Πέμπτη 9 Μαρτίου 2023

HANS URS VON BALTHASAR--ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ (THEO-LOGIK) (87)

Συνέχεια από Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2023                    

                                                         HANS URS VON BALTHASAR
                                                           ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ (THEOLOGIK)
                                                                      Τρίτος Τόμος

                              ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ (DER GEIST DER WAHRHEIT)
                             (Οι δύο προηγούμενοι τόμοι: 1) Αλήθεια τού κόσμου (Wahrheit der                                                       Welt), 2) Αλήθεια τού Θεού (Wahrheit Gottes) )
                                                                   Johannes Verlag, 1987

                                                                    4. ΓΙΑ ΤΟ ΦΙΛΙΟΚΒΕ
                                                             6. ΠΝΕΥΜΑ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟ


β) Συγχώρηση ή άφεση των αμαρτιών


H «βαρύτητα» της συγχωρήσεως φανερώνεται στην Καινή Διαθήκη με τον «όρο» (τη «ρήτρα»!) που υπάρχει στο «Πάτερ ημών»: «Ως καί ημείς αφίεμεν τοίς οφειλέταις ημών». Ο «όρος» αυτός δεν σημαίνει (ασφαλώς), ότι η συγχώρηση του Θεού εξαρτάται απ’ τη δική μας αλληλοσυγχώρηση, αλλά ότι η θεϊκή συγχώρηση μπορεί να ενεργήση, ως η πρωταρχική πάντοτε θεϊκή πρωτοβουλία, μόνον όταν «ανοίγουμε» κι εμείς με τη δική μας συγχώρηση τον δρόμο προς μια τέτοια θεϊκή ενέργεια. «Εάν δέ μή αφήτε τοίς ανθρώποις τά παραπτώματα αυτών, ουδέ ο πατήρ υμών αφήσει τά παραπτώματα υμών» - και θα μπορούσαμε να προσθέσουμε: «δεν θα μπορή να σας τα αφήση» (Ματθ. 6, 15).

Η συγχώρηση υπερβαίνει τη «σφαίρα», τόσο τής κοσμικής (kosmisch) όσο και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Oι Έλληνες γνώριζαν βέβαια την έννοια της «συγ-χωρήσεως» ή «απ-ενοχοποιήσεως», που βασίζεται απλώς στην κατανόηση, γιατί κάποιος που καθίσταται φαινομενικά ή και πραγματικά ένοχος, δεν θα μπορούσε σύμφωνα με τη γνώμη ή την κατάστασή του να πράξη διαφορετικά: αυτός ο άνθρωπος αναγνωρίζεται και κηρύττεται στην πραγματικότητα ως μη ένοχος. Η ηθική, κατά τα άλλα, τάξη απαιτεί να επιβάλλεται, ως εξισορροπητική επανόρθωση για κάθε αδίκημα η τιμωρία. Κι όταν ο Σενέκας «προσδιόριζε» την επιείκια (clementia) ως μιαν «αυτοκυριαρχία κατά την εκδίκηση ή ως ηπιότητα κατά τη διατύπωση μιας τιμωρίας», γνώριζε παρ’ όλ’ αυτά, ότι «ο σοφός άνθρωπος δεν πρέπει να παραχωρή τη συγχώρηση ως απαλλαγή από μια δίκαιη τιμωρία». Λέει δε, ενάντια στους Χριστιανούς, ο Σιμπλίκιος ότι: «Μερικοί σύγχρονοί μας αποδίδουν ακόμα και στον ίδιον τον Θεό την τόσο παράλογη στάση, να συγχωρούνται απλώς τα διάφορα παραπτώματα». «Η αντίρρηση του Σιμπλίκιου θα μπορούσε να έχη διαρκή μάλιστα αξία: Όταν ένα παράπτωμα ή μια εγκληματική πράξη συνιστούν μια πνευματική ασθένεια, ένα σοβαρό τρόπον τινά ψυχικό απόστημα, δεν εξισούται τότε η συγχώρηση προς τη συμπεριφορά ενός γιατρού, ο οποίος και αποφαίνεται εν όψει ενός (οργανικού) αποστήματος, πως “δεν είναι τίποτα, τίποτα το κακό εν πάση περιπτώσει”, αντί να καυτηριάση το συγκεκριμένο απόστημα, αντί να θεραπεύση δηλ. στην αντίστοιχη πνευματική περίπτωση μέσω τής επανορθώσεως την άρρωστη ψυχή;» (Oeing-Hanhoff). Μπορούμε εδώ να αναρωτηθούμε, μήπως ένα σημαντικό μέρος τής σημερινής (ψυχ)αναλυτικής θεραπείας παραμένει στο ελληνικό εκείνο επίπεδο κατανόησης, προσπαθώντας να (απ)εξηγήση και να εξαλείψη μέσω ψυχολογικής κατανόησης ένα (υποτιθέμενο) χρέος.

Η χριστιανική συγχώρηση ξεπερνά τη «σφαίρα» τού κοσμικού και κοινωνικού δικαίου, χωρίς να αναιρή το «σχετικοποιημένο» (περιπτωσιακό) δικαίωμά του (όπως έγινε πιο πάνω σαφές, με αφορμή το εκκλησιαστικό δίκαιο). Είναι ήδη παλαιοδιαθηκικά σαφές, ότι το δίκαιο που θέτει εκεί ο Θεός, καθώς και η (εκ)τελούμενη (αν είναι δυνατόν) απ’ τον άνθρωπο διαθηκική δικαιοσύνη, «στοιχειοθετεί» την πιο ελεύθερη θεϊκή χάρη, κι όταν αυτή η Διαθήκη εκπληρώνεται στον Χριστό, τότε αποδεικνύεται ότι αυτό που πραγματοποιείται απ’ Αυτόν ως «εξιλασμός» («ιλασμός») στον Σταυρό, δεν προέρχεται από μια τιμωρητική δικαιοσύνη, αλλά καθαρά από αγάπη (Α’ Ιωάν. 4, 10 – Εβρ. 2, 17, και από εδώ μπορεί να κατανοηθή και το χωρίο Ρωμ. 3, 25) (( Α’ Ιωάν. 4, 7 κ.ε.: «Αγαπητοί, αγαπώμεν αλλήλους, ότι η αγάπη εκ τού Θεού εστι, καί πάς ο αγαπών εκ τού Θεού γεγέννηται καί γινώσκει τόν Θεόν. ο μή αγαπών ουκ έγνω τόν Θεόν. ότι ο Θεός αγάπη εστίν. εν τούτω εφανερώθη η αγάπη τού Θεού εν ημίν, ότι τόν υιόν αυτού τόν μονογενή απέσταλκεν ο Θεός εις τόν κόσμον ίνα ζήσωμεν δι’ αυτού. εν τούτω εστίν η αγάπη, ουχ ότι ημείς ηγαπήσαμεν τόν Θεόν, αλλ’ ότι αυτός ηγάπησεν ημάς καί απέστειλε τόν υιόν αυτού ιλασμόν περί τών αμαρτιών ημών. Αγαπητοί, ει ούτως ο Θεός ηγάπησεν ημάς, καί ημείς οφείλομεν αλλήλους αγαπάν…» - Ρωμ. 3, 21 κ.ε.: «Νυνί δέ χωρίς νόμου δικαιοσύνη Θεού πεφανέρωται, μαρτυρουμένη υπό τού νόμου καί τών προφητών, δικαιοσύνη δέ Θεού διά πίστεως Ιησού Χριστού εις πάντας καί επί πάντας τούς πιστεύοντας· ου γάρ έστι διαστολή· πάντες γάρ ήμαρτον καί υστερούνται τής δόξης τού Θεού, δκαιούμενοι δωρεάν τή αυτού χάριτι διά τής απολυτρώσεως τής εν Χριστώ Ιησού, όν προέθετο ο Θεός ιλαστήριον διά τής πίστεως εν τώ αυτού αίματι, εις ένδειξιν τής δικαιοσύνης αυτού διά τήν πάρεσιν τών προγεγονότων αμαρτημάτων εν τή ανοχή τού Θεού, προς ένδειξιν τής δικαιοσύνης αυτού εν τώ νύν καιρώ, εις τό είναι αυτόν δίκαιον καί δικαιούντα τόν εκ πίστεως Ιησούν. Πού ούν η καύχησις; Εξεκλείσθη. διά ποίου νόμου; τών έργων; ουχί, αλλά διά νόμου πίστεως…» )) . Αυτή (ακριβώς) η δύναμη της (ανηρημένης) δικαιοσύνης, που «ανακτάται» στην αγάπη ανάμεσα στον Πατέρα και τον ενανθρωπήσαντα Υιό, ανοίγει τον δρόμο για την έκχυση του Πνεύματος στις καρδιές μας· (κι εμείς) πρέπει να κατανοήσουμε τον Σταυρό ως έργο τής θεϊκής συγχωρητικής αγάπης, «απαντώντας» με μιαν αντίστοιχη συγχώρηση ανάμεσά μας. Κι όπως το συγχωρητικό αυτό έργο τού Θεού επιτελέστηκε «ενώ είμασταν ακόμα εχθροί (του)» (Ρωμ. 5, 10), η χριστιανική «απάντηση» σ’ αυτό δεν είναι άλλη απ’ την πρόθυμη συγχώρηση απέναντι «στον αδελφό, που έχει κάτι εναντίον σου» (Ματθ. 5, 24), συμπεριλαμβανομένης και της εντολής για την αγάπη προς τους εχθρούς (μας) (Ματθ. 5, 43 κ.ε.), μιμούμενοι μάλιστα ρητά και κατηγορηματικά τον Θεό (ό.π. 42, και Λουκ. 6, 36) (( Λουκ. 6, 36: «…Γίνεσθε ούν οικτίρμονες, καθώς καί ο πατήρ υμών οικτίρμων εστί»… )) . Ο M. Scheler έχει ασφαλώς φιλοσοφικά δίκαιο, όταν προσδιορίζη ως «επανάκτηση της πλήρους δυνατότητας για αγάπη» τη μεταμέλεια του ενόχου, όπως όμως ο Θεός δεν περιμένει, έτοιμος να συγχωρήση, την ανθρώπινη μεταμέλεια (( ; )) , έτσι και ο Χριστός, που τον ακολουθεί (( τον Θεό! )) , δεν εξαρτά τη συγχώρησή του απ’ τη μεταμέλεια (τη μετάνοια) του ενόχου. Αν ο Θεός δεν φανερώνη στον Σταυρό τού Υιού του μόνο συμβολικά τη συγχώρησή του, αλλά ενεργεί ως αυτό που χαρακτηρίστηκε πιο πάνω ως «πρώτη δικαίωση» και εμφανίστηκε ως ετοιμότητα να αποστείλη το Πνεύμα του στις καρδιές τών αμαρτωλών, τότε και οι εντολές τής επί τού όρους ομιλίας, να μην αντιστεκόμαστε στον πονηρό, να στρέφουμε και το αριστερό μάγουλο, να δίνουμε και τον χιτώνα μας και να πορευόμαστε (όχι ένα αλλά) δυό μίλια μαζί μ’ αυτόν που μας το ζητά, αποτελούν πιθανές μορφές μιμήσεως του Σταυρού, και τον πιο αποτελεσματικό – μαζί με την προσευχή και την άφεση για τους σταυρωτές – τρόπο για τους ανθρώπους, να παρακινηθούν προς μεταμέλεια (μετάνοια) και μεταστροφή οι «πονηροί». Η δε μίμηση του Σταυρού προς επίτευξη της μεταστροφής τών άλλων δεν συνιστά ένα ψυχολογικό μέσο πίεσης, αλλά συμμετοχή εν Αγίω Πνεύματι στο σταυρικό «φρόνημα» του Υιού, ή και του Πατέρα, όπως το καθιστούν σαφές τα χωρία 4, 32 και 5, 2 της προς Εφεσίους Επιστολής (( Εφ. 4, 25 κ.ε.: «Διό αποθέμενοι τό ψεύδος λαλείτε αλήθειαν έκαστος μετά τού πλησίον αυτού· ότι εσμέν αλλήλων μέλη. οργίζεσθε, καί μή αμαρτάνετε· ο ήλιος μή επιδυέτω επί τώ παροργισμώ υμών, μηδέ δίδοτε τόπον τώ διαβόλω. ο κλέπτων μηκέτι κλεπτέτω, μάλλον δέ κοπιάτω εργαζόμενος τό αγαθόν ταίς χερσίν, ίνα έχη μεταδιδόναι τώ χρείαν έχοντι. πάς λόγος σαπρός εκ τού στόματος υμών μή εκπορευέσθω, αλλ’ εί τις αγαθός πρός οικοδομήν τής χρείας, ίνα δώ χάριν τοίς ακούουσι. καί μή λυπείτε τό Πνεύμα τό Άγιον τού Θεού, εν ώ εσφραγίσθητε εις ημέραν απολυτρώσεως. πάσα πικρία καί θυμός καί οργή καί κραυγή καί βλασφημία αρθήτω αφ’ υμών σύν πάση κακία· γίνεσθε δέ εις αλλήλους χρηστοί, εύσπλαγχνοι, χαριζόμενοι εαυτοίς καθώς καί ο Θεός εν Χριστώ εχαρίσατο υμίν» … Στο κείμενο λοιπόν τού «συγγραφέα» μας, ως Θεός θεωρείται ο Πατήρ! … «Τζάμπα» όλος ο κόπος… )) . Οι «πνευματικοί άνθρωποι» μπορούν «να επαναφέρουν εν πνεύματι πραότητος στον σωστό δρόμο» εκείνον που πλανήθηκε (Γαλ. 6, 1). Και για να μη νομίζη ο «πνευματικός» (άνθρωπος) ότι διαθέτει αφ’ εαυτού αυτό το «πνεύμα της πραότητος», προσθέτει αμέσως ο Παύλος: «και πρόσεχε τον εαυτό σου, να μην πλανηθής και συ ο ίδιος». Η επίδραση εν πνεύματι πραότητος στον πλανεμένο αδελφό δεν αποτελεί εξάλλου παρά ένα παράδειγμα και μόνο για τον «καταρτισμό κατά το Πνεύμα» (5, 25), καθώς και μιαν αμφίπλευρη – κατά μίμηση του Σταυρού – ανάληψη του «ξένου» βάρους (6, 2), κι αυτό όχι για προσωπική καύχηση, ότι κάτι επιτελέσαμε, αλλά ως μια ταπεινή ανάληψη «του δικού μας φορτίου, σύμφωνα με τον νόμο τού Χριστού» (6, 5) (( Γαλ. 6, 1 κ.ε.: «Αδελφοί, εάν καί προληφθή άνθρωπος έν τινι παραπτώματι, υμείς οι πνευματικοί καταρτίζετε τόν τοιούτον εν πνεύματι πραότητος, σκοπών σεαυτόν, μή καί σύ πειρασθής. αλλήλων τά βάρη βαστάζετε, καί ούτως αναπληρώσατε τόν νόμον τού Χριστού. ει γάρ δοκεί τις είναί τι μηδέν ών, εαυτόν φρεναπατά. τό δέ έργον εαυτού δοκιμαζέτω έκαστος, καί τότε εις εαυτόν μόνον τό καύχημα έξει καί ουκ εις τόν έτερον· έκαστος γάρ τό ίδιον φορτίον βαστάσει. Κοινωνείτω δέ ο κατηχούμενος τόν λόγον τώ κατηχούντι εν πάσιν αγαθοίς» … )) . Έτσι και μόνον αντιστοιχεί η χριστιανική συγχώρηση στον «νόμο τού Πνεύματος της ζωής εν Χριστώ Ιησού» (Ρωμ. 8, 2).

( συνεχίζεται, με το επόμενο υπο-κεφάλαιο: «Εμπειρία τού Πνεύματος» )

ΑΣ ΣΗΜΕΙΩΣΟΥΜΕ ΕΝ ΤΑΧΕΙ ΟΤΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΑΦΕΣΗ ΤΟΥ ΣΤΟΥΣ ΣΤΑΥΡΩΤΕΣ ΤΟΥ ΔΙΟΤΙ ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΑΝ ΤΙ ΕΚΑΝΑΝ. ΕΜΕΙΣ ΟΜΩΣ ΣΗΜΕΡΑ ΓΝΩΡΙΖΟΥΜΕ ΠΟΛΥ ΚΑΛΑ ΤΙ ΚΑΝΟΥΜΕ ΟΤΑΝ ΞΑΝΑΣΤΑΥΡΩΝΟΥΜΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ ΠΡΟΣΠΑΘΩΝΤΑΣ ΝΑ ΥΠΕΡΒΟΥΜΕ ΤΗΝ ΘΥΣΙΑ ΤΟΥ ΠΑΛΑΙΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: