Τρίτη 11 Αυγούστου 2020

Tα πειράματα στο CERN και το σωματίδιο Higgs : Θεωρίες της Φυσικής και Βιβλική Κοσμολογία σε θέση αντίθεση και σύνθεση - Τακαρίδης Γεώργιος (20)

Συνέχεια από: Παρασκευή, 7 Αυγούστου 2020

3.2.  Η Βιβλική Κοσμολογία
II. Η διήγηση της δημιουργίας
Η δημιουργική διήγηση περιγράφεται στο πρώτο κεφάλαιο τής Γενέσεως. Μέσα σε έξι «ημέρες» ο Θεός δημιουργεί εκ τού μηδενός το σύμπαν και τον άνθρωπο. Το πρώτο τριήμερο (Γεν 1:1 – 13) είναι προπαρασκευαστικό των κοσμικών στοιχείων, από τα οποία στο δεύτερο τριήμερο (Γεν 1:14 – 31) διακοσμείται και ολοκληρώνεται η υλική δημιουργία του σύμπαντος, ώστε να φιλοξενήσει τον άνθρωπο που δημιουργείται κατά την έκτη ημέρα. Παρατηρείται μια προοδευτική πορεία διαδοχικών δημιουργικών πράξεων από τα απλούστερα και ατελέστερα προς τα συνθετότερα και τελειότερα με κατάληξη τον άνθρωπο, το τελειότερο δημιούργημα της κτίσης203. Αρχικά εκ του μη όντος, από το
μηδέν, την αρχέγονη κενότητα;;;, δημιουργείται ο ουρανός, δηλαδή ο χώρος204 και αμέσως μετά η γη δηλαδή η άμορφη ύλη205, ώστε να διαμορφωθεί το περιβάλλον μέσα στο οποίο στην συνέχεια θα δημιουργηθούν σταδιακά και θα φιλοξενηθούν τα επιμέρους κτίσματα206.
Η δημιουργική ενέργεια τού Θεού δηλώνεται με την επαναλαμβανόμενη φράση «καὶ εἶπεν ὁ Θεός»207, η οποία με σαφήνεια και χωρίς την παραμικρή αμφιβολία αποκαλύπτει τον ένα Θεό ως δημιουργό του παντός με τον δημιουργικό Του λόγο. Ο λόγος αυτός αν και δηλώνεται μέσα από έναν ανθρωπομορφισμό, διαφέρει από τον ανθρώπινο λόγο που μόλις εκφέρεται χάνεται, διαλύεται μέσα στον αέρα· είναι ο άκτιστος λόγος τού Θεού που εξέρχεται αλλά δεν παρέρχεται208. Ο λόγος αυτός ως ενέργεια του Θεού είναι άκτιστος και επομένως αιώνιος, ενώ το αποτέλεσμα, που είναι η κτίση και πάντα τα εν αυτή, είναι κτιστό. Πρόκειται για τον λόγο που αφήνει το λογικό του αποτύπωμα στα όντα που δημιουργεί, και εφεξής ενυπάρχει σ’ αυτά ως ο κτιστός λόγος των όντων και δίνει την δυνατότητα στο μόνο ον που έχει συνείδηση του λόγου του, στον άνθρωπο να μπορεί να τα διερευνήσει, να θαυμάσει τον πλούτο τους, την πληρότητά τους, το κάλλος τους, και δι’ αυτών την σοφία, την δύναμη και το μεγαλείο του Δημιουργού τους209.

Η πραγματοποίηση του δημιουργικού λόγου επιβεβαιώνεται με την επίσης επαναλαμβανόμενη φράση «καὶ ἐγένετο οὕτως»210 και φανερώνει αφενός την απόλυτη κυριαρχία του Θεού επί της κτίσης και αφετέρου ότι τα πάντα δημιουργούνται σύμφωνα με τη βούληση και το σχέδιο του Θεού. Δεν αφήνεται κανένα περιθώριο παρανόησης ή παρερμηνείας τόσο για τον Δημιουργό Θεό όσο και για την δημιουργία. Η δημιουργία είναι προϊόν της θείας βούλησης και δύναμης και όχι της θείας ουσίας. Δεν παίρνει κάτι από τον εαυτό Του ο Θεός για να φτιάξει τον κόσμο ούτε όμως και χρησιμοποιεί κάποια προϋπάρχουσα «αιώνια» ύλη· πολύ περισσότερο δεν δίνεται το περιθώριο σε καμία «αιώνια» και αυθύπαρκτη ύλη από μόνη της, με τους κανόνες της τυχαιότητας ή της αυτοοργάνωσης, να δημιουργήσει το σύμπαν. Αποκλείεται έτσι η κάθε κοσμολογική ή φιλοσοφική θεωρία που ταυτίζει το Σύμπαν με τον Θεό (Πανθεϊσμός), ή που αποδίδει στην τυχαιότητα την δημιουργία από την άψυχη ύλη (Υλισμός)211, αλλά και της θέσης εκείνης κάποιων φιλοσόφων που τελικά αποδίδουν αδυναμία στον
Θεό, εφόσον, μη μπορώντας να διανοηθούν κάτι να γεννιέται από το μηδέν;;;, θεωρούν ότι προϋπάρχει η ύλη από την οποία ο Θεός δημιουργεί τελικά τον κόσμο (Πλατωνισμός)212.

Κάθε δημιουργική πράξη επισφραγίζεται με την επαναλαμβανόμενη επιβεβαίωση «καὶ εἶδεν ὁ Θεός, ὅτι καλόν»213, που χρησιμοποιείται ως επωδός στην ποιητικής φύσης διήγηση214. Με την επιβεβαίωση αυτή δίνεται το σαφές μήνυμα ότι δεν υπάρχει στην δημιουργία τίποτε το κακό ως αποτέλεσμα της δράσης των δυνάμεων του κακού στον κόσμο αλλά ούτε καν κάτι το μέτριο ως αποτέλεσμα της μερικής υπερνίκησης του καλού έναντι του κακού. Δεν υφίσταται επομένως κανενός είδους διαρχία που θέλει την αιώνια πάλη του καλού και του κακού που αντιπροσωπεύουν το πνεύμα και την ύλη και δημιουργούν τον πνευματικό και τον υλικό κόσμο αντίστοιχα (Δυϊσμός)215. Η πραγματικά σύντομη αλλά περιεκτικότατη σε νοήματα για τον Θεό, τον κόσμο και τον άνθρωπο διήγηση κλείνει με τον τελικό «έλεγχο» της δημιουργίας από τον Θεό· «καὶ εἶδεν ὁ Θεὸς τὰ πάντα, ὅσα ἐποίησε, καὶ ἰδοὺ καλὰ λίαν»216.

Μέσα στο πρώτο κεφάλαιο της Γενέσεως ολοκληρώνεται η
περιγραφή δημιουργίας του κόσμου από τον Θεό. Στο δεύτερο κεφάλαιο περιγράφεται λεπτομερέστερα η δημιουργία του ανθρώπου και στη συνέχεια ακολουθεί η ιστορία του ανθρώπινου γένους. Επομένως το κείμενο της Γενέσεως που σχετίζεται με το θέμα της παρούσης εργασίας περιορίζεται στο πρώτο κεφάλαιο, και πιο συγκεκριμένα αφορά μόλις στους δύο πρώτους στίχους της διήγησης: «Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν. ἡ δὲ γῆ ἦν ἀόρατος καὶ ἀκατασκεύαστος…»217. Εκ πρώτης βέβαια όψεως μία τόσο λιτή περιγραφή δε φαίνεται να μπορεί να έχει κάποια σχέση με το θέμα που διαπραγματεύεται η εργασία αυτή.
Όπως όμως προαναφέρθηκε, το γεγονός ότι η Βίβλος απευθύνονταν σε απλοϊκούς και αγράμματους ανθρώπους δεν επέτρεπε μεγαλύτερη ανάλυση στο νόημα των στίχων αυτών, ούτε για εκείνη ούτε και για μεταγενέστερη εποχή. Κάτι τέτοιο απαιτεί μια πιο εξειδικευμένη εργασία που πραγματοποιείται από ερμηνευτές, οι οποίοι με την σειρά τους ερμηνεύουν και πάλι με βάση τους αποδέκτες στους οποίους απευθύνονται και τις επιστημονικές αντιλήψεις της εποχής τους. Κάτι τέτοιο στον χώρο
της Εκκλησίας έγινε από πολλούς Πατέρες, των οποίων τις απόψεις θα επιχειρήσουμε να παρουσιάσουμε παρακάτω.


Σημειώσεις
202. Αποκλείεται η οποιαδήποτε μείξη ή σύγχυση των δύο φύσεων, κτιστής και άκτιστης. Η κτιστή φύση είναι τρεπτή, μεταβαλλόμενη, βρίσκεται στο γίγνεσθαι, ενώ η άκτιστη είναι άτρεπτη. Εν τούτοις είναι δυνατόν Χάριτι να ενωθεί η κτιστή φύση με την άκτιστη, δηλαδή να μετέχει των ακτίστων ενεργειών του Θεού και όχι της ουσίας Του. Βλ. π. Γεωργίου Φλωρόφσκι, όπ. παρ., σελ. 12.
203. Βλ. Καλαντζάκης, Σταύρος, «ΕΝ ΑΡΧΗ ΕΠΟΙΗΣΕΝ Ο ΘΕΟΣ», όπ. παρ. σελ. 41 – 44.
204. Για το ότι ο ουρανός της Βιβλικής διήγησης είναι αυτό που αποκαλούμε χώρο στην Επιστήμη της Φυσικής θα υπάρξει εκτενέστερη αναφορά παρακάτω.
205. Με τον όρο άμορφη ύλη εδώ εννοείται η ύλη στην πρωτογενή της κατάσταση, που δεν έχει λάβει ακόμα την οριστική της μορφή. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να εκληφθεί ως μία κατάσταση που δεν έχει «ποιότητες» δηλαδή ιδιότητες. Αποτελεί βασική ερμηνευτική γραμμή των Πατέρων της Εκκλησίας ότι δεν υπάρχει «ἄποιος» ή «ἀνείδεος» ύλη χωρίς ιδιότητες, στην κατάσταση «της ἐσχάτης ἀμορφίας, τοῦ άδιατύπωτου αἶσχους» (Μ. Βασιλείου PG 29b, 32A), όπως θα δείξουμε διεξοδικότερα παρακάτω.
206. Βλ. Καλαντζάκης, Σταύρος, ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ, όπ. παρ., σελ. 296.
207. Γεν. 1:3, 6, 9, 11, 14, 20, 24, 26, 29.
208. Ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ μεταφέρει τις απόψεις του μητροπολίτη Μόσχας Φιλάρετου
σύμφωνα με τον οποίο «Εις τον Θεόν δεν υπάρχει τίποτα που χάνεται, ή διαλύεται. Ο λόγος
Του εξέρχεται, αλλά δεν παρέρχεται.”Το δε ρήμα του Κυρίου μένει εις τον αιώνα”(Α΄ Πέτρου
1:25). Ο Θεός “έκτισε τα πάντα εις το είναι.”(Σοφ. Σολ. 1:14). Δεν τα έκτισε “για λίγο” αλλά
“για πάντα”. Με τον δημιουργικόν του λόγον έφερεν την κτίσιν εις το είναι (πάντοτε). “Και
γαρ εστερέωσε την οικουμένην, ήτις ου σαλευθήσεται” (Ψαλμ. 92:1). Βλ. π. Γεωργίου
Φλωρόφσκι, όπ. παρ., σελ. 10.
209. Βλ. Καλαντζάκης, Σταύρος, «ΕΝ ΑΡΧΗ ΕΠΟΙΗΣΕΝ Ο ΘΕΟΣ», όπ. παρ. σελ. 46.
210. Γεν 1:6, 9, 11, 15, 20, 24, 30.
211. Βλ. Καλαντζάκης, Σταύρος, «ΕΝ ΑΡΧΗ ΕΠΟΙΗΣΕΝ Ο ΘΕΟΣ», όπ. παρ. σελ. 50.
212. Για τον Πλάτωνα όπως προαναφέρθηκε, ο Θεός «παρέλαβε όλα όσα ήταν ορατά και ποτέ
δεν ησύχαζαν, αλλά βρίσκονταν σε άτακτη και ακανόνιστη κίνηση, και τα έβαλε από την
αταξία στην τάξη». Βλ. Πλάτωνος «Τίμαιος» (30α), Οξφόρδη, Burnet.
Ο Μ. Αθανάσιος στον Περί Ενανθρωπήσεως λόγο του εξηγεί πως αυτοί που υποστηρίζουν
ότι η ύλη είναι αιώνια «οὐκ ἴσασι δε τοῦτο λέγοντες, ὅτι ἀσθένειαν περιτιθέασι τῷ Θεῷ…
κατ’ αὐτοὺς ὁ Θεὸς τεχνίτης μόνον καὶ οὐ κτίστης εἰς τὸ εἶναι, εἰ γε τὴν ὑποκειμένην ὕλην
ἐργάζεται τῆς δὲ ὕλης οὐκ ἔστιν αὐτὸς αἴτιος…». Βλ. Μ. Αθανασίου, Λόγος περί της
ενανθρωπήσεως του Λόγου και της δια σώματος προς ημάς επιφανείας Αυτού, PG 25b, 100
Α,Β ή 2, ΕΠΕ 1, σελ. 230, 9 – 25.
213. Γεν. 1:8, 10, 13, 18, 21, 25.
214. Βλ. Καλαντζάκης, Σταύρος, «ΕΝ ΑΡΧΗ ΕΠΟΙΗΣΕΝ Ο ΘΕΟΣ», όπ. παρ., σελ. 43, 44.
215. Όπ. παρ., σελ. 50.
216. Γεν. 1:31.
217. Γεν. 1:1 – 2.

ΘΕΛΕΙ ΠΡΟΣΟΧΗ Η ΕΚΦΡΑΣΗ ΕΚ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝΟΣ. 
ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΟΥΤΕ ΥΠΗΡΧΕ ΚΑΤΙ ΣΑΝ ΤΟ ΜΗΔΕΝ Ή Η ΑΡΧΕΓΟΝΗ ΚΕΝΟΤΗΤΑ. Η ΕΚΦΡΑΣΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΛΕΕΙ ΟΤΙ ΤΟ ΜΗΔΕΝ ΑΠΟΡΡΕΕΙ ΛΟΓΙΚΩΣ ΕΝΕΚΕΝ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ. 
ΕΔΩ ΕΦΑΡΜΟΖΟΝΤΑΙ ΤΑ ΔΥΟ a' priori ΤΟΥ ΚΑΝΤ, Ο ΧΩΡΟΣ ΚΑΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ. 
ΕΑΝ ΔΕΝ ΛΑΒΟΥΜΕ ΥΠ' ΟΨΙΝ ΤΗΝ ΠΡΟΗΓΗΘΕΙΣΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΟΥΡΑΝΙΑΣ ΙΕΡΑΡΧΙΑΣ Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΘΑ ΣΚΟΝΤΑΨΕΙ ΓΡΗΓΟΡΑ.

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

ΟΙ ΑΡΧΑΊΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΔΕΝ ΕΊΧΑΝ ΜΗΔΈΝ ΈΛΕΓΑΝ ΠΙΟ ΣΩΣΤΆ ΕΚ ΤΟΥ ΜΗ ΟΝΤΟΣ ΤΟ ΜΗΔΈΝ ΕΊΝΑΙ ΑΡΙΘΜΟΣ ΠΡΟΫΠΟΘΈΤΕΙ ΚΆΤΙ ΠΡΙΝ.Ή ΚΑΠΩΑ ΕΤΣΙ