Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2023

Ο ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΝΙΤΣΕ - Michael Gillespie (55)

 Συνέχεια Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2023

Nihilism Before Nietzsche

Michael Allen Gillespie

Μετάφραση: Γιώργος Ν. Μερτίκας

ΕΒΔΟΜΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Ο ΔΙΟΝΥΣΟΣ ΚΑΙ Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΥ

Η έννοια του διονυσιακού στην οψιμότερη σκέψη του Nietzsche

Ένα από τα περίπλοκα ζητήματα της σκέψης του Nietzsche είναι η απουσία του διονυσιακού από το 1878 μέχρι το 1886 και η επανεμφάνισή του σε δεσπόζουσα θέση μετά το 1886. Η φαινομενική εγκατάλειψη του Διονύσου από τον Nietzsche συνδέεται με τη ρήξη του με τον Wagner και την απόρριψη του Schopenhauer και της μεταφυσικής του καλλιτέχνη που χρησιμοποιεί στην πρώιμη σκέψη του. Από το "Ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο" και μετά, απορρίπτει κάθε ουτοπισμό και είναι απρόθυμος να δεχθεί την ύπαρξη κάποιου γνήσιου υποκειμένου πίσω από τον φαινομενικό κόσμο. Η μεταφυσική παραχωρεί τη θέση της σε μια κριτική επιστήμη που επιτίθεται στον ιδεαλισμό της παραδοσιακής φιλοσοφίας, της θρησκείας, της τέχνης και της ηθικής. [Σε αυτή την περίοδο η τέχνη αναλαμβάνει ένα νέο κριτικό ρόλο. Όπως υποστηρίζει ο De Man, «η τέχνη δεν συσχετίζεται πλέον με τη διονυσιακή αμεσότητα της μουσικής αλλά τώρα είναι ανεπιφύλακτα σωκρατική όσον αφορά την αποδομητική λειτουργία της». Ο De Man όμως δεν βλέπει πώς αυτός ο σωκρατικός ρόλος συνδυάζεται με το πρωιμότερο όραμα μιας διονυσιακής τέχνης στην οψιμότερη σκέψη του Nietzsche]. Ο νέος ήρωας του Nietzsche δεν είναι η καλλιτεχνική μεγαλοφυΐα ή ο άγιος, αλλά το ελεύθερο πνεύμα.

Ο βαθμός στον οποίο ο Nietzsche εγκαταλείπει πραγματικά την προγενέστερη έννοια του διονυσιακού δεν θα πρέπει να διογκώνεται. Μολονότι ο Nietzsche αποφαίνεται ότι η μεταφυσική του καλλιτέχνη είναι αβάσιμη, ποτέ δεν απορρίπτει ρητά το διονυσιακό και επιστρέφει συνεχώς σε όσα ζητήματα θέτει στη "Γένεση". [Ο Eckhard Heftrich υποστηρίζει ότι ακόμη και ο οψιμότερος πρόλογός του στη Γένεση «Απόπειρα αυτοκριτικής» επικρίνει το ύφος του έργου μόνο σε μια προσπάθεια να δικαιολογηθεί η ουσία του]. Εξ άλλου, προς το τέλος της μέσης περιόδου της σκέψης του αρχίζει να περισώζει ορισμένα στοιχεία της πρωιμότερης μεταφυσικής του καλλιτέχνη αφαιρώντας τον ουτοπισμό τους και τοποθετώντας τα στην ανθρώπινη ψυχή. Ακόμη και το ελεύθερο πνεύμα, το οποίο παρουσιάζεται ως ο ανταγωνιστής όλων των ιδεωδών της μεταφυσικής κατά τη μέση περίοδο της νιτσεϊκής σκέψης, είναι υπό μίαν έννοια τροποποίηση του αγίου, του καλλιτέχνη και του φιλοσόφου, οι οποίοι ήσαν οι ήρωες της πρώιμης σκέψης του. Είναι ο έχων αυτοσυνείδηση άγιος, καλλιτέχνης και φιλόσοφος που αναγνωρίζει ότι ο ίδιος προβάλλει τον θεό του στους ουρανούς. Δεν είναι ελεύθερος επειδή είναι επιστήμονας, αλλά επειδή χρησιμοποιεί την επιστήμη ως μέσο απελευθέρωσης από τα ιδεώδη. Η επιστήμη είναι επομένως ένα προσωπείο το οποίο αποκρύπτει τον νέο άνθρωπο που δεν σκύβει το κεφάλι μπροστά στον θεό, αλλά αναγνωρίζει τον θεό ως δική του προβολή, είναι πιο ρωμαλέος και πιο ικανός για να θεοποιηθεί σε σχέση με τους μοντέρνους ανθρώπους. 

Όταν ο Nietzsche απορρίπτει τον ρομαντισμό του Schopenhauer και του Wagner δεν απορρίπτει το διονυσιακό αλλά μια μεταφυσική ερμηνεία του διονυσιακού. Αυτή η στροφή έχει το δικό της ρομαντικό πυρήνα και φέρει στον νου τον αντιρομαντικό ρομαντισμό του Μπαζάροφ. Ο Nietzsche δεν χρησιμοποιεί τα θετικιστικά εργαλεία του για να κατασκευάσει κάποια νέα μορφή σκέψης ή νέες αξίες, αλλά για να καταστρέψει τον ιδεώδη κόσμο που η προγενέστερη φιλοσοφία κατασκεύασε σε αντίθεση με τον πραγματικό κόσμο. Αυτή η επιχειρούμενη καταστροφή όλων των προηγούμενων ιδεωδών δεν είναι τίποτε άλλο παρά η έκφραση της δύναμης της άρνησης, που ήταν τόσο αποφασιστική για το ιδεαλιστικό και αριστερό εγελιανό εγχείρημα. Όπως απέδειξε ο Detwiler, ο Nietzsche δεν στρέφεται στην επιστήμη από ενδιαφέρον για την πρόοδο ή την ευημερία, αλλά ως ο απόστολος ενός κρυμμένου Διονύσου ο οποίος παρακινεί αδίστακτα τους ανθρώπους να πειραματίζονται με τον εαυτό τους, διαμελίζοντας όχι απλώς τα ιδεώδη τους αλλά τις ίδιες τις ψυχές τους.

Το όραμα του Nietzsche για ένα μουσικό Σωκράτη, που εμφανίζεται φευγαλέα στη "Γένεση", γίνεται πιο σαφές στα επόμενα έργα του. Στους "Ανεπίκαιρους στοχασμούς" αυτή η μεγαλοφυΐα παίρνει τη μορφή ενός εξιδανικευμένου Schopenhauer και ενός εξιδανικευμένου Wagner· στα πρώιμα αφοριστικά έργα του είναι το ελεύθερο πνεύμα ο πρίγκιπας Φογκελφράι· αργότερα, ο Ζαρατούστρα ο αντίχριστος και, τέλος, ο ίδιος ο Nietzsche. Πίσω απ' όλες αυτές τις μορφές όμως είναι ο Διόνυσος. Ο Nietzsche επισήμανε στη "Γένεση" ότι πριν από τον Ευριπίδη όλοι οι ήρωες της ελληνικής τραγωδίας ήσαν απλώς προσωπεία του Διονύσου. Το ίδιο θα μπορούσε να ειπωθεί για τη δική του σκέψη· όλοι οι ήρωές του στην πραγματικότητα αποκρύπτουν τον θεό, ο οποίος διαρκώς τεμαχίζεται και διαρκώς αναγεννάται. Αυτός ο κρυμμένος Διόνυσος βαθμηδόν επανεμφανίζεται στο έργο του Nietzsche ύστερα από τη "Χαρούμενη επιστήμη". Η επανεμφάνισή του αρχίζει όταν εισάγει την έννοια της βούλησης για δύναμη, και η ανάπτυξή της στο έργο του, με αφετηρία τον Ζαρατούστρα, αντιπροσωπεύει την απομάκρυνση από την αντιμεταφυσική στάση που υιοθετεί στο σύνολο των συγγραμμάτων του, από το "Ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο" μέχρι τη "Χαρούμενη επιστήμη". Στην πρώιμη σκέψη του ο Nietzsche πραγματεύεται τον Διόνυσο ως μεταφυσικό θεμέλιο. Στα έργα του ανάμεσα στο "Ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο" και στη "Χαρούμενη επιστήμη", αντιθέτως, ο Διόνυσος εμφανίζεται ως ο θεός που τεμαχίστηκε, διασκορπίστηκε και κρύφτηκε πίσω από το προσωπείο της principium individuationis. Οι μελέτες του Nietzsche κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου επικεντρώνονται στο άτομο, στα πάθη και στις ενορμήσεις του, στις αυταπάτες του, στην κυριάρχησή του από τις ψευδαισθήσεις που τρέφει το ίδιο. Από τον Ζαρατούστρα και μετά, ο Nietzsche επιχειρεί, επίσης, να περιγράψει την καθολική δύναμη της ζωής η οποία εκφράζει ται μέσω του συνόλου αυτών των ατομικών παθών και προοπτικών. Αποκαλεί αυτή τη δύναμη της ζωής βούληση για δύναμη, όμως αυτή η βούληση είναι απλώς το μεταφυσικό προσωπείο του Διονύσου.

Η εμφάνιση της βούλησης για δύναμη στον Ζαρατούστρα σημαδεύει την αφετηρία για την ανασυγκρότηση της αρχέγονης ενότητας, του ίδιου του Διονύσου όχι ως του μεταφυσικού εκείθεν αλλά ως της βασικής κινητήριας δύναμης της φύσης. Αυτή η βούληση, ωστόσο, δεν έχει ακόμη θεοποιηθεί· δεν έχει ακόμη αποκαλυφθεί ως θεϊκή, ως Διόνυσος. Έτσι, εμφανίζεται ως ο δαίμων στη "Χαρούμενη επιστήμη" ο οποίος γνωστοποιεί τη βαρυσήμαντη σκέψη της αιώνιας επανάληψης. Στον "Ζαρατούστρα" (ο Διόνυσος) είναι ο τρυγητής με το διαμαντένιο σπαθί του, ο μέγας λυτρωτής, για τον οποίο μονάχα τα τραγούδια του μέλλοντος θα βρουν ονόματα. Επανεμφανίζεται με το δικό του όνομα προς το τέλος του συγγράμματος "Πέραν του καλού και του κακού", όπου περιγράφεται ως η μεγαλοφυΐα της καρδιάς, και ξανά προς το τέλος του "Λυκόφωτος", όπου εμφανίζεται ως Διόνυσος ο φιλόσοφος, ο οποίος εν συνεχεία εξαίρεται ως ο μέγας αντίπαλος του Εσταυρωμένου στο "Ίδε ο άνθρωπος".

Υπάρχει ένας αντίστοιχος μετασχηματισμός στον τρόπο με τον οποίο ο Nietzsche εξεικονίζει τον εαυτό του. Κατά τη διάρκεια της μέσης περιόδου χαρακτηρίζει τον εαυτό του ως αθεϊστή ή ελεύθερο πνεύμα. Το alter ego του, ο Ζαρατούστρα, είναι πλασμένος από την ίδια ύλη: Μέχρι τη μεγάλη αποκάλυψη της αιώνιας επανάληψης, πολλές φορές χαρακτηρίζει τον εαυτό του ως τον «Ζαρατούστρα, τον ασεβή». Την επομένη αυτής της αποκάλυψης, και αφού εγκαταλείψει τη διεξοδική πραγμάτευση του Ζαρατούστρα, παρουσιάζεται μια σημαντική μεταβολή στην αυτοεξεικόνιση του Nietzsche. Προς το τέλος των συγγραμμάτων "Πέραν του καλού και του κακού", "Λυκόφως" και "Ίδε ο άνθρωπος" ο Nietzsche περιγράφει τον εαυτό του ως τον τελευταίο μαθητή του φιλοσόφου Διονύσου. Στο τέλος εξεικονίζει τον εαυτό του ως το σκεύος του Διονύσου που αποσκοπεί στον μετασχηματισμό όχι μόνο της γερμανικής κουλτούρας αλλά και της ευρωπαϊκής ως όλον. Όπως απέδειξε ο Fleischer, ο Nietzsche «είναι προσκολλημένος απόλυτα στον Διόνυσο. Το όνομά του συμβολίζει το Είναι καθ' εαυτό, τη βούληση για δύναμη, που είναι δημιουργική και καταστροφική, και της οποίας ο πόθος για δημιουργία ισοσταθμίζει τα δεινά της. [...] Ο Διόνυσος, ο οποίος είναι τόσο διπρόσωπος στη Γένεση της τραγωδίας, τελικά αποδεικνύεται πως είναι τέτοιος, και επιτρέπει στον Nietzsche να αρθρώσει τα έσχατα όρια της φιλοσοφίας του». Ο Paul Valadier υποστηρίζει με ένα ανάλογο πνεύμα ότι «ακόμη κι αν ο Διόνυσος φθίνει, δεν εξαφανίζεται εντελώς, η παρουσία του γίνεται πιο ανεπαίσθητη και συγκαλυμμένη. Η φαινομενική αποχώρηση του “θεού” με διακριτικό τρόπο απλώς καθιστά τις περιστασιακές επισκέψεις του σημαντικότερες [...]. [Αυτή] η ασυνεχής παρουσία του Διονύσου ύστερα από τη Γένεση της τραγωδίας ισοδυναμεί με κάποιο είδος κάθαρσης και “απομυθοποίησης”. [...] [Ο Nietzsche] δεν αποκήρυξε τον διονυσιασμό. [...] Απογυμνωμένος από τη μυθική περιβολή του, παραμένει ένας θεός ο οποίος αναγγέλλει το όραμα και το δόγμα της αιώνιας επανάληψης».

ΣΧΟΛΙΟ:ΜΙΑ ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΥ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΒΑΣΑΝΙΖΕΙ ΤΟΝ ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΟ ΣΤΗΝ ΚΤΙΣΗ ΔΥΤΙΚΟ ΑΝΘΡΩΠΟ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΑΠΟΘΕΩΝΕΙ ΑΚΡΙΒΩΣ ΤΡΑΓΙΚΑ ΤΗΝ ΦΥΛΑΚΗ ΤΟΥ. ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΔΙΔΑΣΚΕΤΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΣΑΝ Ο ΘΕΟΣ ΤΩΝ ΑΚΤΙΣΤΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΩΝ, Ο ΘΕΟΣ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ,ή ΟΠΩΣ ΤΟ ΚΑΘΟΡΙΖΕΙ Ο ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, ΠΡΟΣΕΥΧΟΜΑΙ ΣΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΓΙΑ ΝΑ ΜΕ ΔΩΚΟΥΝ ΖΩΗ.

Ν.Γ.Π.: Να ξέρετε, εκείνο που πρώτιστα με ενδιαφέρει είναι η αλήθεια των πραγμάτων. Τα ίδια τα πράγματα. 

Η ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΛΟΓΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΙΑΚΗ ΠΡΟΟΔΟ ΠΟΥ ΕΠΕΒΑΛΛΕ Ο ΧΑΙΝΤΕΓΚΕΡ. Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΣΤΗΝ ΚΤΙΣΤΗ ΦΥΣΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΕΓΚΕΦΑΛΟΥ, ΤΗΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ.

Ο Nietzsche δεν χρησιμοποιεί τα θετικιστικά εργαλεία του για να κατασκευάσει κάποια νέα μορφή σκέψης ή νέες αξίες, αλλά για να καταστρέψει τον ιδεώδη κόσμο που η προγενέστερη φιλοσοφία κατασκεύασε σε αντίθεση με τον πραγματικό κόσμο. Αυτή η επιχειρούμενη καταστροφή όλων των προηγούμενων ιδεωδών δεν είναι τίποτε άλλο παρά η έκφραση της δύναμης της άρνησης, που ήταν τόσο αποφασιστική για το ιδεαλιστικό και αριστερό εγελιανό εγχείρημα.

Η ΟΠΟΙΑ ΑΡΝΗΣΗ ΑΝΤΙΚΑΘΙΣΤΑ ΤΟ ΕΠΕΚΕΙΝΑ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΟΣ, ΤΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟ ΠΛΟΥ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ.ΚΑΙ Ο ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΕΑΣ ΔΙΟΝΥΣΟΣ ΑΝΤΙΚΑΘΙΣΤΑ ΤΟ ΕΠΕΚΕΙΝΑ ΑΓΑΘΟ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΤΙΘΑΣΕΥΣΕΙ ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΑΛΟΓΟ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ.

 Στα έργα του ανάμεσα στο "Ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο" και στη "Χαρούμενη επιστήμη", αντιθέτως, ο Διόνυσος εμφανίζεται ως ο θεός που τεμαχίστηκε, διασκορπίστηκε και κρύφτηκε πίσω από το προσωπείο της principium individuationis. Οι μελέτες του Nietzsche κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου επικεντρώνονται στο άτομο, στα πάθη και στις ενορμήσεις του, στις αυταπάτες του, στην κυριάρχησή του από τις ψευδαισθήσεις που τρέφει το ίδιο. Από τον Ζαρατούστρα και μετά, ο Nietzsche επιχειρεί, επίσης, να περιγράψει την καθολική δύναμη της ζωής η οποία εκφράζει ται μέσω του συνόλου αυτών των ατομικών παθών και προοπτικών. Αποκαλεί αυτή τη δύναμη της ζωής βούληση για δύναμη, όμως αυτή η βούληση είναι απλώς το μεταφυσικό προσωπείο του Διονύσου.

Η εμφάνιση της βούλησης για δύναμη στον Ζαρατούστρα σημαδεύει την αφετηρία για την ανασυγκρότηση της αρχέγονης ενότητας, του ίδιου του Διονύσου όχι ως του μεταφυσικού εκείθεν αλλά ως της βασικής κινητήριας δύναμης της φύσης.

ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΡΙΖΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΝΕΑΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ. ΤΑ ΠΑΘΗ ΦΑΝΕΡΩΝΟΥΝ ΤΗΝ ΒΟΥΛΗΣΗ ΓΙΑ ΔΥΝΑΜΗ ΚΑΙ ΖΩΗ. Ο ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΑΣ Η ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ ΜΕ ΤΙΣ ΑΚΤΙΣΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΟΙ ΟΠΟΙΕΣ ΥΠΟΣΤΑΣΙΑΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ. ΄Η ΜΟΝΗ ΔΥΝΑΤΟΤΗΣ ΝΑ ΕΝΩΘΟΥΜΕ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΠΙΣΜΟ ΚΑΘΟΤΙ ΚΑΤΑ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟ, ΔΕΝ ΔΙΑΦΕΡΕΙ Ο ΕΓΕΛΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΛΑΜΑ ή Ο ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΓΡΗΓΟΡΙΟ.


Δεν υπάρχουν σχόλια: