετήσω αυτό που προσπαθώ να πω περί του ανοικτού ως τόπου.

Ε: Αυτό όμως είναι αδύνατο και μόνο επειδή, αυτό που ονομάζετε τόπο, είναι αυτό που εξασφαλίζει κάθε δυνατότητα κατοικίας.

Δ: Κάτι τέτοιο εννοώ, αλλά όχι μόνο αυτό. 

Μ: Μιλήσατε για “ένα” τόπο, όπου όλα επιστρέφουν στον εαυτό τους. Ένας τόπος για όλα, αν το πάρουμε αυστηρά, δεν είναι ένας τόπος μεταξύ άλλων, αλλά ο τόπος των τόπων.

Δ: Έχετε δίκαιο, πρόκειται για τον τόπο.

Ε: Και η μαγεία αυτού του τόπου είναι η κυριαρχία της ουσίας του, το γεγονός πως τον συναντά(ή πως ο τόπος συναντά) κάποιος(das Gegnende), αν μου επιτρέπεται να το ονομάσω έτσι.

Μ: Σύμφωνα με την λέξη, θα ήταν η Gegend αυτό που μας συναντά(entgegenkommt). Για τον ορίζοντα είπαμε, πως μας συναντά η όψη των πραγμάτων που προέρχεται από την θέα την οποία περικλείει ο ορίζοντας. Αν τώρα συλλαμβάνουμε τον ορίζοντα από τον τόπο, τότε παίρνουμε τον τόπο ως αυτό που μας συναντά(μας έρχεται από απέναντι).

Δ: Με τον τρόπο αυτό θα σηματοδοτούσαμε τον τόπο, ακριβώς όπως και προηγουμένως τον ορίζοντα, από την σχέση του προς εμάς, ενώ ταυτόχρονα ψάχνουμε τι είναι καθ' εαυτό το ανοικτό το οποίο μας περιβάλλει. Αν πούμε πως είναι ο τόπος, και με την πιο πάνω πρόθεση, τότε πρέπει η λέξη να σημαίνει κάτι άλλο. 

Ε: Πάνω απ' όλα, και η συνάντηση δεν είναι μια, και πολύ λιγότερο το θεμελιώδες χαρακτηριστικό του τόπου. Τι σημαίνει λοιπόν αυτή η λέξη;

Μ: Στην παλιότερη μορφή λέγεται “Gegnet” και σημαίνει τον πλατύ ελεύθερο τόπο. Μπορούμε από αυτή την σημασία να πάρουμε κάτι και να το χρησιμοποιήσουμε για την ουσία αυτού που θέλουμε να ονομάζουμε Gegend;

Δ: Ο τόπος συμμαζεύει, άσχετα αν δεν συμβαίνει τίποτα, κάθε τι προς κάθε τι, και όλα προς άλληλα, μέσα στην διαμονή τους καθώς βρίσκονται μέσα στον εαυτό τους. Η συνάντηση είναι μια επιστροφή που συμμαζεύει προς μια πλατιά αναφορά μέσα στον αργόσυρτο χρόνο.

Τά τελευταία δεδομένα περί ΣΚΕΨΕΩΣ

Τα ισχυρότερα, υπερκλασσικά λογικά συστήματα έχουν μόνο τότε φιλοσοφική σημασία, όταν με την μετάβαση προς αυτά και η φιλοσοφία αλλάζει το βασικό της θέμα. Δηλαδή γυρίζει την πλάτη στο Είναι και σε κάθε τι που σχετίζεται με αυτό, και στρέφεται εξολοκλήρου προς εκείνη την “δεύτερη” μεταφυσική, για την οποία γίνεται λόγος στο σύστημα της Γιόγκα, στην αρνητική (αποφατική) θεολογία του Αρεοπαγίτου, στην ιδέα του Zimzum του καββαλιστή Ισαάκ Λούρια και στον Heidegger. Στους πνευματικούς αυτούς χώρους, που επεκτείνονται στο φιλοσοφικό σκοτάδι με το ντροπιαστικό όνομα “Τίποτα”, συναντούμε τοπία συσχετίσεων που ακόμα δεν έχουν μετρηθεί, και για τα οποία ισχύει αυτό που ο Hegel στην “Φαινομενολογία του Πνεύματος” λέει για το λεγόμενο “εσωτερικό” (Innere): "δείχνεται πως πίσω από το λεγόμενο παραπέτασμα, που θα έπρεπε να κρύβει το εσωτερικό, δεν φαίνεται τίποτα, αν εμείς οι ίδιοι δεν πάμε εκεί, ώστε να ιδωθεί έτσι ως εάν να ήταν εκεί κάτι το οποίο μπορεί να ιδωθεί. Προκύπτει όμως, πως δεν είναι και τόσο ανεμπόδιστη η πορεία προς τα εκεί. Γιατί αυτή η γνώση, ποια είναι η αλήθεια της αντίληψης-αναπαράστασης του φαινομένου και του εσωτερικού του, είναι αποτέλεσμα μιας κοπιώδους κίνησης, δια της οποίας εξαφανίζονται οι τρόποι της συνείδησης, η γνώμη, η αντίληψη και η κατανόηση..." (Meiner 1928, p. 128) Τρεις σειρές πιο κάτω τελειώνει το κεφάλαιο για την συνείδηση, και αρχίζει αυτό για την αυτοσυνειδησία. 

Αυτό που ο Hegel λέει για το τίποτα, που μας αντικρίζει από τα βάθη της συνείδησης, μπορεί να μας χαρίσει μια βαθύτερη ματιά για την σχέση της βούλησης και του τίποτα. Το Είναι είναι τόπος γέννησης της σκέψης. Το τίποτα όμως είναι η πατρίδα της βούλησης. Μέσα στο τίποτα, όπως μας διδάσκει το αναφερθέν σημείο από την Φαινομενολογία, δεν φαίνεται τίποτα, για όσο δεν αποφασίζουμε να μπούμε εκεί και να κτίσουμε ένα κόσμο σύμφωνα με τους νόμους της αρνητικότητας. Αυτό τον κόσμο ο Θεός δεν τον έχει δημιουργήσει ακόμα, και δεν υπάρχει και κανένα σχέδιο για τον κόσμο αυτόν, πριν η σκέψη το (σχέδιο) περιγράψει σε μια αρνητική γλώσσα.

Αμέθυστος 

Δεν υπάρχουν σχόλια: